16 χρόνια πέρασαν χωρίς την «Βασίλισσα της επιθεώρησης» που έφυγε από την ζωή στις 17 Απριλίου του 2010… Λουσμένη με φως, με μπρίο, τσαγανό και ζωντάνια που δεν θάμπωσαν στα εξήντα και πλέον χρόνια τις καριέρας της, η Άννα Καλουτά ήταν η τελευταία από τους «μεγάλους» του μουσικού θεάτρου.

Μια χειμαρρώδης πρέσβειρα του είδους, που τάχθηκε ψυχή τε και σώματι στην υποκριτική τέχνη διαθέτοντας αυτό το «κάτι», πέρα από το αναμφισβήτητο ταλέντο της. Η ζωή της Άννας Καλουτά, μοιάζει με θεατρικό έργο που γράφτηκε από την ίδια τη ζωή, γεμάτη από μουσική, σκηνές δόξας, αλλά και σιωπηλές στιγμές που κουβαλούσαν το βάρος μιας ολόκληρης εποχής.

Άννα Καλουτά

Μια γυναίκα που δεν υπήρξε απλώς ηθοποιός ή τραγουδίστρια, αλλά σύμβολο μιας Ελλάδας που άλλαζε, που πάλευε να σταθεί όρθια και να βρει τη φωνή της μέσα από την τέχνη.

Άννα Καλουτά: Παιδικά χρόνια από τα ψηλά στα χαμηλά…  

Γεννήθηκε στην Αθήνα, κόρη του ηθοποιού μπουλουκιών και γόη της εποχής Στέφανου Καλουτά και της Κατίνας Γερακουλαίου. Βαπτίστηκε Ειρήνη, όμως όλοι τη φώναζαν Άννα λόγω της ομοιότητας με τη γιαγιά της. Σαν παραμύθι κύλησαν τα παιδικά χρόνια της Άννας και της Μαρίας Καλουτά.

 Το 1919 με την Άννα σε ηλικία μόλις ενός έτους και την αδελφή της Μαρία τριών ετών με την κήρυξη της Μικρασιατικής Εκστρατείας ο πατέρας τους, ηθοποιός Στέφανος Καλουτάς, επιστρατεύτηκε ως έφεδρος αξιωματικός και βρέθηκε στη Σμύρνη να δίνει παραστάσεις για την ψυχαγωγία του ελληνικού στρατού. Η γυναίκα του, η Κατίνα Καλουτά, λόγω οικονομικών δυσκολιών, θεώρησε καλό να τον ακολουθήσει στη Σμύρνη.

Κι έρχεται η Μικρασιατική Καταστροφή. Ο Στέφανος Καλουτάς πιάνεται αιχμάλωτος από τους Τούρκους, αργότερα απελευθερώθηκε και πέθανε από φυματίωση στην Κατοχή, ενώ η Κατίνα χάνει το ένα της κορίτσι, τη Μαρία, πάνω στον πανικό που επικράτησε εκείνες τις μέρες στη Σμύρνη.

Η Άννα Καλουτά σε ταινία

Επιστρέφει στην Αθήνα μόνο με την Άννα κι αρχίζει ο αγώνας για την επιβίωση. Με τη μεσολάβηση του Σωματείου Ηθοποιών παίρνει απ’ το κράτος ένα μικρό βοήθημα, ως γυναίκα αιχμάλωτου αξιωματικού, βολεύεται σε μια καμαρούλα και ξεκινάει την παλιά της τέχνη, να ράβει κεντήματα, νύχτα μέρα με το φως ενός κεριού, γεγονός που ίσως συνετέλεσε στην κατοπινή πρόωρη τύφλωσή της.

