Σάββατο, 24 Αυγούστου 2019 | Όροι χρήσης | Επικοινωνία

Προφητεία Γέροντα Παΐσιου: “Όταν δείτε να γίνονται συμφορές στην Ελλάδα, και το κράτος να..."

Ανατριχιαστικό!

Προφητεία Γέροντα Παΐσιου: “Όταν δείτε να γίνονται συμφορές στην Ελλάδα, και το κράτος να...
ΠΑΡΑΞΕΝΑ 21.07.2019 13:50

Ανατριχίλα προκαλεί η προφητεία του Γέροντα Παΐσιου: “Όταν δείτε να γίνονται συμφορές στην Ελλάδα, και το κράτος να..."

Ό Καλός Θεός όλα θα τα οικονομήσει με τον καλύτερο τρόπο, αλλά χρειάζεται πολλή υπομονή και προσοχή, γιατί πολλές φορές, με το να βιάζονται οι άνθρω­ποι να ξεμπλέξουν τα κουβάρια, τα μπλέκουν περισσότερο.

Ό Θεός με υπομονή τα ξεμπλέκει.
Δεν θα πάει πολύ αυτή ή κατάσταση. Θα πάρει σκούπα ό Θεός! Κατά το 1830, επειδή υπήρχε στο Άγιον Όρος πολύς τουρκικός στρατός, για ένα διάστημα δεν είχε μείνει στην Μονή Ιβή­ρων κανένας μοναχός. Είχαν φύγει οι Πατέρες, άλλοι με τα άγια Λείψανα, άλλοι για να βοηθήσουν στην Επανά­σταση. Ερχόταν στο μοναστήρι μόνον ένας μοναχός από μακριά πού άναβε τα κανδήλια και σκούπιζε.

Ανατριχιαστικό! Η προφητεία της τυφλής «Πυθίας»! Οι σκοτεινές προφητείες της για το 2019!

Μέσα και έξω από το μοναστήρι ήταν τουρκικός στρατός, και αυτός ό καημένος σκούπιζε και έλεγε: «Παναγία μου, τι θα γίνει μ’ αυτήν την κατάσταση;». Μία φορά πού προσευχόταν με πόνο στην Παναγία, βλέπει να τον πλησιάζει μία γυναίκα – ήταν ή Παναγία – πού έλαμπε και το πρόσωπο της ακτινοβολούσε.

Τού παίρνει την σκούπα από το χέρι και τού λέει: «Εσύ δεν ξέρεις να σκουπίζεις καλά· εγώ θα σκουπίσω». Και άρχισε να σκουπίζει. Υστέρα εξαφανίστηκε μέσα στο Ιερό. Σε τρεις μέρες έφυγαν όλοι οι Τούρκοι! Τους έδιωξε ή Παναγία.

Ό Θεός άτι δεν είναι σωστό θα το πετάξει πέρα, όπως το μάτι πετάει το σκουπιδάκι. Δουλεύει ό διάβολος, άλλα δουλεύει και ό Θεός και αξιοποιεί το κακό, ώστε να πρό­κυψη από αυτό καλό. Σπάζουν λ.χ. τα πλακάκια και ό Θεός τα παίρνει και φτιάχνει ωραίο μωσαϊκό.

Γι’ αυτό μή στενοχωρήστε καθόλου, διότι πάνω από όλα και από όλους είναι ό Θεός, πού κυβερνά τα πάντα και θα καθίσει τον καθέναν στο σκαμνί, για να απολογηθεί για το τι έπραξε, οπότε και θα τον ανταμείψει ανάλογα.
Θα αμειφθούν αυτοί πού θα βοηθήσουν μία κατάσταση και θα τιμωρηθεί αυτός πού κάνει το κακό. Τελικά ό Θεός θα βάλει τα πράγματα στην θέση τους, αλλά ό καθένας μας θα δώσει λόγο για το τι έκανε σ’ αυτά τα δύσκολα χρόνια με την προσευχή, με την καλοσύνη.

