«ΣΚΟΤΩΝΟΝΤΑΣ» ΤΟΝ ΛΑΚΗ…
Είναι 16 χρόνων, μαθητής της β΄ λυκείου και αποφασισμένος να γίνει ηθοποιός. Διαβάζει σε μια αγγελία ότι το στούντιο ΑΤΑ ψάχνει νέα ταλέντα. Οι γονείς του αρνούνται να τον αφήσουν να συμμετάσχει στην οντισιόν, εκείνος όμως το σκάει από το σχολείο και πηγαίνει. Θα δικαιωθεί. Κερδίζει τον ρόλο στο σίριαλ «Οι φρουροί της Αχαΐας» και παίζει δίπλα στη Μιμή Ντενίση. Οι κακές γλώσσες στέκονται στην πρώτη του φορά. Λένε πως εκείνη η πρώτη συνεργασία καθόρισε την υποκριτική του δεινότητα, με τη γνωστή ηθοποιό να τον επηρεάζει στις μετέπειτα ερμηνείες του.

Το σκασιαρχείο δείχνει πως ήταν ανήσυχο παιδί. Οχι μόνο αυτό. Ηταν κακός μαθητής, αλλά άριστος στην έκθεση, παρά τις ανορθογραφίες του. Οι εκθέσεις ήταν το πρώτο πεδίο στο οποίο αφέθηκε ελεύθερη η οργιώδης φαντασία του, την οποία αργότερα διοχέτευσε στη συγγραφή σεναρίων. Οι ανορθογραφίες συνεχίστηκαν. Αυτή τη φορά δεν αφορούσαν τη γραμματική, αλλά τη σεναριακή λογική. Στο πανελλήνιο θα γίνει γνωστός μέσα από τη συμμετοχή του στους «Δέκα μικρούς Μήτσους». Ο Λάκης Λαζόπουλος θα τον ανακαλύψει και θα τον αξιοποιήσει. Οι γονείς του, βέβαια, επέμεναν να συνεχίσει τις σπουδές του και έτσι ο Χριστόφορος μετέβη στις ΗΠΑ για σπουδές σεναριογραφίας στη Δραματική Σχολή της Βοστώνης. Η παραμονή του εκεί διήρκεσε μόλις μία εβδομάδα, ένιωθε εκτός του περιβάλλοντός του και επέστρεψε γρήγορα στη σιγουριά της Αθήνας. Ενας νέος ζεν πρεμιέ γύρισε στα πάτρια εδάφη για να αναδειχθεί.

Η πρώτη μεγάλη τηλεοπτική επιτυχία του ήρθε το 1999 με τη σειρά «Η ζωή μας μια βόλτα», ενώ εκεί πραγματοποίησε και το ντεμπούτο του ως σεναριογράφος. Θα ακολουθήσει το «Να με προσέχεις», ενώ στο «Κλείσε τα μάτια» θα αναλάβει και καθήκοντα σκηνοθέτη. Ο νεολογισμός «Παπακαλιατιάδα» καθιερώνεται ως χαρακτηρισμός δραματικών κλισέ ερωτικών ιστοριών σε πολυτελές περιβάλλον απόγνωσης.

Είναι, πάντως, αυτοδημιούργητος. Παρά το γεγονός ότι κατάγεται από ιδιαίτερα ευκατάστατη οικογένεια, αυτός δεν επαναπαύτηκε στα χρήματα του πατέρα του και έχτισε τη δική του διαδρομή «σκοτώνοντας» και το φάντασμα του καλλιτεχνικού του πατέρα Λάκη Λαζόπουλου. Και κατάφερε το παράδοξο: ηθοποιοί πολύ καλύτεροι από τον ίδιο «σκοτώνουν» για έναν ρόλο στις δουλειές του. Είναι επίσης ευγενής και, όσο και να μη φαίνεται από την τηλεοπτική περσόνα του, σεμνός στις δημόσιες επαφές του.

Πρόκειται πραγματικά για έναν γνήσιο τηλεοπτικό αστέρα. Οι έρωτές του, συνήθως μάλιστα με τις εκάστοτε συμπρωταγωνίστριές του, έγιναν γνωστοί από την κίτρινη ενημέρωση. Ωστόσο, ο Χριστόφορος βρίσκεται πάνω από όλα αυτά. Φοράει τα σκούρα μαύρα γυαλιά του ακόμη και όταν βρέχει και μηχανεύεται ακόμη πιο πολύπλοκα τρίγωνα για να πρωταγωνιστήσει ως ιδανικός και συνάμα ανάξιος εραστής. Ενας πραγματικός λάτρης της εικόνας. Της δικής του εικόνας.

