Τον φώναζαν καρπαζοεισπράκτορα, (με την καλή έννοια) ή και βασιλιά της φάπας… Κανείς δεν έχει μετρήσει πόσες σφαλιάρες – ήταν αμέτρητες- έχει φάει στις ελληνικές ταινίες που δεν είχε μεν πρωταγωνιστικούς ρόλους, αλλά πάντα έκλεβε την παράσταση. Σε λίγες μέρες και συγκεκριμένα στις 11 Απριλίου, συμπληρώνονται 26 χρόνια από τον θάνατο του Αλέκου Τζανετάκου, ενός χαμογελαστού ηθοποιού που έγραψε την δική του ιστορία στις ελληνικές ταινίες που όλοι αγαπήσαμε.
Αλέκος Τζανετάκος: Τα πέτρινα χρόνια
Γεννήθηκε στις 21 Μαίου 1937 και ήταν παιδί Πόντιων προσφύγων που μεγάλωσε φτωχικά μαζί με τη μητέρα του. Ο πατέρας του Παναγιώτης, με καταγωγή από την Κερασούντα και συγκεκριμένα την Πουλαντζάκη, ήταν τσαγκάρης, ψαράς και αντιστασιακός, μεταξύ άλλων. Η οικογένειά του είχε 5 παιδιά, με τον ίδιο- γεννημένο στα Μανιάτικα του Πειραιά- να είναι το μοναδικό αγόρι. Τα παιδικά του χρόνια σημαδεύτηκαν από μεγάλη φτώχεια, με τον ίδιο να τονίζει, όταν θυμόταν τα νιάτα του, πως: «Κοιμόμασταν στρωματσάδα στην αυλή και από πάνω ένα τεράστιο γιασεμί μοσχοβολούσε καθώς μας έπαιρνε ο ύπνος. Τι ομορφιά, Θεέ μου, σ ’αυτή τη γειτονιά!»

«Έμεινε η μάνα μου χήρα στα είκοσι εννιά της χρόνια, καλλονή ήταν, πολύ όμορφη γυναίκα και έκτοτε, όχι, δεν ξαναπαντρεύτηκε, γιατί είχε πολλές προτάσεις, δεν ξανάβαλε κραγιόν στα χείλη της! Αφιέρωσε τη ζωή της στα παιδιά της, που πάσχισε να τα μεγαλώσει, και θυμάμαι, μού ’λεγε η καημένη: “άκουσε, αγόρι μου. Έκανα τα πάντα για να σας μεγαλώσω, ένα μόνο δεν έκανα, δεν έγινα πόρνη”. Εκεί στα Μανιάτικα ξεκίνησα τη ζωή μου, ο μοναδικός άντρας στην οικογένεια, πώς να ζήσουμε πέντε ορφανά, άρχισα κι εγώ να δουλεύω κάνοντας οποιαδήποτε δουλειά. Σφουγγαρίκι στις αυλές και στα πεζοδρόμια των πλουσίων, δεν ντρεπόμουνα, αλλά ποτέ δεν ζητιάνεψα», είχε πει σε συνεντεύξεις του για τον αγώνα επιβίωσης που έκανε.
Το μέγεθος της κακής οικονομικής κατάστασης στην οποία βρισκόταν το είχε διηγηθεί πολλές φορές στο παρελθόν μέσα από όλες σχεδόν τις συνεντεύξεις του ο Αλέκος Τζανετάκος που έλεγε: «Θυμάμαι τη μάνα μου που μας έκοβε μία μικρή φέτα ψωμί, την έβρεχε και την πασπάλιζε με ζάχαρη ή κάποιες φορές την άλειφε με θρεψίνη και περιμέναμε πότε θα ’ρθει η Κυριακή να φάμε κρέας με μακαρόνια, μετά το κατηχητικό».