Το «μάννα εξ ουρανού» Μαρίκα Κοτοπούλη που τους άλλαξε την ζωή

Κι αρχίζουν οι συμπτώσεις. Στο ίδιο σπίτι μένει ένας ηθοποιός, ο Κώστας Πομώνης. Μια μέρα ο Πομώνης βλέποντας τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης της Κατίνας Καλουτά, αποφασίζει να την συστήσει στην Μαρίκα Κοτοπούλη, με την οποία συνεργαζόταν. Γνώριζε ο Πομώνης την ευκολία με την οποία βοηθούσε η Κοτοπούλη άτομα που είχαν ανάγκη για βοήθεια. Η Μαρίκα Κοτοπούλη ως “μάννα εξ ουρανού” αλλά και η οικογένεια Μυράτ συμπόνεσαν την άτυχη γυναίκα και πρόσφεραν στοργή και αγάπη τόσο στην ίδια όσο και στην κόρη της.

Δεύτερη σύμπτωση: Ένας άλλος ηθοποιός, φίλος του Στέφανου Καλουτά, ονόματι Φραγκόπουλος, ενώ βρίσκεται στη Χίο, ανακαλύπτει εκεί το χαμένο παιδί, την Μαρία! Την είχε σώσει απ’ την καταστροφή ένας Έλληνας φαντάρος και την είχε φέρει στη Χίο όπου την πούλησε (!) για 300 δραχμές σε ένα άτεκνο ζευγάρι, πρόσφυγες από τη Σμύρνη. Αμέσως ο Φραγκόπουλος στέλνει τηλεγράφημα στο Σωματείο Ηθοποιών στην Αθήνα, στο οποίο γράφει πως βρήκε την κόρη του Καλουτά. Το Σωματείο ειδοποιεί την Κοτοπούλη κι αυτή λέει τα ευχάριστα στην Κατίνα Καλουτά. Η επιστροφή της Μαρίας όμως, δε θα είναι εύκολη υπόθεση καθώς η Κατίνα Καλουτά δεν είχε χρήματα να πάει στη Χίο.

Η Άννα Καλουτά με την αδερφή της

Τελικά, μετά από μεσολάβηση της Κοτοπούλη, πήγε στη Χίο, χρειάστηκε μάλιστα να πληρώσει 250 δραχμές στο ζευγάρι ώστε να πάρει πίσω το παιδί της και έτσι τα αδέλφια σμίγουν επιτέλους. Εννοείται πως η αγκαλιά της Κοτοπούλη, όπως και των Μυράτ, άνοιξε το ίδιο μεγαλόψυχα και για την Μαρία. Διηγείται η Άννα Καλουτά: «Πότε η Κοτοπούλη έπαιρνε εμένα στο σπίτι της και πότε οι Μυράτ έπαιρναν τη Μαρίκα μας. Μας είχαν και μας περιποιόντουσαν σαν να ήμαστε παιδιά τους… Και τι δε μας έδιναν; Φαγητά, του πουλιού το γάλα! Γλυκά! Παιχνίδια! Και το πιο σπουδαίο, που το είχαμε περισσότερο ανάγκη: Στοργή!»

Και φτάνουμε στην τρίτη και καθοριστική σύμπτωση: στα 1927 η Κοτοπούλη αποφασίζει να ανεβάσει το έργο «Στοργή» του Ανρί Μπατάιγ και χρειάζεται για την παράσταση δύο κοριτσάκια. Φυσικά το μυαλό της Κοτοπούλη πήγε στην Άννα και στη Μαρία. Η Κατίνα Καλουτά δίνει την άδειά της και η Κοτοπούλη αρχίζει το «φροντιστήριο» ηθοποιίας.

Οι συμβουλές της επικεντρώνονται στο να καταφέρουν τα κορίτσια να μιλήσουν δυνατά ώστε να ακουστούν από το κοινό. Μάλιστα η Άννα πήρε τόσο τοις μετρητοίς τις συμβουλές της Κοτοπούλη ώστε στην πρεμιέρα φώναξε τόσο δυνατά που οι θεατές ξέσπασαν σε γέλια. Πάντως στο τέλος της παράστασης το χειροκρότημα και για τα δύο κορίτσια ήταν ιδιαίτερα θερμό και λίγο αργότερα, στα παρασκήνια, η αθυρόστομη Κοτοπούλη πήρε στην αγκαλιά της την Άννα και της είπε: «Μωρή κωλοθεατρίνα, ρεζίλι μ’ έκανες! Από δράμα μου το ‘κανες κωμωδία. Έλα να σε φιλήσω!»