 

… ΓΙΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΦΩΣΚΟΛΟΥ

«Είναι πολύ εύκολο να κατηγορείς κάποιον ότι κλέβει. να σας ρωτήσω, όμως, κάτι: Από πότε το κλέψιμο στην τέχνη είναι παράπτωμα;» είχε δηλώσει σε συνέντευξή του στο «Βήμα» ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης. Πράγματι, δεν έχει τόση σημασία αν το «4» εμφανίζει κάποιες (υπερβολικές, για την ακρίβεια) ομοιότητες με την ξένη σειρά «Βrothers & Sisters» ή αν κάποιες σκηνές από άλλα σίριαλ έχουν μεταφερθεί με ιερόσυλη ακρίβεια από τα «Φιλαράκια». Σημασία έχει ότι συνολικά οι δουλειές του Χριστόφορου Παπακαλιάτη χαρακτηρίζονται από αφόρητα κλισέ, εφηβικό μελοδραματισμό και ανόητο στόμφο. Ακόμη και το φιλί μεταξύ των δύο ανδρών που προκάλεσε το πρόστιμο του ΕΣΡ προ δεκαετίαςμοιάζει με αντιγραφή από εγχειρίδιο σαπουνόπερας, ένα manual το οποίο ο Παπακαλιάτης υπηρετεί πιστά.

Οι κακές γλώσσες έσπευσαν να του αποδώσουν τον τίτλο «νέος Φώσκολος» λαμβάνοντας υπόψη τα ευφάνταστα σενάριά του, στα οποία επιστρατεύονται μέχρι και ψυχωτικοί δολοφόνοι. Αυτός ο χαρακτηρισμός, όμως, περιέχει έναν βαθμό αδικίας, καθώς οι παραγωγές του Παπακαλιάτη είναι σπάνιες για τη μίζερη ελληνική πραγματικότητα.

Ωραίες μουσικές και πολυτελή σπίτια βγαλμένα από ιλουστρασιόν περιοδικά διακόσμησης, με τους ήρωες να ταλανίζονται από ανείπωτα δράματα, είναι το σήμα κατατεθέν του. Οσο άψογο είναι το περιτύλιγμα, όμως, τόσο το περιεχόμενο πάσχει και ο Παπακαλιάτης μοιάζει με έναν εγωμανή έφηβο που κοιτάζει έκθαμβος την όμορφη αντανάκλασή του στη μικρή οθόνη. Ως νάρκισσος, βυθίζεται σε αυτή και πνίγεται στα σκοτεινά νερά του αδιάφορου.

Διαθέτει, λοιπόν, ταλέντο και τελειομανία παραγωγού και όχι δημιουργού. Γι’ αυτό τα έργα του μοιάζουν περισσότερο με διασκευές ξένων και όχι με πρωτότυπες δημιουργίες. Πρόκειται, όμως, για πολύ καλές διασκευές. Ο Παπακαλιάτης θα ήταν πολύ καλός παραγωγός για έναν εμπνευσμένο νέο σκηνοθέτη και σεναριογράφο. Δυστυχώς, όμως, θύμα της φιλοδοξίας του, αποφασίζει να τα κάνει όλα.

Ο εγκλωβισμός στην εικόνα του ίσως εξηγεί και το γεγονός ότι στο ενεργητικό του δεν μετρά πολλές θεατρικές παραστάσεις. Η αμεσότητα του θεάτρου, το οποίο ξεγυμνώνει τον ηθοποιό, δεν χωράει στο δραματουργικό σύμπαν του Χριστόφορου, εκτός βέβαια αν πρόκειται για στομφώδεις παραστάσεις, όπως το «Amadeus», που υπηρετούν την όχι και τόσο καλά κρυμμένη μεγαλομανία του.

Σε λίγες ημέρες επιστρέφει με το πρώτο κινηματογραφικό του εγχείρημα, την ταινία «Αν…». Το τρέιλερ, το οποίο ήδη προβάλλεται στους κινηματογράφους, δεν εκπλήσσει. Αντίθετα, διέπεται από τη λεγόμενη παπακαλιάτεια αισθητική. Βέβαια, δεν θα ήταν δίκαιο να σταθούμε στην επιφάνεια. Ισως, αυτή τη φορά, στα 37 του χρόνια – δεν υπάρχουν πλέον τα ελαφρυντικά του νεαρού της ηλικίας – ο Χριστόφορος ξεπεράσει τις εφηβικές του εμμονές. Του το ευχόμαστε.

tovima.gr/

loading...