Ο Βασίλης Ταρλατζής, καθηγητής Μαιευτικής-Γυναικολογίας και Ανθρώπινης Αναπαραγωγής, διευθυντής Α’ Μαιευτικής και Γυναικολογικής Κλινικής του ΑΠΘ, μιλάει για την πολυσυζητημένη ιατρική μέθοδο της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Τι εννοούμε με τον όρο «εξωσωματική γονιμοποίηση»; «Εξωσωματική γονιμοποίηση είναι η τεχνική που μας επιτρέπει να γονιμοποιήσουμε τα ωάρια της γυναίκας με το σπέρμα του άνδρα εκτός σώματος, στο εργαστήριο και σε συνθήκες οι οποίες μιμούνται το περιβάλλον της σάλπιγγας, όπου φυσιολογικά γίνεται η γονιμοποίηση. Παίρνουμε τα ωάρια από τις ωοθήκες της γυναίκας, τα τοποθετούμε σε ειδικά θρεπτικά υλικά που μιμούνται το περιεχόμενο της σάλπιγγας και προσθέτουμε το σπέρμα του συντρόφου της σε αυτά, προκειμένου να γίνει η γονιμοποίηση, πάντα σε ειδικές συνθήκες θερμοκρασίας, οι οποίες επίσης μιμούνται τις συνθήκες που επικρατούν στο εσωτερικό του σώματος της γυναίκας, ώστε να είμαστε όσο το δυνατόν πιο κοντά σε αυτό που συμβαίνει φυσιολογικά. Παρακολουθούμε τη γονιμοποίηση των ωαρίων και κατόπιν τα τοποθετούμε μέσα στη μήτρα χωρίς νάρκωση, με έναν λεπτό καθετήρα, σε μια πολύ απλή διαδικασία. Η εξωσωματική γονιμοποίηση είναι μια επέμβαση που παρακάμπτει τις σάλπιγγες και μας αφήνει να τοποθετήσουμε τα γονιμοποιημένα ωάρια κατευθείαν στη μήτρα, προκειμένου κάποιο από αυτά να φυτευτεί στο τοίχωμά της και να αρχίσει η εγκυμοσύνη».

Πότε ένα ζευγάρι πρέπει να καταφύγει στη βοήθεια ειδικού γυναικολόγου; «Το ζευγάρι απευθύνεται στον ειδικό γυναικολόγο που ασχολείται με την υπογονιμότητα όταν διαπιστωθεί ότι υπάρχει πρόβλημα στη σύλληψη. Πρέπει να έχει περάσει, δηλαδή, τουλάχιστον ένα έτος με ελεύθερες επαφές, περίπου στις γόνιμες ημέρες του κύκλου. Αυτό σημαίνει ότι δεν χρειάζεται έπειτα από έναν μήνα που το ζευγάρι έχει ξεκινήσει να προσπαθεί να κάνει παιδί και δεν το έχει καταφέρει να ζητήσει βοήθεια από τον γυναικολόγο. Αν, βεβαίως, υπάρχει κάποιο γνωστό πρόβλημα στο ιστορικό – π.χ. αν στη γυναίκα έχουν αφαιρεθεί οι σάλπιγγες ή στον άνδρα οι όρχεις – , τότε το ζευγάρι μπορεί να απευθυνθεί άμεσα στον γυναικολόγο, αφού είναι προφανές ότι θα έχει πρόβλημα σύλληψης. Ακόμη, σε ζευγάρια που η γυναίκα είναι κοντά στα 40, τότε και πάλι ίσως να μην είναι σκόπιμο να εξαντλήσουν όλο το έτος και να απευθυνθούν σε έναν ειδικό περίπου στο εξάμηνο, γιατί εκεί τα χρονικά περιθώρια για τη γονιμότητα έχουν αρχίσει πλέον να στενεύουν».