Η Άννα Καλουτά με την αδερφή της

Εδώ τελειώνουν οι συμπτώσεις. Γιατί δεν μπορεί να θεωρηθεί σύμπτωση το γεγονός πως και στα δύο επόμενα έργα της Κοτοπούλη υπήρχαν επίσης ρόλοι για μικρά κορίτσια! Μετά από αυτά τα δύο έργα, τα Καλουτάκια είναι πλέον διάσημα και αμείβονται με μισθό 6.000 δραχμών, ποσό τεράστιο για την εποχή. Με τα λεφτά αυτά η μητέρα τους έγραψε τα κορίτσια εσωτερικές στην Ιόνιο Σχολή για να αποκτήσουν μια αξιοπρεπή μόρφωση.

Κάποια στιγμή, όταν εξαντλήθηκαν τα έργα με παιδιά, η Κοτοπούλη αποφασίζει να ανεβάσει έργο χωρίς παιδικούς ρόλους. Όμως τα Καλουτάκια δε θα μείνουν άνεργα. Είναι πλέον διάσημα -είναι και καλοκαίρι και τα σχολεία έχουν κλείσει- και αρχίζουν μια πολύ πετυχημένη περιοδεία σε όλη την Ελλάδα με χαριτωμένα μουσικά νούμερα. Θα ακολουθήσουν αμέτρητες θεατρικές εμφανίσεις στην Αθήνα με διάσημους πρωταγωνιστές της εποχής που θα βοηθήσουν να δημιουργηθεί ο θρύλος με το όνομα «Καλουτάκια».

Άννα Καλουτά: Η επαναστάτρια και η αντιστασιακή δράση της

Ωστόσο, η ζωή της δεν ήταν μόνο φώτα. Ήταν και σκοτάδι. Η Ελλάδα πέρασε δύσκολες δεκαετίες — πόλεμο, κατοχή, εμφύλιο. Και η τέχνη δεν έμεινε ανεπηρέαστη. Οι καλλιτέχνες κλήθηκαν να σταθούν, να αντέξουν, να συνεχίσουν να δημιουργούν μέσα σε συνθήκες που συχνά έμοιαζαν ασφυκτικές. Η Άννα Καλουτά δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Συνέχισε, όμως. Γιατί για εκείνη, η σκηνή δεν ήταν πολυτέλεια. Ήταν ανάγκη.

Άννα Καλουτά

Η Άννα Καλουτά μιλάει για την ένταξή της στο ΕΑΜ και την αντιστασιακή της δράση και εξηγεί τους λόγους για τους οποίους, αργότερα, διαχώρισε τη θέση της: «Δούλευα τότε για το ΕΑΜ, δηλαδή για το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, που, όπως το λένε και οι τρεις του λέξεις, ήταν ένα Μέτωπο ολόκληρου του Έθνους για να απελευθερωθούμε… Και γιατί μπλέξαμε τότε τα κομματικά μας; Δηλαδή άμα ήσουνα αριστερός, ήσουν περισσότερο σκλάβος του κατακτητή και άμα ήσουνα δεξιός, ήσουν λιγότερο; Την ίδια σκλαβιά είχαμε όλοι μας… Αυτήν προσπαθούσαμε να τινάξουμε από πάνω μας κι άμα θα τα καταφέρναμε και ξαναγινόμαστε ελεύθεροι άνθρωποι, τότε θα βρίσκαμε και τα δικά μας… Έτσι όμορφα, σωστά και πατριωτικά ξεκίνησε η ιστορία κι εγώ άκουσα για ΕΑΜ και είπα «μέσα κι εγώ, παιδιά, όλοι να βάλουμε ένα χέρι για τον τόπο μας…»