Σήμερα προσπαθούν να γκρεμίσουν την πίστη, γι’ αυτό αφαιρούν σιγά-σιγά από καμιά πέτρα, για να σωριαστεί το οικοδόμημα της πίστεως.
Όλοι όμως ευθυνόμαστε για το γκρέμισμα αυτό· όχι μόνον αυτοί πού αφαιρούν τις πέτρες και το γκρεμίζουν, άλλα και όσοι βλέπουμε να γκρεμίζεται και δεν προσπαθούμε να το υπο­στυλώσουμε.

Οποίος σπρώχνει στο κακό τον άλλον θα δώσει λόγο στον Θεό γι’ αυτό. Και ό διπλανός όμως θα δώσει λόγο, γιατί έβλεπε εκείνον να κάνει κακό στον συνάνθρωπο του και δεν αντιδρούσε. Ό κόσμος εύκολα πιστεύει έναν άνθρωπο πού έχει τον τρόπο να πείθει.

– Ό λαός, Γέροντα, είναι σαν θηρίο.

– Εγώ από τα θηρία δεν έχω παράπονο. Βλέπεις, τα ζώα δεν μπορούν να κάνουν μεγάλο κακό, γιατί δεν έχουν μυαλό, ενώ ό άνθρωπος πού φεύγει μακριά από τον Θεό γί­νεται χειρότερος από το μεγαλύτερο θηρίο! Κάνει μεγάλο κακό. Το δυνατό ξίδι γίνεται από το χαλασμένο κρασί. Τα άλλα Τα τεχνητά ξίδια δεν είναι τόσο δυνατά… Πιο φοβερό είναι, όταν ό διάβολος συμμαχήσει με έναν άνθρωπο διεστραμμένο· τότε κάνει διπλό κακό στους άλλους, όπως ό σαρκικός λογισμός, όταν συμμαχήσει με την σάρ­κα, τότε κάνει μεγαλύτερο κακό στην σάρκα. Για να συνεργασθεί ό διάβολος με έναν τέτοιο άνθρωπο, πρέπει αυτός να είναι υπολογίσιμος, να έχει κακή προαίρεση, κακία.

Στην συνέχεια, Θεός φυλάξοι, αυτοί θα φέρουν δυ­σκολίες, θα στριμώξουν ανθρώπους, μοναστήρια. Ή Εκκλησία, ό Μοναχισμός, θα τους κάνη κακό, γιατί θα τους εμπόδιση στα σχέδια τους. Μόνον πνευματικά μπορεί να αντιμετωπισθεί ή σημερινή κατάσταση, όχι κοσμι­κά. Θα σηκωθεί ακόμη λίγη φουρτούνα, θα πετάξει έξω κονσερβοκούτια, σκουπίδια, όλα Τα άχρηστα, και μετά θα ξεκαθαρίσουν Τα πράγματα. Σ’ αυτήν την κατάσταση θα δείτε, άλλοι θα έχουν καθαρό μισθό και άλλοι θα ξο­φλούν χρέη. Θα γίνουν έτσι Τα πράγματα, πού δεν θα στεναχωριέται κανείς για την ταλαιπωρία πού θα περνάνε – δεν θα λέει φυσικά «δόξα σοι ό Θεός».

Πόσο ό Θεός μας αγαπά! Αυτά πού γίνονται σήμερα και αυτά πού σκέφτονται να κάνουν, αν γίνονταν πριν από είκοσι χρόνια πού είχε περισσότερη πνευματική άγνοια ό κόσμος, θα ήταν πολύ δύσκολα. Τώρα ξέρει ό κόσμος· ή Εκκλησία δυνάμωσε. Ό Θεός αγαπάει τον άνθρωπο, το πλάσμα Του, και θα φροντίσει γι’ αυτά πού τού χρειάζονται, φθάνει ό άνθρωπος να πιστεύει και να τηρεί τις εντολές Του.

Γέροντας Παΐσιος: Αδιανόητο! Θα πάθετε πλάκα με το κανονικό όνομα του! Τον βάπτισαν...