Από το χαμαλίκι στο σανίδι…
Τη λύση στο αθεράπευτο, θαρρείς, οικονομικό του πρόβλημα έμελλε να δώσει η Τέχνη. Όταν ο ίδιος βρισκόταν στην εφηβεία είδε τις 2 από τις 4 αδερφές του- τις γνωστές εκείνες την εποχή «Τζάνετ Σίστερς»- Νινή και Κάσυ Τζάνετ όπως ήταν το καλλιτεχνικό τους όνομα, να σημειώνουν αξιόλογη επιτυχία ως μουσικοχορευτικό ντουέτο και αποφάσισε και ο ίδιος, λαμβάνοντας υπόψη και τις απολαβές των συγγενών του, ν’ ακολουθήσει τα βήματά τους. Ο Τζανετάκος επέλεξε να γίνει ηθοποιός και φοίτησε στη Σχολή Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν, πριν «περάσει», μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του, και από την κινηματογραφική σχολή του Λυκούργου Σταυράκου, απ’ όπου αποφοίτησε με άριστα.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 ξεκίνησε τις εμφανίσεις στο θέατρο, ενώ το 1956 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη Μεγάλη Οθόνη, συμμετέχοντας στην κωμωδία του Γρηγόρη Γρηγορίου «Η αρπαγή της Περσεφόνης».
Το 1957 έγινε ευρύτερα γνωστός στο θεατρικό κοινό μέσα από το «Οι δικοί μας άνθρωποι» του θιάσου του Αλέκου Σακελλάριου και του Χρήστου Γιαννακόπουλου, ενώ 4-5 χρόνια αργότερα έφτασε ο καιρός για να εξελιχθεί σε σταρ σχεδόν πρώτου μεγέθους. Η Φίνος Φιλμ του προσέφερε συμβόλαιο συνεργασίας και η παρουσία του σε πασίγνωστες ταινίες όπως «Ο Ηλίας του 16ου» ή το «Μερικοί το προτιμούν κρύο» του έδωσε τη δυνατότητα ν’ αφήσει οριστικά και αμετάκλητα πίσω του την ανέχεια. Η φράση “έχω και κότερο πάμε μια βόλτα” του Κώστα Βουτσά έμεινε στην ιστορία όπως και οι σφαλιάρες που έτρωγε ο Τζανετάκος…
Το «παιδί της φάπας» με την χρυσή καρδιά
Η καριέρα του μπορεί να πήγαινε από το καλό στο καλύτερο, κάποιοι έλεγαν ότι ήταν το αγαπημένο παιδί του Φίνου, αλλά το γεγονός πως ο Φίνος δεν τον χρησιμοποίησε ποτέ σε πρωταγωνιστικό ρόλο τον στενοχωρούσε βαθύτατα. Γι’ αυτό, πήρε την απόφαση να μετακομίσει στην Καραγιάννης-Καρατζόπουλος, όπου και του δόθηκε η ευκαιρία να είναι το πρώτο όνομα την εποχή της βιντεοκασέτας.
Κατά τη διάρκεια της ενεργούς πορείας του στα μεγάλα φώτα έγραψε ιστορία και με την παρουσία του στο «Ο τρελός του Λούνα Παρκ» (1969-1970), όταν και πρωταγωνίστησε στο πλάι του Θανάση Βέγγου, «γράφοντας» μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες στα χρονικά.
Σταδιακά, αηδιασμένος -όπως σχολίασε ο ίδιος- από το star system που αναπτυσσόταν στην Ελλάδα, άρχισε ν’ αποτραβιέται από τη δημοσιότητα, ιδρύοντας το 1985 το δικό του θίασο, με τον οποίον ανέβασε παραστάσεις σε όλη την Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές.
Παρά το γεγονός πως ταυτίστηκε με το χαρακτήρα του «Παιδιού της φάπας» και αυτού του ανεπρόκοπου και χαραμοφάη γιου, τον οποίον καταχέριαζαν ο Βουτσάς, ο Κωνσταντάρας και ο Παπαγιαννόπουλος, αγαπήθηκε παράφορα από το ελληνικό κοινό.
