Τι κάνεις όταν σου λέει ξαφνικά «Είμαι μπερδεμένος και χρειάζομαι χρόνο»;
Από τη μέρα που τον γνώρισα, κυκλοφορούσα τραγουδώντας με την παράφωνα ψιλή φωνή της ευτυχίας, χαμογελούσα φτιάχνοντας τα μαλλιά μου στα παράθυρα του μετρό, είχα τοιχοκολλήσει τις φωτογραφίες μας σε κάθε επίπεδη επιφάνεια, κάνοντας τους πάντες να αηδιάζουν με τη βλακεία που με έδερνε, διάβαζα μόνο βιβλία με happy end και έκλαιγα για συμπαράσταση στην ομοιοπαθούσα που βρήκε τον πρίγκιπα. Επί τέσσερις μήνες και κάτι ψιλά δε σκέφτηκα ούτε μία φορά πως αυτός ο τόσο διαφορετικός από τους άλλους μπορούσε να μου σκάσει τέτοια κεραμίδα κατακέφαλα, τολμώντας να ξεστομίσει το μοναδικό κλισέ που σιχαίνομαι σχεδόν όσο τις κατσαρίδες.

Την άκουσα κανονικά

Η αλήθεια είναι πως με έπιασε απροετοίμαστη. Τη μια μέρα περνούσαμε τέλεια και την επόμενη μπερδεύτηκε. Και όχι μόνο μπερδεύτηκε, αλλά χρειαζόταν κι ένα διάλειμμα, λίγο χρόνο μακριά μου, για να ξεμπερδευτεί. Πόσο χρόνο; Ε, δεν το ήξερε αυτό, δεν ήξερε τίποτα πια, ήταν μπερδεμένος. Αυτά περίπου μου ανέλυε επί τρεις ώρες ένα πικραμένο σαββατόβραδο, για να μου εξηγήσει τη φάση όπου βρισκόταν, να μην τον παρεξηγήσω, να του συμπαρασταθώ ως άνθρωπος με κατανόηση και να του δώσω τον πολυπόθητο χρόνο του· γιατί, φυσικά, δεν ήθελε και να με χάσει.

Στην αρχή νόμιζα ότι μου έκανε πλάκα. Κακόγουστη μεν, αλλά πλάκα. Δυστυχώς, το μόνο αστείο σε όλη την ιστορία ήταν η φάτσα μου όταν συνειδητοποίησα ότι μιλούσε πολύ σοβαρά. Για λίγο δεν κατάφερα να του απαντήσω, μασουλούσα νευρικά το καλαμάκι του χυμού μου. Σκεφτόμουν όλα αυτά τα αγόρια που τους έχω πει την ίδια μπούρδα για να τους ξεφορτωθώ. Μάλλον είχα επιβαρύνει πολύ το κάρμα μου και τώρα το πλήρωνα. Τώρα, που έπρεπε να χωρίσω ενώ δεν ήθελα με τίποτα. Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να του δώσω πίσω το αγαπημένο του T-shirt, που το είχα κάνει στολή τον τελευταίο καιρό;

Αφού πολτοποίησα εντελώς το καλαμάκι μου, κάτι έπρεπε να πω κι εγώ. Σαν άνθρωπος με κατανόηση, είπα ότι σεβόμουν τη φάση που περνούσε (Θεέ μου, είμαι και πάλι δώδεκα χρόνων και ασχολούμαι με φάσεις), αλλά σαν κορίτσι με νεύρα δεν ήμουν διατεθειμένη να περιμένω πάνω από το τηλέφωνο για ένα αδιευκρίνιστο χρονικό διάστημα μέχρι να ξεμπερδευτεί και να θέλει να είμαστε και πάλι μαζί. Εκεί πάνω ακούστηκαν διάφορα επιχειρήματα από την πλευρά του για το πόσο δεν ήθελε να χωρίσουμε, μερικές φωνές από την πλευρά μου για το πόσο παράλογα ήταν αυτά που μου έλεγε και ένα τελειωτικό μπαμ της πόρτας που έκλεισα πίσω μου (πάντα μου άρεσαν οι θεαματικές έξοδοι). Όχι, δεν έτρεξε πίσω μου, δε μου έστειλε καν ένα sms μετάνοιας το υπόλοιπο βράδυ, που καθόμουν σπίτι υπνωτίζοντας το ταβάνι.