Αποκάλυψη τώρα! Θα πάθετε πλάκα με το κανονικό όνομα του Γέροντα Παΐσιου! Πώς τον βάπτισαν; Αδιανόητο και όμως αληθινό!

Ο Παΐσιος ο Αγιορείτης, ορθόδοξος μοναχός, που ανακηρύχθηκε άγιος Αγιορείτης μοναχός, παραμένει ιδιαίτερα δημοφιλής στις μέρες μας. Οι θαυμαστές του όλο και πληθαίνουν και του πιστώνουν θαύματα και προφητείες επί παντός του επιστητού.

Λίγοι όμως ξέρουν το πραγματικό του όνομα, αλλά και το που έζησε.

Ανατριχιαστική προφητεία του Γέροντα Παΐσιου: Ο καρκίνος θα πληθύνει στον κόσμο επειδή...

Το 2015 ανακηρύχθηκε Άγιος της Ορθοδόξου Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.Ο Αρσένιος Εζνεπίδης, όπως ήταν το κοσμικό του όνομα, γεννήθηκε στα Φάρασα της Καππαδοκίας στις 25 Ιουλίου 1924.

Τι γράφει η πλάκα στον τάφο του Αγίου Παϊσίου – Φωτογραφία

Καθημερινά προσκυνητές φτάνουν στον τάφο του σύγχρονου Αγίου, του Γέροντος Παϊσίου, για να τιμήσουν τη μνήμη του. Ο Άγιος Παΐσιος στις 12 Ιουλίου 1994 εκοιμήθη εν Κυρίω και είχε ζητήσει να τοποθετηθεί στον τάφο του μία πλάκα με γραμμένα τα εξής:

Η πλάκα τοποθετήθηκε κατ΄επιθυμίαν του Οσίου Παϊσίου Αγιορείτου στον τάφο του…

Γέροντας Παΐσιος: Αδιανόητο! Θα πάθετε πλάκα με το κανονικό όνομα του! Τον βάπτισαν...

Ο Όσιος πατήρ Παΐσιος ο Αγιορείτης γεννήθηκε από ευλαβείς γονείς, τον Πρόδρομο και την Ευλαμπία Ενζεπίδη, στα Φάρασα της Καππαδοκίας στις 25 Ιουλίου του 1924 μ.Χ., λίγες μέρες πριν από τη φυγή των Φαρασιωτών από την πατρώα γη για την Ελλάδα. Στη βάπτισή του, ο Όσιος Αρσένιος ο Καππαδόκης (βλέπε 10 Νοεμβρίου), ο πλήρης ημερών και αγιότητος βίου κοσμούμενος ιερέας των Φαράσων, τον ονόμασε Αρσένιο, «για να τον αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως χαρακτηριστικά είπε.

Στην Ελλάδα, η οικογένεια του μικρού Αρσενίου εγκαταστάθηκε στην Κόνιτσα της Ηπείρου, όπου ο ίδιος πέρασε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια. Γαλουχούμενος με τις διηγήσεις για το θαυμαστό βίο του Αγίου Αρσενίου, έλεγε ότι θα γίνει μοναχός από την ηλικία των 5 ετών! Και αφού έμαθε να διαβάζει, αγαπημένη του ασχολία υπήρξε η ανἀγνωση των βίων των Αγίων, των οποίων εμιμείτο τους ασκητικούς αγώνες με θερμό ζήλο.

Μετά από τις εγκύκλιες σπουδές του δε θέλησε να συνεχίσει στα γράμματα, αλλά προτίμησε να μιμηθεί το Χριστό και μαθήτευσε στην τέχνη του ξυλουργού, την οποία άσκησε με επιμέλεια και δεξιοσύνη. Στην ηλικία των 15 ετών αξιώθηκε της θέας του Κυρίου, για ένα μόνο φιλότιμο λογισμό, μέσω του οποίου απέκρουσε μία δαιμονική προσβολή του πειρασμού της απιστίας. Από τότε φούντωσε μέσα του ακόμη περισσότερο η φλόγα της αγάπης του Θεού και ο πόθος για τη μοναχική ζωή.