Ποιος έριχνε τις πιο δυνατές σφαλιάρες; Ο Κωνσταντάρας, ο Παπαγιαννόπουλος ή ο Βουτσάς; Σε συνέντευξή του ο Αλέκος Τζανετάκος είχε πει: «Οι καρπαζιές που έτρωγα βροχή στις ταινίες ήταν αληθινές, ο σβέρκος μου το ξέρει! Στην ταινία σφαλιάρες, το ίδιο και στο θέατρο, δύο παραστάσεις, έτρωγα ξύλο από τις έξι… Κάποτε παίζαμε στο θέατρο με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα που μου είχε κουδουνίσει το μυαλό με τη χερούκλα του. Είχε μακρύ χέρι σαν παντόφλα και όταν το σήκωνε για να αμολήσει τον κεραυνό (τη σφαλιάρα), γινότανε σεισμός οκτώ Ρίχτερ και τα μάτια μου έβλεπαν αστράκια στον αέρα».
Μάλιστα, του έλεγε: «Ρε Λάμπρο, δεν μπορείς να βάζεις λιγότερη δύναμη;». «Ρε Λάμπρο, μην τον χτυπάς τόσο δυνατά», του είπε κάποια στιγμή και ο Ρίζος. «Τι λες ρε κοντοστούπη, ένα και καθόλου, κωλοτούμπα, το μέρος του παίρνεις»;
Λάτρης της ταχύτητας και της γυναίκας
Μπορεί στο πανί η καρπαζιά να πήγαινε σύννεφο, στην προσωπική του ζωή όμως ο Αλέκος Τζανετάκος ήταν γυναικάς και καρδιοκατακτητής. Παρόλο που δεν συγκαταλέγεται στους Έλληνες ζεν πρεμιέ, είχε μεγάλη επιτυχία στις γυναίκες.
Όπως έχει εξομολογηθεί στην αυτοβιογραφία του: «Έμεινα κι εγώ μόνος, ανύπαντρος, ένας μοναχικός λύκος που φωνάζω τις νύχτες επάνω στις βουνοκορφές τη μοναξιά μου και τη λύπη μου. Τι έφταιξε που έμεινα μόνος και δεν παντρεύτηκα μέχρι τώρα; Μ’ έφαγε ο έρωτας,έχω κάνει δεκαεπτά αρραβώνες και κανέναν γάμο. Ίσως είναι και το κισμέτ, που λένε οι Άραβες. Είμαι, όμως, καλά, έχω φιλοσοφήσει τη μοναξιά μου και την έχω κάνει φίλη. Είμαι οικονομικά ανεξάρτητος, έχω φτιάξει μια μεγάλη περιουσία και δοξάζω τον Θεό γι’ αυτά που μου έδωσε».
Ο ηθοποιός όπως έλεγαν τότε οι φήμες της εποχής, είχε σχέση με τη Μάρθα Καραγιάννη και τη Σοφία Ρούμπου. Σχέσεις που δεν κατέληξαν, όμως, στα σκαλιά της εκκλησίας. Εκείνος δεν μίλησε ποτέ για αυτές γιατί δεν ήθελε με τίποτα να τις εκθέσει, ήταν πραγματικός τζέντλεμαν.
Ο Αλέκος Τζανετάκος εκτός από τις γυναίκες, ήταν παθιασμένος με τα αυτοκίνητα, τις μηχανές και είχε πολλά μετάλλια στη συλλογή του από αγώνες ταχύτητας. Όπως είπε σε παλαιότερη συνέντευξή του, «δεν πήγαινα για πρωταθλητισμό, αλλά αγαπούσα πολύ τα αυτοκίνητα και ειδικά τη μπορντό Lancia flavia 2000 που είχα «γκόμενά» μου». Ο ηθοποιός δήλωνε πως ήταν ένα από τα δυο αυτοκίνητα που είχε επιμεληθεί ο ίδιος ο Ανιέλι. Σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενά του, το ένα αυτοκίνητο οδηγούσε αυτός και το δεύτερο, ο βασιλιάς Ρενιέ του Μονακό.
