Με αφορμή τη δολοφονία της Λέλας Μαυρομάτη από τον Αλβανό σύζυγό της, Τζέιμς Κλοντ Λέσι, στην Ορμύλια Χαλκιδικής και το στραγγαλισμό της 37χρονης Ανθής Λινάρδου από το σύζυγό της, Τάσο Τσιουχάρα, στο Βελβεντό Κωζάνης, ο Πάνος Σόμπολος περιγράφει στο People τα εγκλήματα πάθους που συγκλόνισαν την Ελλάδα, αλλά και ορισμένες σκληρές εικόνες που δεν θα σβήσουν ποτέ από τη μνήμη του.

Αν στο λεξικό δίπλα από τη λέξη «έγκλημα» έπρεπε να υπάρχει ένα ονοματεπώνυμο, αυτό θα ήταν σίγουρα του Πάνου Σόμπολου. Επί σαράντα χρόνια ο αστυνομικός ρεπόρτερ κάλυψε εγκλήματα που ταρακούνησαν την κοινή γνώμη. «Η πρώτη φορά που είδα πτώμα ήταν στις αρχές του 1970. Ήμουν πιτσιρίκος και θυμάμαι πως είχε γίνει ένα τροχαίο και σκοτώθηκαν πέντε άτομα. Όταν μπήκα μέσα στο νεκροτομείο, ο ένας από τους πέντε νεκρούς είχε ανοιχτά τα μάτια και σε όποια γωνιά του νεκροτομείου κι αν πήγαινα, νόμιζα πως με κοίταζε. Έντρομος, πήγα στον ιατροδικαστή Δημήτρη Καψάσκη και του είπα “Αυτός με κοιτάζει συνέχεια” και εκείνος μου πιάνει τα χέρια, τα βάζει πάνω στα μάτια του νεκρού και μου λέει “κλείσ’ τα”. Ανατρίχιασα. Το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ» αποκαλύπτει στο People. Μετά από σαράντα χρόνια μάχιμης δημοσιογραφίας, το 2013 πήρε σύνταξη. Με τη σύζυγό του, Τζένη (που από το 2006 δεν βρίσκεται στη ζωή), απέκτησαν δύο παιδιά, τον Γιώργο, ο οποίος είναι δημοσιογράφος στην πρωινή εκπομπή της Πόπης Τσαπανίδου στο Star, και την Ανθή, που τελικά επέλεξε να μην ασχοληθεί με τη δημοσιογραφία, γιατί «μου έλεγε πάντα πως είμαι παράδειγμα προς αποφυγήν» εξηγεί γελώντας. Τα τελευταία δύο χρόνια τα περνά ανάμεσα στην Αθήνα και στο εξοχικό του, στην Πάλαιρο Αιτωλοακαρνανίας. «Από μικρό παιδί μεγάλωσα στη θάλασσα. Είμαι δύτης και ακόμα και σήμερα βουτάω και κάνω ψαροντούφεκο». Εκτός από τη θάλασσα, λατρεύει τις τρεις εγγονούλες του, την Έλενα, την Τζένη και την Ιωάννα, ενώ σχετικά πρόσφατα ο γιος του έφερε στον κόσμο και το μικρό Πάνο, ολοκληρώνοντας έτσι την ευτυχία του. Σε ένα μικρό διάλλειμα από τα παιχνίδια με τα εγγονάκια του, συναντηθήκαμε στο «στρατηγείο» των δημοσιογράφων, την ΕΣΗΕΑ, και μιλήσαμε για έξι ερωτικά εγκλήματα που θα μείνουν στην ιστορία.