Πόσο κοστίζει η εξωσωματική γονιμοποίηση; «Το κόστος έχει δύο συντελεστές. Ο ένας είναι τα φάρμακα τα οποία απαιτούνται προκειμένου να διεγερθούν οι ωοθήκες ώστε να παράγουν περισσότερα ωάρια από ένα που παράγει φυσιολογικά η γυναίκα κάθε μήνα και να μπορέσει να έχει μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας. Ενα δεύτερο κομμάτι του κόστους αφορά την κλινικοεργαστηριακή εφαρμογή της, όπου το μέσο κόστος στη χώρα μας, ανάλογα και με τις τεχνικές που εμπλέκονται, κυμαίνεται από 2.500 ως 3.500 ευρώ. Από εκεί και πέρα, αν χρειαστούν ειδικές εφαρμογές – για παράδειγμα, να γίνει βιοψία στους όρχεις για να βρεθούν σπερματοζωάρια ή να γίνει βιοψία των εμβρύων για γενετικό έλεγχο -, τότε το κόστος πιθανότατα να είναι μεγαλύτερο».

Ποιο είναι το ποσοστό επιτυχίας; «Το ποσοστό επιτυχίας εγκυμοσύνης είναι γύρω στο 35%. Αν αφαιρέσουμε και τις αποβολές που συμβαίνουν – όπως και σε κάθε άλλη εγκυμοσύνη – έχουμε ένα 28%, που είναι και το ποσοστό γέννησης ενός νεογνού έπειτα από εμβρυομεταφορά εξωσωματικής γονιμοποίησης. Από την άλλη, σε νεαρές γυναίκες, που δεν έχουν άλλα προβλήματα, το ποσοστό μπορεί να φτάσει και στο 40%-50%, ενώ σε γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας, που έχουν λιγότερα και κακής ποιότητας ωάρια, το ποσοστό μπορεί να είναι κατά πολύ μικρότερο».

Πόσο δρόμο έχει διανύσει η επιστήμη της εξωσωματικής γονιμοποίησης από τα πρώτα χρόνια εφαρμογής της έως σήμερα; Τι έχει αλλάξει από το πρώτο «παιδί του σωλήνα»; «Εχουν γίνει μεγάλες αλλαγές από τότε. Στην αρχή, κάθε φορά ψάχναμε να βρούμε τις πιο σωστές τεχνικές για να αυξήσουμε την αποτελεσματικότητα. Πρώτον, η λήψη των ωαρίων γινόταν με λαπαροσκόπηση και νάρκωση στο χειρουργείο, ενώ σήμερα, με την υπερηχογραφική λήψη των ωαρίων, η διαδικασία έχει απλοποιηθεί. Δεύτερον, τα φάρμακα για τη διέγερση των ωοθηκών έχουν βελτιωθεί, ενώ υπάρχει και ποικιλία θεραπευτικών πρωτοκόλλων που εξατομικεύονται ανάλογα με τις ανάγκες κάθε γυναίκας. Μια τρίτη εξέλιξη αφορά το εργαστήριο. Τα θρεπτικά υλικά στο παρελθόν βασίζονταν σε πειράματα που είχαν γίνει σε ζώα, όμως με τον χρόνο και την εμπειρία των γιατρών προσανατολίστηκαν στις ανάγκες του ανθρώπου. Τέταρτον, αντιμετωπίστηκαν τα προβλήματα της ανδρικής υπογονιμότητας και έτσι ακόμη και όσοι αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα σπέρματος μπορούν να αποκτήσουν παιδί με το δικό τους γενετικό υλικό. Αλλη σημαντική εξέλιξη είναι η προεμφυτευτική διάγνωση γενετικών νοσημάτων, που μας επιτρέπει να αποκλείσουμε έμβρυα με σοβαρές βλάβες και να μεταφέρουμε μόνο τα υγιή στη γυναίκα. Τέλος, η δυνατότητα κρυοσυντήρησης των ωαρίων επιτρέπει στη γυναίκα από μια επιτυχή ωοληψία να έχει δύο και τρεις εγκυμοσύνες. Ολα τα παραπάνω έχουν αποτέλεσμα το ποσοστό επιτυχίας να παρουσιάζει σταδιακή άνοδο. Σε σχέση με τις αρχές της δεκαετίας του ’80, έχει υπερδιπλασιαστεί».

