‘Η αλλιώς πως κατάφερα να απαλλαχθώ μία και καλή από αυτή την συνήθεια
Συνήθως, το -ας το πούμε- «πρόβλημα» με το σώμα μου ξεκινούσε όταν καταλάβαινα ότι έχω ξεπεράσει τα όρια μου και το έβλεπα να παίρνει καινούριο σχήμα. Στο δικό μου μυαλό, αυτό δημιουργούσε την ανάγκη να το επαναφέρω στην προηγούμενη έκδοση του.
Κοιτιόμουν στον καθρέφτη, νιώθοντας σαν να έχω διαπράξει κάποιο φρικτο έγκλημα, έλεγα  «αυτό ήταν, ΤΕΛΟΣ» και κάπως έτσι -τσουπ- έμπαινε στη ζωή μου και στην πόρτα του ψυγείου η λέξη «δίαιτα».

Ξεκινούσα πάντα με μεγαλόπνοα σχέδια μόνο και μόνο για να τα δω να ακυρώνονται (γιατί αυτό συνέβαινε πάντα). Αφενός δυσκολευόμουν να πείσω τον τον εαυτό μου ότι τα βραστά λαχανικά μαζί με 300 kg στήθος κοτόπουλο είναι πιο νόστιμα από ένα πιάτο κοκκινιστό με κριθαράκι ή μία πίτσα και αφετέρου πως να χορτάσω;

Αυτή η προσπάθεια να συνδυάσω τα ασυνδύαστα- από τη μία θέλω να χάσω κιλά, από την άλλη να φάω ό,τι τρώγεται στο σπίτι και στον κόσμο όλο- μου έδειξε στο μεγαλείο της την ματαιότητα της δίαιτας (τουλάχιστον για μένα). Ίδού λοιπόν η καταστροφική πορεία των πραγμάτων κάθε Δευτέρα φορά που αποφασίζα να κάνω δίαιτα.

1. Ημέρα πρώτη: Ξυπνάω και λεω στον εαυτό μου: «Σήμερα είναι η μέρα. Υπέροχη μέρα. Αυτή τη φορά θα πετύχει. Πάμε λοιπόν».

2. Το πρόγραμμα (ένα που μου είχε δώσει ο διαιτολόγος το 2008 και το εφάρμοζα με καμία συνέπεια) λέει ένα μπολ γάλα με 30 gr δημητριακά. «Πφφ, 30 γρ. ΤΕΛΟΣ ΠΑΝΤΩΝ». Το καταβροχθίζω. «Εντάξει. Δεν είναι και τόσο άσχημα. Για την ακρίβεια νιώθω μία χαρά και χορτάτη».

3. Ένα τέταρτο αργότερα: «Fuck. Γουργουρίζει η κοιλιά μου. Πότε είναι το επόμενο γεύμα; Σε μία ώρα και τρία τέταρτα το λιγότερο. Σκάσε, ΜΠΟΡΕΙΣ».

4. Μισή ώρα αργότερα: «Ξέρεις τι; Θα πάρω κάτι από το φούρνο να μου κόψει την λιγούρα και συνεχίζω μετά κανονικά».

5. Έχει πάει μεσημέρι και στο γραφείο τα κορίτσια παραγγέλνουν σουβλάκια. «Θέλεις;» (Να είμαι ελεύθερη να τρώω ό,τι θέλω; ΝΑΙ») «Όχι», απαντάω, «κάνω δίαιτα» και ανοίγω το τάπερ με την ομελέτα και το σαλατικό. Όταν όμως καταφθάνουν τα σουβλάκια, η μυρωδιά είναι πολύ δυνατή για να την νικήσω. Παραδίδω στόμα και πνεύμα.

6. Το βράδυ- όρθια μπροστά από το ψυγείο- σκέφτομαι α. τι να φάω τώρα β. ότι σήμερα μπορεί
απλώς να μην ήταν καλή μέρα. Αρπάζω την σοκολάτα και το κουτί με τα μπισκότα και δίνω όρκο ότι από αύριο θα το κάνω σωστά.