Ζωή Φραντζή
Την τεμάχισε με κρητικό μαχαίρι

Ήταν Ιούνιος του 1987, όταν μετά από έναν έντονο καβγά ο 27χρονος φοιτητής της ΑΣΟΕΕ Παναγιώτης Φραντζής σκότωσε και τεμάχισε τη 18ρονη σύζυγό του, Ζωή Γαρμανή. Ο Φραντζής τεμάχισε σε έντεκα κομμάτια τη σύζυγό του, ενώ κατά διαστήματα σταματούσε για να κάνει εμετό. Στη συνέχεια έβαλε τα κομμάτια της σε σακούλες, τις οποίες πέταξε σε κάδους κοντά στο σπίτι του. Τα ξημερώματα, όμως, ένας συλλέκτης γραμματοσήμων, ο Κωνσταντίνος Βουζίκας, την ώρα που ψάχνει σε έναν κάδο για γραμματόσημα, ανακαλύπτει με φρίκη πως μέσα σε μια σακούλα βρίσκεται ένα ανθρώπινο μέλος (μια γυναικεία λεκάνη για την ακρίβεια). Αμέσως ειδοποιεί την αστυνομία και μέσα σε λίγες ώρες εντοπίζονται και οι υπόλοιπες σακούλες με τα μέλη της Ζωής, πλην του κεφαλιού της. «Ήμουν στο νεκροτομείο μαζί με τον ιατροδικαστή Χρήστο Λευκίδη τη στιγμή που ουσιαστικά “συναρμολογήθηκε” η σορός της Ζωής. Ήταν ένα ακέφαλο πτώμα, τόσο “αφράτο” που μαρτυρούσε το νεαρό της ηλικίας της» περιγράφει ο δημοσιογράφος στο People και συνεχίζει: «Ο φωτορεπόρτερ του Έθνους τράβηξε φωτογραφίες και την επόμενη μέρα δημοσιεύθηκε στο εσωτερικό της εφημερίδας μια έγχρωμη φωτογραφία που έδειχνε εμένα, τον ιατροδικαστή και το βοηθό πάνω από το συναρμολογημένο πτώμα της Ζωής. Έγινε σάλος και, για να είμαι ειλικρινής, δεν ήθελα να δημοσιευθεί η συγκεκριμένη φωτογραφία. Ακολούθησαν μηνύσεις από την οικογένεια του θύματος, αλλά στο τέλος η εφημερίδα αθωώθηκε». Εκείνο που ο Πάνος Σόμπολος δεν θα ξεχάσει ποτέ είναι όσα του είπε ο ίδιος ο Φραντζής στην αναπαράσταση του εγκλήματος στην μπανιέρα του σπιτιού του στα Πατήσια, παρουσία εισαγγελέα, αστυνομίας και ιατροδικαστή. «Ήμασταν οι δυο μας. Ο Παναγιώτης φαινόταν να είναι σε άλλον κόσμο, χωρίς να έχει πλήρη επίγνωση των λεγομένων του. Κάποια στιγμή τον ρωτάω “Πώς το έκανες αυτό; Πώς βρήκες τη δύναμη;” και μου απαντά “Κύριε Σόμπολε, δεν είναι δύσκολο, αρκεί να σημαδεύεις τις κλειδώσεις. Μπορείς να δοκιμάσεις κι εσύ και θα δεις πως είναι εύκολο”. Ήταν σαν χαμένος». Ο Φραντζής παρέμεινε στη φυλακή δεκαοκτώ χρόνια και στις 20 Οκτωβρίου του 2005 αποφυλακίστηκε. «Η τελευταία φορά που τον είδα ήταν πριν από χρόνια σε μια εξέγερση των φυλακών στην Κέρκυρα. Έχω μάθει από το περιβάλλον του πως έχει ενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο».

Δείτε ακόμη: «Γι’ αυτό σκότωσα την μάνα μου» – Σοκάρει ο 22χρονος μητροκτόνος από το Αγρίνιο!

