Σε εσένα Μυρτώ που δεν έφυγες απλά από τη ζωή… αλλά σε άφησαν. Σε άφησαν μόνη, παρατημένη και παγωμένη σε μια πλατεία, δίπλα σε σκουπίδια. Σαν να μην ήσουν άνθρωπος. Σαν να μην είχες όνομα, ζωή, όνειρα. Πονάει πολύ, γιατί δεν σε πήρε μόνο η βία. Σε πρόδωσε και η απουσία. Η απουσία των ανθρώπων που θα έπρεπε να σταθούν, που θα έπρεπε να μείνουν. Να φωνάξουν βοήθεια. Να κάνουν κάτι, οτιδήποτε. Αλλά δεν έκαναν.
Και προσπαθώ να καταλάβω… τι σκέφτηκαν αυτά τα ρεμάλια εκείνη τη στιγμή; Πώς γύρισαν την πλάτη και έφυγαν; Πώς άφησαν έναν άνθρωπο πίσω τους, σε αυτή την κατάσταση, και συνέχισαν; Πώς κοιμήθηκαν μετά; Δεν βρίσκω απάντηση. Θέλω να σε φανταστώ αλλιώς. Όχι έτσι όπως σε βρήκαν. Όχι έτσι όπως σε άφησαν. Θέλω να σε φανταστώ να γελάς, να περπατάς, να μιλάς με φίλους, να έχεις σχέδια, όνειρα ενός 19χρονου κοριτσιού. Γιατί αυτό ήσουν, άνθρωπος. Δεν ήσουν μια «είδηση». Δεν ήσουν ένα ακόμα περιστατικό. Και κάπου εδώ νιώθω ντροπή. Ντροπή για όλους μας. Γιατί δεν είναι μόνο αυτοί που σε παράτησαν. Είναι και η κοινωνία που τους έφτιαξε έτσι. Που τους έμαθε να μη νιώθουν. Να μη σταματούν. Να μη μπλέκουν.

Σε τι κόσμο ζούμε που κάποιος προτιμά να φύγει αντί να βοηθήσει; Σε τι κόσμο μεγαλώνουμε παιδιά που δεν έχουν μάθει το αυτονόητο; Ότι όταν βλέπεις έναν άνθρωπο πεσμένο, δεν τον προσπερνάς. Σκύβεις. Μένεις. Κάνεις κάτι. Εσένα δεν έμεινε κανείς. Άγριος θάνατος… Και αυτή η σκέψη δεν αντέχεται. Ξέρεις τι είναι το πιο βαρύ; Όχι μόνο η βία, αλλά η αδιαφορία. Και η αδιαφορία καμιά φορά είναι πιο τρομακτική από τη βία. Γιατί είναι σιωπηλή. Είναι εύκολη. Είναι καθημερινή. Και φοβάμαι ότι έχουμε αρχίσει να τη συνηθίζουμε. Συγγνώμη.
Συγγνώμη που ζεις —ακόμα και μετά τον θάνατό σου— μέσα σε μια κοινωνία που δεν στάθηκε στο ύψος της. Συγγνώμη που κάποιοι σε είδαν και δεν σε είδαν πραγματικά. Συγγνώμη που δεν ήμασταν εκεί, που δεν είμαστε καλύτεροι. Δεν ξέρω αν έχει νόημα να λέγονται αυτά τώρα. Αλλά νιώθω ότι πρέπει. Γιατί αν δεν πονέσουμε πραγματικά, αν δεν θυμώσουμε, αν δεν ταρακουνηθούμε, τότε θα υπάρξουν κι άλλες Μυρτώ. Κι άλλες ιστορίες που θα τελειώνουν με τον ίδιο τρόπο. Μόνες. Σιωπηλές. Άδικες. Δεν θέλω να γίνεις απλά ένα ακόμα όνομα που θα ξεχαστεί για άλλη μια φορά. Θέλω να γίνεις λόγος να αλλάξει κάτι. Να ξυπνήσουμε. Να μάθουμε ξανά να είμαστε άνθρωποι. Να μη φεύγουμε. Να μη γυρνάμε την πλάτη. Να μην αφήνουμε κανέναν πίσω. Γιατί εσένα σε άφησαν. Και αυτό δεν πρέπει να το επιτρέψουμε να ξανασυμβεί.

Αν υπάρχει κάτι που μπορώ να σου υποσχεθώ, έστω και έτσι, είναι αυτό: ότι δεν θα το προσπεράσω. Ότι δεν θα το κάνω «άλλη μια είδηση». Ότι θα το κουβαλάω σαν υπενθύμιση. Ότι σε αυτόν τον κόσμο, το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε… είναι να μένουμε. Να μην φεύγουμε. Να μην αφήνουμε ο ένας τον άλλον να χάνεται μέσα στα σκοτάδια. Καλό σου ταξίδι, Μυρτώ και συγνώμη σε αυτόν τον κόσμο που μεγάλωσες. Και μακάρι εκεί που πας, να υπάρχει περισσότερη ανθρωπιά απ’ όση βρήκες εδώ.


">
">
">
">
">
">
">