Ακολούθησαν καιροί ταραχής και αναστάτωσης για την Ελλάδα, λόγω της ξένης Κατοχής και του εμφυλίου πολέμου. Ο Όσιος όμως, τόσο ως πολίτης όσο και ως στρατιώτης κατά τη θητεία του (1945 – 1949 μ.Χ.), επέδειξε απαράμιλλο θάρρος και αυτοθυσία. Ήταν πρόθυμος να δώσει κάθε στιγμή και τη ζωή του ακόμα για τη σωτηρία των άλλων. Ευρισκόμενος μάλιστα συχνά μέσα στον καταιγισμό των φονικών πυρών, συνέβη να σώσει με τις θερμές προσευχές του πολλούς στρατιώτες, αλλά να σωθεί και ο ίδιος με τρόπο θαυμαστό.

Επειδή το μεγαλύτερο διάστημα της στρατιωτικής του θητείας το υπηρέτησε με την ειδικότητα του ασυρματιστή, πολλές εκδόσεις αφιερωμένες στη ζωή του Γέροντα τον αναφέρουν ως «Ασυρματιστή του Θεού». Μάλιστα, ο Γέροντας φέροντας ως παράδειγμα την ειδικότητα του στον στρατό, απάντησε σε κάποιον που αμφισβητούσε τη χρησιμότητα της μοναχικής ζωής ότι οι μοναχοί είναι «ασυρματιστές του Θεού», εννοώντας την θερμή τους προσευχή και την έγνοια τους για την υπόλοιπη ανθρωπότητα.

Ύστερα και από αυτές τις περιπέτειες, θέλησε να καταταγεί στο αγγελικό τάγμα των μοναχών, με τα φτερά που δίνει ο θείος έρωτας. Έτσι, μετέβη στο Άγιο Όρος, αναζητώντας έναν οδηγό για τη ζωή της κατά Θεόν ησυχίας. Δεν κατάφερε όμως να εκπληρώσει αμέσως τον πόθο του. Παράλληλα, οι δικοί του βρέθηκαν την ίδια περίοδο σε μεγάλη οικονομική δυσκολία, οπότε τον κάλεσαν να τους βοηθήσει. Έτσι, επέστρεψε στην Κόνιτσα και εργάστηκε ως μαραγκός. Μετά από 3 χρόνια όμως (1953 μ.Χ.), σε ηλικία 29 ετών πλέον, εγκατέλειψε τα πράγματα του κόσμου και επέστρεψε στην Αθωνική Πολιτεία.

Αφού περιήλθε σκήτες και καλύβες, ακολούθησε τελικά τη συμβουλή ενός σεβάσμιου γέροντα και εντάχθηκε στην αδελφότητα της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου, γνωστής τότε για την αυστηρή της τάξη. Εκεί έζησε μέσα στην ολοτελή υπακοή και επιδόθηκε σε υπέρμετρη άσκηση, υπερβάλλοντας σε κόπους για χάρη του Χριστού και των αδελφών του. Έτσι, στις 27 Μαρτίου 1954 μ.Χ. εκάρη μοναχός. Έλαβε ρασοευχή και το όνομα Αβέρκιος. Έχοντας όμως άσβεστο μέσα του τον πόθο για τον ησύχιο και απράγμονα βίο, πήρε την ευλογία του Ηγουμένου και πήγε να μονάσει στην Ιερά Μονή Φιλοθέου, που ήταν τότε σε κατάσταση ιδιόρρυθμη. Εκεί προετοιμάστηκε για τη ζωή του ερημίτη, κάτω από την καθοδήγηση ενός διακριτικού και σοφού γέροντα, του γέροντα Συμεών. Στις 12 Μαρτίου 1956 μ.Χ., εκάρη μικρόσχημος μοναχός και έλαβε το όνομα «Παΐσιος», χάρη στο Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τον β΄, ο οποίος ήταν και συμπατριώτης του.