Κώστας Ταχτσής
Το ανεξιχνίαστο έγκλημα

Είναι Αύγουστος του 1988. Για δύο μέρες η Ελπίδα Αρτέμη τηλεφωνεί στον αδελφό της, το συγγραφέα Κώστα Ταχτσή. Εκείνος, όμως, δεν απαντά, με αποτέλεσμα να πάει από το σπίτι του στον Κολωνό για να δει τι συμβαίνει. Ανοίγει με τα κλειδιά που της έχει δώσει ο Ταχτσής. Το εσωτερικό του σπιτιού αναστατωμένο, σαν να έχουν μπει κλέφτες. Όταν φτάνει στο υπνοδωμάτιο, τον βλέπει γυμνό στο κρεβάτι και, όταν διαπιστώνει πως είναι νεκρός, τηλεφωνεί έντρομη στην αστυνομία. «Όταν έφτασα στο σπίτι της οδού Τιρνάβου, μπήκα μέσα και είδα τον Ταχτσή γυμνό, γυρισμένο στη δεξιά πλευρά, με ίχνη αίματος στο πρόσωπο. Στην ντουλάπα του ήταν κρεμασμένα γυναικεία ρούχα, αλλά και περούκες. Ο ιατροδικαστής Μπάμπης Σταμούλης μου είπε πως τον στραγγάλισαν με τα χέρια» περιγράφει ο Πάνος Σόμπολος. Το συγκεκριμένο έγκλημα δεν εξιχνιάστηκε ποτέ, καθώς ο συγγραφέας (που δεν έκρυψε ποτέ την ομοφυλοφιλία του) άγρευε εφήμερους συντρόφους σε στέκια αγοραίου έρωτα, οπότε οι αρχές δυσκολεύτηκαν να επικεντρώσουν κάπου τις έρευνες. «Το έγκλημα του Ταχτσή είχε συγκλονίσει την κοινή γνώμη, καθώς ήταν ένας αναγνωρίσιμος συγγραφέας με ιδιόρρυθμη προσωπικότητα. Ταυτόχρονα, όμως, ήταν δύσκολο να εξιχνιαστεί αυτό το έγκλημα, διότι η αστυνομία δεν ήξερε πού να επικεντρώσει τις έρευνες. Ο Ταχτσής δεν είχε μόνιμο εραστή. Όσοι γείτονες τον είδαν για τελευταία φορά τόνισαν πως ο συγγραφέας μέσα σε μια μέρα έφτασε στο σπίτι με τρεις διαφορετικούς άντρες. Ο τελευταίος μάλιστα είχε μουστάκι και ήταν καλοντυμένος. Σε αυτόν επικεντρώθηκαν οι έρευνες, αλλά ο ένοχος δεν βρέθηκε ποτέ. Αυτό που θυμάμαι έντονα είναι η ομιλία της Μελίνας Μερκούρη, η οποία τότε ήταν υπουργός Πολιτισμού, στην κηδεία του».

 και μετά την έψαχνε στη Νικολούλη

Η Κική Κούσογλου ήταν ένα πανέμορφο κορίτσι, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Βέροια. Σε ηλικία 15 χρόνων, θα γνωρίσει τον κατά τρία χρόνια μεγαλύτερό της, Δάνο Μουρατίδη. Οι δυο τους θα ερωτευτούν παράφορα και θα ξεκινήσουν μια έντονη σχέση που, εκτός από πάθος, θα έχει και συχνούς καβγάδες. Την Κυριακή 19 Απριλίου του 2015 θα χαθούν τα ίχνη της, ενώ δύο μέρες μετά, η μητέρα της θα δηλώσει την εξαφάνιση της 20χρονης κοπέλας στην αστυνομία. Εκείνος βγαίνει στις τηλεοράσεις και κάνει έκκληση για να τη βρει. Μάλιστα η Αγγελική Νικολούλη, που εκείνη την περίοδο παρουσίαζε την εκπομπή Φως στο Τούνελ στον τηλεοπτικό σταθμό Alter, παίζει ενεργό ρόλο στη διαλεύκανση της συγκεκριμένης υπόθεσης. Οι κάμερες μαρτυρούν το άγχος του Δάνου. Τα χέρια του, αλλά και οι μασχάλες του είναι συνεχώς ιδρωμένες. Πολλές φορές μιλάει απότομα, ακόμα και στην ίδια την Αγγελική. Η δημοσιογράφος θα ανακαλύψει και ένα ημερολόγιο, όπου η Κική έδειχνε να ασφυκτιά μέσα στη σχέση της. Παρότι περνούν τέσσερις μήνες που η Κική δεν έχει δώσει σημεία ζωής, εκείνος επιμένει πως ζει και υποστηρίζει πως εξαφανίστηκε. «Ο Δάνος έβγαινε στην τηλεόραση και παρίστανε το θλιμμένο και τον πονεμένο. Αυτό είναι ένα σύστημα που έχω δει πολλές φορές σε εγκλήματα: Ο δράστης να υποδύεται τον απελπισμένο» εξηγεί ο Πάνος Σόμπολος. Τέσσερις μήνες μετά την υποτιθέμενη εξαφάνιση και πέφτοντας συνέχεια σε αντιφάσεις, ο δράστης ομολογεί πως έπνιξε την Κική και υποδεικνύει στις αρχές το σημείο, όπου μαζί με τον ξάδελφό του την είχαν θάψει. «Το πτώμα το είχε θάψει στην περιοχή Φράγμα Ασωμάτων. Όταν έγινε η εκταφή, ήμουν εκεί και η σορός της άτυχης κοπέλας ήταν σε προχωρημένη σήψη. Όσοι τη γνώρισαν μιλούσαν για μια καλλονή που έφυγε άδικα». Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Δάνος Μουρατίδης σχετικά πρόσφατα πήρε άδεια από τις φυλακές, ενώ συνεχίζει να εκτίει την ποινή του.