Η πρώτη του επαφή με το αυτοκίνητο ήταν ακόμα μαθητής σχολείου, στο πατρικό του σπίτι όταν πήγαν καλεσμένοι ένα ζευγάρι που οδηγούσαν ένα Opel. Ο μικρός Αλέκος μόλις το είδε το ερωτεύτηκε και ενώ οι καλεσμένοι ήταν μέσα και κουβέντιαζαν, εκείνος κατάφερε να ξεγλιστρήσει να κλέψει τα κλειδιά τους και φορώντας την καμπαρντίνα του πατέρα του και μαύρα γυαλιά κατάφερε να μπει μέσα ενώ προσπαθούσε να το βάλει μπροστά για να φύγει. Και έφυγε…
Τα χρόνια πέρασαν και το πάθος του για τα αυτοκίνητα δεν έφυγε ποτέ, αντίθετα έγινε τρέλα… Ο Τζανετάκος έτρεχε σε ράλι και αγαπούσε με πάθος την ταχύτητα. Αν και την πρώτη του φορά ενοχλήθηκε ακούγοντας στην Ανάβαση της Πάρνηθας κάποιους άλλους να λένε: «ρε συ τι θέλει εδώ ο θεατρίνος; Εδώ είναι αντρικά πράγματα δεν είναι για θεατρίνους», δεν το έβαλε κάτω.
Ο Τζανετάκος σιώπησε και προτίμησε να μιλήσει με τις πράξεις του, κερδίζοντας το πρώτο του τρόπαιο και γυρίζοντας προς το μέρος εκείνων που λίγο πριν σχολίαζαν τους είπε χαμογελώντας: «Παιδιά κάτι λέγατε πριν…». Έκτοτε όπως έλεγε ο ηθοποιός ακολούθησαν πολλοί αγώνες αναβάσεις και σιρκουί στην Πάρνηθα, στην Ριτσώνα, στο Τατόι, στους οποίους κατάφερνε να κερδίσει πολλές φορές πολλά κύπελλα. Μάλιστα, έφτασε στο σημείο να συνδυάσει τις δύο μεγάλες του αγάπες – τον κινηματογράφο και το αυτοκίνητο – αφού όπως είχε δηλώσει ο ίδιος σε συνέντευξή του στο «Βήμα» το 1996: «Εγώ ήμουν ο κασκαντέρ για κάθε επικίνδυνη σκηνή με αυτοκίνητο στις ελληνικές ταινίες. Έτρεχα σε αγώνες και ήξερα καλά τα αυτοκίνητα. Φανταστείτε πως όταν ο Φίνος ήθελε να δανείσει τα αυτοκίνητά του για το γύρισμα κάποιας ταινίας, ρωτούσε αν θα είμαι εκεί! Μάλιστα, όταν γύριζα ταινίες μαζί του, με έβαζε να υπογράφω ότι όσο διαρκούν τα γυρίσματα, δεν θα τρέχω σε αγώνες αυτοκινήτων». Δείτε τι έλεγε σε συνέντευξή του:
Το άγνωστο περιστατικό με τις θαυμάστριες
Ένα άγνωστο περιστατικό με τον Αλέκο Τζανετάκο είχε αποκαλύψει ο Λάκης Κομνηνός σε παλαιότερη συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στον Νίκο Χατζηνικολάου και στο «Ενώπιος ενωπίω»… «Εκείνα τα χρόνια τυπώναμε φωτογραφίες και ήταν δαπανηρό το παιχνίδι αυτό με τα αυτόγραφα. Δεν είναι όπως τώρα με τις selfies και όλα τα κορίτσια που θέλουν κάθονται με το κινητό και δεν παίρνουν φωτογραφία ή αυτόγραφο. Ξοδεύτηκαν πολλά χρήματα, πάρα πολλά χρήματα. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν ινδάλματα. Ήταν οι ηθοποιοί του κινηματογράφου, οι οποίοι είχαν μια μαζικότητα ας πούμε, οι ποδοσφαιριστές και λίγο άρχιζαν τότε οι τραγουδιστές. Αυτοί λοιπόν είχαν μπει στο παιχνίδι του κυνηγητού, του ινδάλματος» ανέφερε.