Υπάρχει σχέση μεταξύ των φαρμάκων γονιμότητας και επιπλοκών στην υγεία των γυναικών, π.χ. εμφάνιση κάποιας κακοήθειας; «Ο μόνος κίνδυνος που υπάρχει από τα φάρμακα είναι ότι μερικές γυναίκες έχουν ιδιαίτερα ευαίσθητες ωοθήκες, οι οποίες μπορεί να αντιδράσουν πιο έντονα. Αυτό ονομάζεται υπερδιέγερση των ωοθηκών. Σήμερα, όμως, με αλλαγές στο θεραπευτικό πρωτόκολλο μειώνεται κατά πολύ ο συγκεκριμένος κίνδυνος. Ακόμη, οι μελέτες δεν έχουν δείξει ότι τα φάρμακα αυτά αυξάνουν τον κίνδυνο για καρκινογενέσεις είτε του μαστού, είτε της μήτρας, είτε των ωοθηκών. Από την άλλη, η μη απόκτηση παιδιού είναι γνωστό ότι αυξάνει τον κίνδυνο για ορισμένες μορφές καρκίνου».

Είναι φυσιολογικά τα παιδιά που γεννιούνται με τεχνικές εξωσωματικής γονιμοποίησης; «Τα παιδιά που γεννιούνται με εξωσωματική γονιμοποίηση είναι κατά κανόνα απολύτως φυσιολογικά και δεν διαφέρουν από τον γενικό πληθυσμό. Μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις έχει παρατηρηθεί μια μικρή αύξηση ορισμένων συγγενών ανωμαλιών, οι οποίες, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, οφείλονται στο ότι οι γυναίκες καταφεύγουν στην εξωσωματική σε μεγαλύτερη ηλικία, αφού έχουν εξαντλήσει τις άλλες μεθόδους. Η ηλικία της γυναίκας αυξάνει τον κίνδυνο για ανωμαλίες και φαίνεται ότι η υπογονιμότητα από μόνη της είναι ένας παράγοντας που επίσης αυξάνει τον κίνδυνο για ορισμένες ανωμαλίες. Η αύξηση αυτή, βέβαια, είναι μικρή, ενώ δεν υπάρχουν μακροπρόθεσμες συνέπειες στην υγεία των παιδιών που έχουν γεννηθεί με τεχνικές εξωσωματικής γονιμοποίησης».

Είναι επικίνδυνες οι κυήσεις έπειτα από εξωσωματική γονιμοποίηση; «Τα δεδομένα δείχνουν έναν ελαφρά μεγαλύτερο κίνδυνο για επιπλοκές, ωστόσο και αυτό έχει συσχετιστεί με την ηλικία της γυναίκας. Η ηλικία επηρεάζει και τη γονιμότητα, αλλά και το πώς θα εξελιχθεί η εγκυμοσύνη. Οσο μεγαλύτερη είναι η ηλικία της γυναίκας που μένει έγκυος, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος επιπλοκών».

Μέχρι ποια ηλικία μπορεί μια γυναίκα να προβεί σε εξωσωματική και ποιες οι πιθανότητες να συλλάβει; «Με βάση μεγάλες επιδημιολογικές μελέτες η βέλτιστη ηλικία αναπαραγωγής της γυναίκας είναι από τα 20 ως τα 30 έτη. Μετά αρχίζει – στην αρχή πολύ αργά – μια προοδευτική μείωση της γονιμότητας, η οποία είναι σαφέστατα εντονότερη μετά τα 40. Βάσει του νόμου, δεν μπορεί, πάντως, να εφαρμοστεί εξωσωματική γονιμοποίηση και άλλη συναφής τεχνική πέραν του 50ού έτους της ηλικίας της γυναίκας».