Αρχιμανδρίτης Άνθιμος Ελευθεριάδης
Πυροβόλησε σχεδόν εξ επαφής τον επίγειο θεό της

Ήταν μόλις 34 ετών όταν η Κάτια Γιαννακοπούλου γνώρισε τον Αρχιμανδρίτη. Ο Άνθιμος Ελευθεριάδης εκείνη την εποχή ιερουργούσε στην εκκλησία της Παναγίτσας, στο Παλαιό Φάληρο. Ανάμεσά τους δημιουργείται ένα ανεξήγητο δέσιμο. Μιλούσαν με τις ώρες για την Εκκλησία και, όταν έκαναν έρωτα, της έλεγε πως «είμαστε άνθρωποι και ως άνθρωποι έχουμε ανθρώπινες αδυναμίες». Από την πλευρά της, δεν μπορούσε να βάλει φρένο σε αυτό που ένιωθε. «Θόλωσε το μυαλό μου. Μετανιώνω για ό,τι έκανα. Τον είχα πιστέψει σαν επίγειο θεό» είπε στον Πάνο Σόμπολο, όταν εκείνος τη συνάντησε στην Ασφάλεια μετά τη σύλληψή της. Από το 1989, που γνωρίστηκαν, μέχρι και το 1994, όταν εκείνος πήρε μετάθεση για την Αγγλία, όλα έδειχναν να κυλούν ομαλά. Βέβαια, η Κάτια ήταν παντρεμένη και είχε ένα παιδί, οπότε η σχέση με τον ιερωμένο φαινόταν ούτως ή άλλως πως θα έχει ημερομηνία λήξης. Μόλις ο Άνθιμος έφυγε για την Αγγλία, της ζήτησε να χωρίσουν. Τότε ήρθε η αρχή του τέλους. «Την άφησε ο μακαρίτης ο Άνθιμος και αυτό ήταν κάτι που η Κάτια δεν άντεξε. Το πρωί της 22ας Ιουλίου του 1997 τον πυροβόλησε επτά φορές πισώπλατα, την ώρα που έμπαινε στο αυτοκίνητό του, το οποίο είχε σταθμεύσει έξω από το σπίτι του, στη Νέα Σμύρνη. Εκείνος σωριάστηκε στην άσφαλτο. Το όπλο το είχε προμηθευτεί από έναν άγνωστο στην Ομόνοια, ο οποίος της είχε γράψει ακόμα και οδηγίες για το πώς θα το χρησιμοποιήσει» λέει ο δημοσιογράφος στο People. Οι αυτόπτες μάρτυρες την αναγνώρισαν και από εκεί και πέρα ξεκίνησαν οι διαδικασίες εντοπισμού. «Μετά το φονικό πήρε το αυτοκίνητό της και άρχισε να περιφέρεται στις γύρω περιοχές. Κατόπιν άφησε το αυτοκίνητο και πήρε ταξί. Πήγε στην Ομόνοια, αγόρασε ένα ποδήλατο και συνέχισε να περιφέρεται στην Αττική. Η επόμενη μέρα τη βρήκε στη Μονή της Παναγίας Γοργοεπηκόου, στη Μάνδρα Αττικής, όπου μια μοναχή την είδε και ειδοποίησε την αστυνομία» περιγράφει ο Πάνος Σόμπολος. Η Κάτια Γιαννακοπούλου καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη και αποφυλακίστηκε το 2013. Αυτό που έκανε σε όλους εντύπωση είναι πως ο σύζυγός της ήταν δίπλα της από το πρώτο λεπτό.