Τον Αύγουστο του 1958 μ.Χ., υπακούοντας σε θεία βουλή, δεν εγκαταστάθηκε στην έρημο, για την οποία προετοιμαζόταν, αλλά στην κατεστραμμένη Ιερά Μονή της Παναγίας του Στομίου, που βρίσκεται κοντά στην Κόνιτσα. Σε αυτήν έζησε 4 χρόνια, ζώντας ισάγγελο βίο, παλεύοντας με τους πειρασμούς, ευεργετώντας τους ανθρώπους της περιοχής, σώζοντας πολλούς από τις διδασκαλίες των προτεσταντικών ομάδων που δρούσαν εκεί, και ανακαινίζοντας με πολύ μόχθο το Μοναστήρι.

Τo 1962 μ.Χ., όταν και ολοκληρώθηκε το έργο της ανακαίνισης και ο κίνδυνος από τις ετερόδοξες ομάδες εξέλιπε, ο Όσιος παρακαλούσε μέσα στους πειρασμούς, που καθημερινά τον πολιορκούσαν, θερμά το Θεό να του δείξει το δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσει. Έτσι, δέχθηκε ως θεόσταλτη την πρόσκληση κάποιου ιεροδιακόνου να τον συνοδεύσει στο θεοβάδιστο Όρος του Σινά. Πάνω σε κείνον τον άνυδρο και ξερό τόπο, στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης, έζησε επιτέλους αυτό που χρόνια ποθούσε, την προς Θεόν μόνωση.

Αγωνιζόμενος με πολλή ταπείνωση, διαρκή νηστεία, ακατάπαυστη αγρυπνία και αδιάλειπτη προσευχή, κατάφερε να υπερνικήσει τις παγίδες του μισόκαλου εχθρού, και να απολαύσει την ένωση με το Θεό. Γεμάτος από τη χάρη της θείας παρακλήσεως, απολάμβανε την κατά Θεόν ευφρόσυνη μέσα στο καμίνι της απαράκλητης ερήμου. Έγινε μάλιστα ιδιαίτερα αγαπητός στους Βεδουίνους, δίνοντάς τους τρόφιμα με χρήματα από την πώληση στους προσκυνητές ξύλινων σταυρών που έφτιαχνε ο ίδιος.

Δεν θα υπήρχε, έτσι, κανένας λόγος να εγκαταλείψει το στάδιο εκείνο της αρετής, εάν – φεύ! – δεν ενέσκηπτε η σωματική ασθένεια από το τραχύ κλίμα, η οποία τον ανάγκασε να επιστρέψει στην κατά σάρκα πατρίδα του. Επανερχόμενος στο Άγιο Όρος το 1964 μ.Χ., δεν ελάττωσε το πλήθος των ασκητικών αγώνων του, παρά την καταβολή του σώματος, καθώς στο πνεύμα διατηρούσε την πρότερη ζέση του. Ζώντας λοιπόν ως ξένος και παρεπίδημος στη γη, έφτασε να γίνει πολίτης του ουρανού.

Έχοντας, συνεπώς, την πράξη ως την «επίβασιν» της θεωρίας, έφτασε σε υψηλά μέτρα και έγινε κοινωνός θείων μυστηρίων. Εντρύφησε έτσι και στην ωραιότητα του Κυρίου, ενώ επιπλέον έτυχε και της Θεομητορικής ευλογίας. Συνομίλησε με αγίους που εμφανίστηκαν μπροστά του, βίωσε την όραση του Άγγελου Φύλακά του, άκουσε αγγελικούς ύμνους και καταυγάσθηκε από το ουράνιο φως.

Το 1966 μ.Χ. ασθένησε σοβαρά και εισήχθη στο Κέντρο Νοσημάτων Θώρακος Βορείου Ελλάδας (Νοσοκομείο Παπανικολάου). Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, με αποτέλεσμα μερική αφαίρεση των πνευμόνων. Στο διάστημα μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στο Άγιο Όρος φιλοξενήθηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού στη Σουρωτή. Επέστρεψε στο Άγιο Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μ.Χ. μετακινήθηκε στα Κατουνάκια, και συγκεκριμένα στο Λαυρεώτικο κελί του Υπατίου (Βλάχικα).