Και συνέχισε: «Και θα σας πω ένα περιστατικό για να το αιτιολογήσω αυτό. Όταν ήμασταν νέοι ηθοποιοί με τον μακαρίτη τον Τζανετάκο, κάναμε πολύ παρέα. Και εξαιρετικός ηθοποιός και στην παρέα. Εκείνη την εποχή οι θίασοι, τα πετυχημένα έργα πήγαιναν στη Θεσσαλονίκη. Ήμασταν μαζί στον θίασο και πηγαίναμε στη Θεσσαλονίκη να συνεχίσουμε τις παραστάσεις. Συμπτωματικά εκείνη την ημέρα, είχαμε ίσα ίσα λεφτά για να πάμε στη Θεσσαλονίκη, όπου θα μας πλήρωναν. Ήταν τσίμα, τσίμα που λέμε. Σταματάμε να βάλουμε βενζίνη με τα τελευταία μας λεφτά, γιατί πηγαίναμε με το αυτοκίνητό του, και πληρώναμε ρεφενέ τα καύσιμα και τα έξοδα. Εκείνη την ώρα σχολάει ένα σχολείο θηλέων και μας παίρνουν χαμπάρι και έγινε εκεί… Μας έσκισαν τα πουκάμισα… Βγάζαμε και υπογράφαμε πάνω στο καπό του αυτοκινήτου τα αυτόγραφα. Οπότε εκεί που υπογράφαμε για να ικανοποιήσουμε τις θαυμάστριες, γυρνάει ο Τζανετάκος και μου λέει ‘ρε συ αν ήξεραν ότι είμαστε με 20 δραχμές στην τσέπη, θα μας ζήταγαν αυτόγραφα;’. Αυτό με σημάδεψε και προσπαθούσα στη ζωή μου αυτό να μην το ξεχάσω» πρόσθεσε.

Πάθη, λάθη και μοναξιά
Από ένα σημείο και μετά εκτός από τις δουλειές του, είχε αρχίσει να αποτραβιέται από καλλιτεχνικές παρέες. Του αρκούσε να τρέχει με τη μηχανή του ή με ένα από τα αυτοκίνητά του. Η μεγάλη του αγάπη ήταν οι τροχοί. «Άλλο χόμπι μου είναι τα γρήγορα αυτοκίνητα και οι μοτοσικλέτες, έχω τέσσερις μοτό και τρία αυτοκίνητα. Λάτρης των πιστολιών, έχω τα καλύτερα πιστόλια και τα ακριβότερα, έχω κι ένα κότερο ιταλικό, ένα Καντιέρι Ραφαέλι με δύο μηχανές, πετρελαιομηχανές, και πηγαίνω πορεία εικοσιπέντε με τριάντα μίλια. Τα καλοκαίρια το γεμίζω με όμορφες κοπελιές και αλωνίζουμε τα νησιά», είχε γράψει στην αυτοβιογραφία του.
Στις 11 Απριλίου του 2000, ο Αλέκος Τζανετάκος έφυγε από την ζωή, σε ηλικία 73 χρονών και πήγε να συναντήσει τους άλλους μεγάλους ηθοποιούς στην γειτονιά των αγγέλων, στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο στην Αθήνα από καρδιακή προσβολή, καθώς αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Ο Αλέκος Τζανετάκος τα τελευταία χρόνια λίγο πριν πεθάνει είχε αποσυρθεί στην ιδιαίτερη πατρίδα του το Διμινιό κοντά στην φύση μαζί με τις αδερφές του. Ζούσε σχεδόν ολομόναχος, μιας και παρά το γεγονός πως είχε κάνει 17 αρραβώνες (όπως έγραψε στην αυτοβιογραφία του), ουδέποτε παντρεύτηκε και δεν έκανε οικογένεια. Φεύγοντας από την ζωή, άφησε μεγάλη περιουσία – διαμερίσματα, κτήματα, αυτοκίνητα – στις αδερφές του, την οποία κληρονόμησαν νόμιμα αφού δεν υπήρχε διαθήκη…
Σε ένα αφιέρωμα της εκπομπής στην ΕΡΤ «Έχει γούστο» με την Μπήλιω Τσουκαλά εκείνος είχε μιλήσει με ενθουσιασμό για τις 250 ταινίες – μαζί με τις βιντεοκασέτες που είχε γυρίσει.
Δες απόσπασμα από την συνέντευξή του:


">
">
">
">
">
">
">