Τζούλι Σκάλι
Ένα top model νεκρό στη βαλίτσα

Η αρχή της συγκεκριμένης ιστορίας θα μπορούσε κάλλιστα να θυμίζει κινηματογραφικόblockbuster. Νοέμβριος του 1997. Πάνω στο κρουαζιερόπλοιο Galaxy της οικογένειας Χανδρή, δίπλα σε ένα νησάκι της Καραϊβικής, γεννιέται ένας θυελλώδης έρωτας. Η έλξη ανάμεσα στον τρίτο μηχανικό του εμπορικού ναυτικού Γιώργο Σκιαδόπουλο και την Αμερικανίδα top modelΤζούλι-Μαρί Σκάλι είναι σχεδόν ακαριαία. «Εκείνη βρίσκεται στο πλοίο με τον άντρα της, Τίμοθι Νιστ, αλλά ο ενθουσιασμός της για τον 22άχρονο άντρα έχει μονοπωλήσει το ενδιαφέρον της. Μάλιστα τρεις μήνες μετά, πείθει το σύζυγό της να ξανακάνουν την ίδια ακριβώς κρουαζιέρα, ώστε να βρεθεί ξανά κοντά στον Γιώργο» μου λέει ο Πάνος Σόμπολος. Πολύ σύντομα η Τζούλι χωρίζει με το σύζυγό της, δίνει την κηδεμονία της 3χρονης κόρης τους σε εκείνον και αποφασίζει να μετακομίσει από την Αμερική στην Ελλάδα. «Ο Σκιαδόπουλος παραιτήθηκε από το εμπορικό ναυτικό και σκέφτηκε να εργαστεί ως ταξιτζής στην Καβάλα, προκειμένου να βρίσκεται συνέχεια με την Τζούλι. Εκείνη πάλι μελαγχολεί, καθώς της λείπει πολύ η μικρή. Η αλήθεια ήταν πως στην Αμερική η Τζούλι είχε μάθει σε διαφορετικό τρόπο ζωής. Ήταν αλλιώς μαθημένη και η ζωή σε μια επαρχιακή πόλη άρχισε να της φαίνεται δυσβάσταχτη» λέει ο Πάνος Σόμπολος. Μόλις δεκατέσσερις μήνες μετά τη γνωριμία τους, το τέλος αυτής της σχέσης θα γραφτεί με αίμα. Στη διαδρομή από την Καβάλα προς την Αθήνα, το ζευγάρι θα διαπληκτιστεί έντονα. «Ήταν ένα φρικιαστικό έγκλημα, που έλαβε χώρα σε μια ελώδη περιοχή, στο πλάι της εθνικής οδού Καβάλας – Θεσσαλονίκης. Τη στραγγάλισε μέσα στο αυτοκίνητο. Το μόνο που κατάφερε να ψελλίσει η Σκάλι ήταν “Τι πας να κάνεις;”. Μέσα σε λίγα λεπτά ήταν νεκρή στο κάθισμα του συνοδηγού. Αρχικά ο Σκιαδόπουλος επιχείρησε να την κάψει με βενζίνη, αλλά δεν τα κατάφερε. Εν συνεχεία, πήγε στην Καβάλα, όπου και πήρε μια μεγάλη βαλίτσα και ένα σιδηροπρίονο από το σπίτι της γιαγιάς του, επέστρεψε στην εθνική και έκοψε το κεφάλι της Σκάλι. Τη βαλίτσα με το ακέφαλο πτώμα πέταξε στην ελώδη περιοχή, ενώ το κεφάλι της στη θάλασσα» περιγράφει ο δημοσιογράφος. Στη συνέχεια ο Σκιαδόπουλος έστησε μια φανταστική ιστορία, ότι δήθεν η Τζούλι εξαφανίστηκε στο κέντρο της Αθήνας. Οι αστυνομικοί, όμως, τον υποπτεύτηκαν επειδή έπεφτε συνεχώς σε αντιφάσεις, τον στρίμωξαν και ύστερα από δεκαοκτώ μέρες ομολόγησε το έγκλημά του. «Ήμουν στο νεκροτομείο όταν την έφεραν. Η εικόνα του ακέφαλου μισοκαμένου πτώματος της Σκάλι ήταν ανατριχιαστική. Δεν έχω αντικρίσει ποτέ στην καριέρα μου κάτι παρόμοιο. Τη σορό παρέλαβε ο πρώην άντρας της και, παρότι δύτες έψαχναν για το κεφάλι της στη θάλασσα της Καβάλας, αυτό δεν βρέθηκε ποτέ». Ο Σκιαδόπουλος έχει αποφυλακιστεί και, σύμφωνα με πληροφορίες του Πάνου Σόμπολου, διατηρεί στεγνοκαθαριστήριο στην Κομοτηνή.