7. Το επόμενο πρωί ζυγίζομαι. Τα ίδια και χειρότερα. «Έίναι μόνο ένας άριθμός», σκέφτομαι για να σωπάσω τις χαζές σκέψεις και να ενθαρρύνω τον εαυτό μου ώστε να ξεκινήσω με νέες δυνάμεις. Φοράω ο,τι χειρότερο υπάρχει στην ντουλάπα μου για να ταιριάζει με την αυτοπεποίθηση μου.

8. Στο γραφείο προσπαθω να μην ακούω, να μην νιώθω, να μη μυρίζω. Είμαι μουδιασμένη. Είμαι, δεν ξέρω τι είμαι. Νιώθω χλωμή.
ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ. Έρχεται η ώρα του μεσημεριανού και τρώω τη μερίδα μου. Αγνοώ το γεγονός ότι ψοφάω να φάω και γλυκό και κάπως το απόγευμα με βρίσκει να τρώω το ροδάκινο μου και δέκα ρώγες σταφύλι, πράγμα που μου φαίνεται αιφνιαδιαστικά ανεκτό.

9. Το βράδυ έχουμε κανονίσει με τις φίλες μου να βγούμε για να τσιμπήσουμε κάτι. «Όπα», σκέφτομαι: «Εδώ θα δείξεις από τι είσαι φτιαγμένη». Παραγγέλνω σαλάτα που είναι το πιο safe για βράδυ και για το κολλημένο στο ψυγείο πρόγραμμα της δίαιτας. Οι μερίδες έρχονται. Τρώω σαλάτα και μαζί οτιδήποτε άλλο κυκλοφορεί κάτω από τα πιρούνια μας. Το σύμπαν ξεκαρδίζεται μαζί μου στα γέλια.

10. Στο αυτοκίνητο, καθώς με πηγαίνουν σπίτι, έχω το φερμουάρ του παντελονιού ανοιχτό αλλά παράλληλα ρουφάω την κοιλιά μου για να κοροιδέψω τον εαυτό μου με τον οποίο έχω θυμώσει πολύ που στον αυτοέλεγχο παίρνει μηδέν. Προσπαθώ να μην τα παρατήσω από τώρα και σκέφτομαι «Αύριο είναι η τελευταία μου ευκαιρία. Έλεος πια». Τους μισώ όλους.

11. Το επόμενο πρωί, ξυπνάω με ακόμα πιο φουσκωμένη κοιλιά και μάγουλα, πίνω μόνο ένα καφέ για πρωινό (για να με τιμωρήσω) και σχεδιάζω να περάσω πολλές ώρες στο γυμναστήριο για να αντισταθμίσω την υπερκατανάλωση της προηγούμενης ημέρας.

12.Το απόγευμα νιώθω πολύ κουρασμένη από τη δουλειά. «Ποιο γυμναστήριο; Αυτό που μου χρειάζεται είναι μία μακαρονάδα για να με επιβραβεύσω μετά από τόσες ώρες στο γραφείο». Ετοιμάζω μία μακαρονάδα χωρίς να λυπάμαι τις ποσότητες.

13. Το επόμενο πρωί ζυγίζομαι. Καλημέρα σας δηλαδή. «Ιιιιιιιι.ΤΙ;» Όχι μόνο δεν έχασα, αλλά έχω πάρει κιόλας. Αίσχος».

Αυτή ήταν η τελευταία φορά που έκανα δίαιτα. Αλήθεια. Από τότε κατάλαβα ότι δεν έχει κανένα νόημα να καταπιέζομαι με αυστηρά προγράμματα. Η γυμναστική υπάρχει πάντα με κάποιο τρόπο μέσα στο πρόγραμμά μου (και εννοώ ακόμα και το ότι θα τρέξω για είκοσι λεπτά ή θα κάνω μία βόλτα με το ποδήλατο). Όσο για το φαγητό προσπαθώ να τρώω όχι μέχρι να σκάσω αλλά μέχρι να χορτάσω. Πως γίνεται αυτό; Ακούγοντας το σώμα μου. Δίνοντας του χρόνο μόλις τελειώσεις το γεύμα.
Κάπως έτσι κατάφερα να μην ξαναπώ «όχι ευχαριστώ, κάνω δίαιτα». Κι αυτό είναι τόσο, μα τόσο, απελευθερωτικό.

cosmopolitan.gr

loading...