«Και για εράνους έτρεχα και προκηρύξεις μοίραζα και στα νοσοκομεία πήγαινα, που υπήρχανε ακόμα οι τραυματίες του Αλβανικού, και αντάρτες να κρύψουμε και Εγγλέζους να φυγαδεύσουμε και όλες τις εισπράξεις του θεάτρου μιας ημέρας κάθε βδομάδα τις δίναμε για το ΕΑΜ… Κάθε φορά όμως που άκουγα να μπαίνει στη μέση το κομματικό, «δεξιοί, αυτοί, αριστεροί εμείς», μου γύριζε το μάτι ανάποδα… Σταθείτε, μωρέ, γιατί έτσι και μας μπαγλαρώσουνε οι Γερμανοί και μας στήσουνε στο απόσπασμα, τις ίδιες σφαίρες θα βάλουνε στα αυτόματα για να μας καθαρίσουνε»…

Αυτή η αλλαγή πορείας λίγο έλειψε να βάλει την Άννα Καλουτά σε μπελάδες καθώς κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών άντρες του ΕΑΜ χτύπησαν με άγνωστες προθέσεις –«βρόντηξαν» είναι η φράση που χρησιμοποιούσε η ίδια- την πόρτα του σπιτιού της. Τότε προτίμησε να διαφύγει από το παράθυρο του φωταγωγού και στη συνέχεια, μεταμφιεσμένη, κατάφερε να περάσει στο αγγλοκρατούμενο τμήμα της Αθήνας. Εκεί συναντήθηκε πάλι με την αδελφή της, τη Μαρία, η οποία θεωρούσε πως η Άννα ήταν νεκρή. Η ιστορία λοιπόν επαναλαμβανόταν για δεύτερη φορά, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, μόνο που τώρα οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί.

Καριέρα με χρυσά γράμματα και η οικονομική καταστροφή!

Τα «Καλουτάκια», όπως τα αποκαλούσε το κοινό, ήταν φαινόμενο. Από παιδιά ακόμα, έμαθαν τι σημαίνει πειθαρχία, τι σημαίνει να ζεις για το χειροκρότημα, να αναπνέεις μέσα από τον ρυθμό του θεάτρου. Η σκηνή έγινε το σπίτι της Άννας. Εκεί μεγάλωσε, εκεί διαμορφώθηκε, εκεί έμαθε να υπάρχει. Και ίσως αυτό είναι που την έκανε να ξεχωρίσει: δεν «έπαιζε» απλώς ρόλους. Ήταν ο ρόλος. Με μια εκρηκτική ενέργεια, μια φωνή που μπορούσε να περάσει από το τραγούδι στην πρόζα με φυσικότητα, και ένα βλέμμα γεμάτο ζωντάνια, η Καλουτά έγινε σύντομα μία από τις πιο αγαπητές μορφές της ελληνικής σκηνής.

Τα παιδιά- θαύματα εξελίχτηκαν σε χαριτωμένες δεσποινίδες, σε ωραίες νεαρές κυρίες και τελικά σε γοητευτικές γυναίκες. Συνεχίζουν να γοητεύουν το κοινό παίζοντας, χορεύοντας και τραγουδώντας, ενώ η Άννα συχνά έκανε και καθήκοντα χορογράφου. Από το Βαριετέ του Αττίκ θα περάσουν για επτά χρόνια στο θέατρο «Μακέδο» και στη συνέχεια για άλλα δύο στο θέατρο «Σαμαρτζή».