Νίκος Σεργιανόπουλος
Η τελευταία νύχτα στο Παγκράτι

«Ήταν 7.40 το πρωί της Κυριακής 8 Ιουνίου του 2008, όταν πληροφορήθηκα τη δολοφονία και πήγα αμέσως στην οδό Μετεώρων, στο Παγκράτι, με το συνεργείο του Mega, ώστε να μεταδώσω την έκτακτη αυτή είδηση. Όταν ανέβηκα στο σπίτι, είδα τον Νίκο Σεργιανόπουλο σε ύπτια θέση, με τα γόνατα ελαφρώς λυγισμένα. Ήταν κατασφαγμένος, γυμνός, με αίματα στο πρόσωπο, μέσα σε μια λίμνη αίματος. Το σπίτι ήταν άνω κάτω και η οικιακή βοηθός, που ανακάλυψε πρώτη το πτώμα, ήταν σε κακό χάλι» περιγράφει ο δημοσιογράφος. Αν και πολλοί τότε πίστευαν πως το συγκεκριμένο έγκλημα ήταν δύσκολο να εξιχνιαστεί λόγω της ιδιόρρυθμης προσωπικής ζωής του θύματος, η αστυνομία κατάφερε να εντοπίσει και να συλλάβει το δράστη, David Murtikneli, γεωργιανής καταγωγής. «Η περίπτωση του Σεργιανόπουλου ξύπνησε μνήμες από την υπόθεση Ταχτσή. Είναι από τα σπάνια εγκλήματα τέτοιου είδους που εξιχνιάστηκαν» τονίζει. Ο Σεργιανόπουλος γνώρισε τον Murtikneli στην πλατεία Βικτωρίας. Ο Γεωργιανός ισχυρίστηκε πως ο ηθοποιός τού είπε να πάνε στο σπίτι για να κάνουν χρήση ναρκωτικών και να συνευρεθούν με γυναίκες που θα έρχονταν εκεί. Πράγματι πήγαν και, σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία του δράστη, ο Σεργιανόπουλος πήρε ένα μαχαίρι από την κουζίνα και ζήτησε από τον Murtikneli να συνευρεθούν και να έχει εκείνος τον παθητικό ρόλο. Τότε ο Γεωργιανός βγήκε εκτός εαυτού, πάλεψαν, του απέσπασε το μαχαίρι και τον μαχαίρωσε πάνω από 21 φορές στο λαιμό, την καρδιά και τους πνεύμονες. Ενώ αρχικά καταδικάστηκε σε είκοσι χρόνια κάθειρξης, στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, που έγινε τον Ιούνιο του 2013, καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη χωρίς κανένα ελαφρυντικό.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ: Τα οικογενειακά εγκλήματα που συγκλόνισαν το Πανελλήνιο! Τους στέρησαν την ζωή οι δικοί τους άνθρωποι… (VIDEOS)

loading...