Στις 12 Αυγούστου 1968 μ.Χ. ο Όσιος Παΐσιος, εισήλθε στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα και μόνασε στο κελί του Τιμίου Σταυρού.

Το 1979 μ.Χ. αφήνει τον Τίμιο Σταυρό και αναζητώντας κελί πηγαίνει στην εγκαταλελειμμένη «Παναγούδα». Εκεί ο Όσιος εργάστηκε σκληρά για να δημιουργήσει ένα κελί με «ομόλογο», όπου και έμεινε μέχρι και το τέλος τη ζωής του. Από την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα πλήθος λαού τον επισκεπτόταν. Ήταν μάλιστα τόσο το πλήθος ώστε να υπάρχουν και ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελί του, ώστε να μην ενοχλούν οι επισκέπτες τους υπολοίπους μοναχούς. Επίσης δεχόταν πάρα πολλές επιστολές. Όπως έλεγε ο γέροντας στενοχωρείτο πολύ, γιατί από τις επιστολές μάθαινε μόνο για διαζύγια και ασθένειες ψυχικές ή σωματικές. Παρά το βεβαρημένο πρόγραμμά του, συνέχιζε την έντονη ασκητική ζωή, σε σημείο να ξεκουράζεται ελάχιστα, 2 με 3 ώρες την ημέρα. Εξακολούθησε όμως να δέχεται και να προσπαθεί να βοηθήσει τους επισκέπτες. Συνήθιζε επίσης να φτιάχνει «σταμπωτά» εικονάκια τα οποία χάριζε στους επισκέπτες σαν ευλογία.

Σε όλη αυτήν την καθημερινή κούραση του γέροντος Παϊσίου έρχονται να προστεθούν και τα προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούσαν. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του οι πόνοι από τις διάφορες αρρώστιες όπως κολίτιδα, η οποία του άφησε μόνιμα δυσπεπτικά, βουβωνοκήλη και κυρίως από τον καρκίνο που του είχε διαγνωσθεί, γίνονταν όλο και περισσότεροι. Παρ’ όλ’ αυτα όμως αυτός ήταν ήρεμος και υπέμενε χωρίς να διαμαρτύρεται καθόλου. Αντιθέτως συνέχιζε να προσεύχεται για όλους.

Μετά το 1993 μ.Χ. παρουσίαζε αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί λέγοντας ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Το Νοέμβριο του ίδιου έτους βγήκε για τελευταία φορά από το Άγιον Όρος και πήγε στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10 Νοεμβρίου). Εκεί έμεινε για λίγες μέρες και ενώ ετοιμαζόταν να φύγει ασθένησε και μεταφέρθηκε στο Θεαγένειο, όπου έγινε διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Θεώρησε τον καρκίνο εκπλήρωση αιτήματός του προς το Θεό και ωφέλιμο για την πνευματική του υγεία. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 μ.Χ. χειρουργήθηκε. Παρότι η ασθένεια δεν έπαυσε, αλλά παρουσίασε μεταστάσεις στους πνεύμονες και στο ήπαρ, ο γέροντας ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιο Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει.

Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί του ανακοίνωσαν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του. Κοιμήθηκε την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994 μ.Χ. και ώρα 11:00 και ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης.

Στις 13 Ιανουαρίου 2015 συνήλθε η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπόλεως και αποφάσισε την κατάταξη του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Δείτε επίσης στο Υouweekly.gr:

Γέροντας Παΐσιος: "Θα διαμελιστεί σε τρία - τέσσερα κομμάτια!" - Η μεγαλύτερη φοβία όλων θα ζωντανέψει!

Ο Γέροντας Παΐσιος ανατριχιάζει: "Το Σάββατο θα..."

Διαβάστε περισσότερες παράξενες ειδήσεις στο Youweekly.gr

Share