Θέλω τη μαμά μουουουου

Έτσι, απλά την Κυριακή ξύπνησα και πάλι single. Δε με περίμεναν λουλούδια στην πόρτα, δεν υπήρχε μήνυμα στο κινητό μου, δεν το είχε μετανιώσει, πάει τελείωσε, χωρίσαμε. Και τότε ήταν που οι χαριτωμένες πεταλουδίτσες του έρωτα στη βάση του λαιμού μετατράπηκαν σ’ αυτό το άδειασμα του πανικού, αυτό το συναίσθημα ότι σου συμβαίνει κάτι άσχημο, που δεν μπορείς να το ελέγξεις. Η πρώτη κίνηση βέβαια ήταν να τηλεφωνήσω στους φίλους μου. Κανείς δεν έδειξε να συμμερίζεται τον πόνο μου, με συμβούλευαν να αφήσω τους θεατρινισμούς, ένας γκόμενος του τετράμηνου ήταν, ας μην το κάνουμε και θέμα τώρα. Και εξηγούσα, η καημένη, ότι δεν έκλαιγα τον μακαρίτη, αλλά είχα πάθει σοκ για τον τρόπο που χωρίσαμε. Ενώ όλα ήταν τόσο καλά, ενώ είχα αφεθεί και είχα πέσει με τα μούτρα, μου ήρθε η κεραμίδα και δεν μπορούσα να το καταπιώ. Oι πιο σκληροπυρηνικοί φίλοι μου είπαν καλά να πάθω, πόσες φορές πρέπει να φάω τα μούτρα μου για να βάλω μυαλό; Έλα ντε!

Τη Δευτέρα σύρθηκα στη δουλειά με κατεβασμένη προβοσκίδα. Τέρμα τα παράφωνα τραγούδια, τέρμα τα γλυκανάλατα μυθιστορήματα στο μετρό. Αποκαθήλωσα τις φωτογραφίες του από τους τοίχους του γραφείου και έπαιξα όσες πασιέντζες αράχνη μπορούν να χωρέσουν σε μία εργάσιμη μέρα. Κάθε 35 δευτερόλεπτα κοιτούσα το κινητό μου, μήπως και δεν είχα ακούσει το μήνυμα μετάνοιας που ήμουν σίγουρη ότι θα ερχόταν. Κάθε δέκα λεπτά αναρωτιόμουν τι να έκανε, αν με σκεφτόταν καθόλου, αν του έλειπα ήδη. Κάθε μισή ώρα έλεγα σε όποια είχε έστω και ένα αφτί στραμμένο προς το μέρος μου πόσο άδικο ήταν αυτό που είχε γίνει. Κάθε βράδυ φανταζόμουν τη σκηνή της επανασύνδεσής μας, έκανα υποθετικούς διαλόγους στο μυαλό μου και έδινα φωναχτές απαντήσεις στον καθρέφτη.

Επί μία εβδομάδα περίπου έσερνα την προβοσκίδα μου από το γραφείο στο σπίτι, από το σπίτι μου στα σπίτια των φίλων μου, από τα σπίτια των φίλων στα διάφορα μπαράκια όπου με έβγαζαν για να μου φτιάξουν τη διάθεση. Κάπου εκεί βαρέθηκα το σύρσιμο, δε μου πήγαινε και η προβοσκίδα, είπα να αλλάξω κατηγορία και να ξαναγίνω άνθρωπος. Α! μα πια με τις «φάσεις». Εδώ δεν έχω λύσει τα δικά μου υπαρξιακά, θα επιτρέψω να με καταβάλουν τα υπαρξιακά των ξένων;

Παίξατε και χάσατε

Επιτέλους, κατάφερα να επανενταχθώ στην πολιτισμένη κοινωνία. Είχε πονέσει και το χέρι μου από τις πασιέντζες, είχα χάσει και τα απαραίτητα τρία κιλά του χωρισμού, ήταν η πιο κατάλληλη στιγμή να ξαναρχίσω τη φυσιολογική ζωή.