Υπάρχουν αρκετά κέντρα εξωσωματικής γονιμοποίησης. Ποια είναι τα κριτήρια που πρέπει να έχει υπ’ όψιν ένα ζευγάρι προκειμένου να κάνει τη σωστή επιλογή; «Τα αποτελέσματα των κέντρων δυστυχώς δεν γίνονται γνωστά στην Ελλάδα από μία ανεξάρτητη αρχή που τα παρακολουθεί. Γενικά, θα πρέπει ο γιατρός να είναι εξειδικευμένος, να παρακολουθεί τις εξελίξεις, να πηγαίνει στα συνέδρια. Καλό είναι επίσης το ζευγάρι να εξετάσει την οργάνωση και τη λειτουργία του κέντρου, ώστε να του εμπνεύσει εμπιστοσύνη η ομάδα και να το ικανοποιούν οι υποδομές».

Ποιες οι ψυχολογικές προεκτάσεις της προσπάθειας σύλληψης μέσω εξωσωματικής γονιμοποίησης στη γυναίκα, αλλά και στη σχέση μεταξύ του ζευγαριού; «Η υπογονιμότητα προκαλεί μεγάλο στρες στις οικογενειακές και συζυγικές σχέσεις. Τα δεδομένα δείχνουν ότι αναπτύσσονται πολύπλοκα συναισθήματα από όλες τις πλευρές και γι’ αυτό ο γιατρός θα πρέπει να βοηθά το ζευγάρι, να το ενημερώνει σωστά, αλλά και να το στηρίζει ακόμη και σε μια ενδεχόμενη αποτυχία».

Σε περίπτωση μη επίτευξης εγκυμοσύνης, πόσες φορές μπορεί να επαναληφθεί η προσπάθεια; Υπάρχει κάποιο όριο; «Ακριβές όριο δεν υπάρχει, αλλά με βάση τις στατιστικές, ένα μέγιστο ποσοστό πιθανότητας εγκυμοσύνης της τάξεως του 80% επιτυγχάνεται έπειτα από περίπου τέσσερις προσπάθειες. Συνεπώς, τέσσερις-πέντε προσπάθειες είναι ένας λογικός αριθμός, αλλά δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποδεικνύουν ότι απαγορεύεται να κάνει έξι προσπάθειες ένα ζευγάρι. Το να κάνει κάποιος περισσότερες προσπάθειες, πάντως, δεν αυξάνει τον κίνδυνο για άλλα προβλήματα, ωστόσο προκύπτουν ορισμένα θέματα ψυχικού, σωματικού και οικονομικού στρες».

Η διαδικασία
Αν ο ειδικός γυναικολόγος κρίνει ότι χρειάζεται να προβεί η γυναίκα σε εξωσωματική γονιμοποίηση και δεν υπάρχει πράγματι άλλος τρόπος να γίνει η σύλληψη, το ζευγάρι περνά με τις εξετάσεις του από τις ειδικές επιτροπές οι οποίες εγκρίνουν τη διενέργειά της. Στη συνέχεια ξεκινά η χορήγηση των φαρμάκων, με σημείο αναφοράς πάντα την περίοδο της γυναίκας. Αφού ξεκινήσει η ορμονοθεραπεία, γίνεται ένας έλεγχος ανά μερικές ημέρες με υπερηχογραφήματα και ορμονικές εξετάσεις, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι αντιδρούν ικανοποιητικά οι ωοθήκες και να δουν οι γιατροί πώς εξελίσσονται τα ωοθυλάκια τα οποία περιέχουν μέσα τους τα ωάρια. Με βάση την «απόκριση» της ωοθήκης της γυναίκας ρυθμίζεται η δόση. Μετά την τελική ένεση, σε περίπου 36 ώρες και με ελαφριά νάρκωση, μέσα από τον κόλπο, ο γιατρός «τσιμπά» την ωοθήκη, αναρροφά τα ωάρια και τα τοποθετεί στο θρεπτικό υλικό, στο εργαστήριο. Η διαδικασία διαρκεί περίπου ένα τέταρτο. Την ίδια στιγμή, ο άνδρας δίνει το σπέρμα και, αν αυτό είναι φυσιολογικό, έπειτα από μια μικρή επεξεργασία ο ειδικός προσθέτει τα σπερματοζωάρια και τα αφήνει μόνα τους να γονιμοποιήσουν το ωάριο. Η εμβρυομεταφορά γίνεται έπειτα από τρεις-πέντε ημέρες, χωρίς νάρκωση.​
loading...