Άλλωστε, αν θέλουμε να δούμε τα πράγματα με αντικειμενική ψυχραιμία, η απόφαση να χωρίσουμε ήταν δική μου. Αν δεν μπορούσα να το αντέξω, ας καθόμουν σαν κότα να δεχτώ τις δικαιολογίες και τα διαλείμματα που μου πρότεινε. Αφού δεν τα δέχτηκα, έπρεπε να μάθω να ζω με τις συνέπειες των θαρραλέων δηλώσεών μου. Γιατί κόντεψα να πάθω όλα αυτά που προσπάθησα να αποφύγω. Του είχα πει ότι δεν ήθελα να κάθομαι και να περιμένω το τηλεφώνημα που θα σηματοδοτούσε το τέλος της μπερδεμένης του περιόδου, αλλά είχα καταλήξει να περιμένω σαν την τρελή ένα τηλεφώνημα όπου θα μου έλεγε πόσο πολύ είχε μετανιώσει. Του είχα πει ότι δεν ήθελα να κάνουμε διαλείμματα στη σχέση μας, αλλά τον περίμενα τόσες μέρες για να τα ξαναβρούμε μετά το χωρισμό. Με λίγα λόγια, ό,τι ταλαιπωρία πήγα να αποφύγω, την είχα υποστεί δεκαπλά, η βλαμμένη.

Αυτή η σκέψη με ξύπνησε. Τον χώρισα για να μην περάσω μαύρες μέρες και είχα ήδη περάσει ένα κατάμαυρο δεκαήμερο. Έβγαλα το T-shirt του, τον κατέταξα στην ομάδα υψηλού κινδύνου για την ψυχική μου υγεία και τον άφησα να περάσει τη φάση του ανενόχλητος. Φυσικά, μόλις πήρα τα πάνω μου, έστειλε κι εκείνο το πολυαναμενόμενο μήνυμα της μετάνοιας. Μόνο που έλειπα σε διακοπές και είχα αφήσει το κινητό στο σπίτι.

Give him a break!

Εντάξει, όλοι μας έχουμε περάσει μια φάση, μόνο που μετά τα 16 δεν την ονοματίζουμε«φάση» και προπαντός δε διώχνουμε τους αγαπημένους μας από δίπλα μας μέχρι να την ξεπεράσουμε. Ό,τι ψυχολογικό ή υπαρξιακό πρόβλημα και αν επικαλεστεί ο καλός σου, το γεγονός παραμένει ένα: δε σε θέλει δίπλα του για κάποιο διάστημα. Oι ενήλικοι λύνουν τα προβλήματά τους μαζί, κι αυτός είναι και ένας από τους λόγους που κάνουμε σχέσεις. Όλοι οι υπόλοιποι μπορούν να μείνουν μόνοι τους, αγκαλιά με τα παιδικά τους αρκουδάκια.

Διάλεξε και πάρε

Αν παρ’ ελπίδα σού λάχει κι εσένα ένας μπερδεμένος, έχεις δύο επιλογές:

Α) Καταπίνεις ό,τι μπούρδα σού σερβίρει, πιστεύεις ακράδαντα ότι αξίζει να τον περιμένεις και περνάς πολύτιμες μέρες (εβδομάδες ή μήνες) από τη ζωή σου περιμένοντάς τον. Σ’ αυτό το διάστημα στην αίθουσα αναμονής θα φας όλα σου τα νύχια, θα βγάλεις σπυράκια από το άγχος, θα υποψιάζεσαι ότι ο λόγος που μπερδεύτηκε είναι κάποια άλλη πιο όμορφη και πιο ξανθιά, θα αποτύχεις σε μία τουλάχιστον εξεταστική, θα πρήζεις τους φίλους σου με τα ίδια και τα ίδια και θα παχύνεις από τις σοκολάτες, αφού θα σταματήσεις να κάνεις και σεξ.

Β)Τον χωρίζεις, γιατί δε δέχεσαι να μπεις στον πάγο για κανέναν. Το πρώτο διάστημα θα στενοχωρηθείς, όμως όταν συνειδητοποιήσεις ότι όλα τελείωσαν οριστικά και αμετάκλητα, θα τον ξεπεράσεις. Και τότε θα αρχίσεις τα μανικιούρ και τους καθαρισμούς, θα πεις στον εαυτό σου πως δεν πρόκειται να βρει καλύτερη από σένα, θα πέσεις με τα μούτρα στο διάβασμα, που το είχες παραμελήσει τόσον καιρό, θα κάνεις νέους φίλους βγαίνοντας και διασκεδάζοντας και θα χάσεις κιλά γιατί θα κάνεις όσο σεξ μπορείς να αντέξεις με το νέο σου φίλο.

cosmopolitan.gr

loading...