Η πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση πραγματοποιήθηκε μαζί με την αδελφή της το 1937 στο «Δόκτωρ Επαμεινώνδας», μια ταινία γυρισμένη στα στούντιο του Καΐρου (και πλέον χαμένη), με την ευκαιρία της επίσκεψης του θιάσου των Οικονόμου-Καλουτά στην Αίγυπτο. Εκεί γυρίστηκαν δύο ακόμα ταινίες με τις αδελφές Καλουτά («Όταν ο Σύζυγος Ταξιδεύη» το 1937 και «Καπετάν Σκορπιός» το 1938) πριν επιστρέψουν στο θέατρο και τις περιοδείες. Δες σπάνια ντοκουμέντα από ταινίες με τις αδερφές Άννα και Μαρία Καλουτά:

Στο διάστημα αυτό η Άννα Καλουτά συμμετείχε σε επιθεωρήσεις των γνωστότερων επιθεωρησιογράφων, σε οπερέτες («Γλυκιά Νανά», «Διαβολόπαιδο», «Βαφτιστικός», «Μοντέρνα κορίτσια» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, «Γυναίκα του Δρόμου», «Απάχηδες των Αθηνών», «Οι Πειρατές» του Νίκου Χατζηαποστόλου, «Νυχτερίδα» του Γιόχαν Στράους), σε μουσικές κωμωδίες («Μ’ αγαπά δεν μ’ αγαπά» των Γιανουκάκη – Ριτσιάρδη), σε ηθογραφίες («Το Φυντανάκι» του Χορν), σε πρόζα («Το Πανηγύρι» του Χορν), και σε κωμειδύλλια («Αγαπητικός της Βοσκοπούλας», «Γκόλφω», «Μαρία Πενταγιώτισσα»). Δες το βίντεο με μια θεατρική της εμφάνιση στην πολεμική επιθεώρηση  «Μπράβο Κολονέλο» το 1940:

Όμως η καριέρα της θα απογειωθεί όταν το 1940 με το ξέσπασμα του Ελληνοιταλικού πολέμου κλέβει την παράσταση στις πολεμικές επιθεωρήσεις, αναβιώνοντας το Ευζωνάκι (ένα παλιό νούμερο από τα Πολεμικά Παναθήναια του 1912) αλλά και παίζοντας τον τύπο της καπάτσας Σμυρνιάς. Το 1941 μαζί με την αδελφή της, αποφάσισαν να πάρουν τα πράγματα στα χέρια τους και να ηγηθούν δικών τους θιάσων. Καταπιάστηκαν επιτυχώς με το δύσκολο είδος της επιθεώρησης, με οπερέτες και με το μουσικό θέατρο και συνεργάστηκαν με ηθοποιούς όπως ο Ορέστης Μακρής, ο Κυριάκος Μαυρέας, ο Μάνος Φιλιππίδης, ο Μίμης Κοκκίνης, και ο Κούλης Στολίγκας.

Το 1952 γίνονται συνθιασάρχες με τον Νίκο Σταυρίδη, σε μια εποχή που οι αδελφές Καλουτά ανοίγουν τα φτερά τους και για το εξωτερικό. Επί δεκαπέντε χρόνια έκαναν περιοδείες ανά τον κόσμο απευθυνόμενες στο διεθνές κοινό και όχι μόνο στους κατά τόπους Έλληνες ομογενείς. Αρχικά στο Παρίσι (Salle de Gaveau), μετά Νότια Αφρική, Ν. Ζηλανδία, Νέα Υόρκη (Κάρνεγκι Χολ), Σικάγο, Ντιτρόιτ και Λονδίνο (Palace Theatre). Θα φτάσουν να συνεργαστούν με τον Μορίς Σεβαλιέ, την Ιμα Σουμάκ, την Μιστενγκέτ, τον Τίνο Ρόσι, την Λίλιαν Χάρβεϊ, ενώ στα ενδιάμεσα των ταξιδιών τους επανέρχονται για εμφανίσεις στην Αθήνα.

Στις αρχές της δεκαετίας του ΄60 οι δύο αδελφές, καταξιωμένες πλέον, έβαλαν όλες τις οικονομίες τους για να δημιουργήσουν το δικό τους χώρο, το εντυπωσιακό θέατρο «Άννα – Μαρία Καλουτά» που εγκαινιάστηκε το 1961 στην πλατεία Κολιάτσου.

Εκεί ανεβάζουν, μεταξύ άλλων, διασκευασμένη και την αριστοφανική «Λυσιστράτη» το 1963. Έκαναν δικές τους παραγωγές και συνεργάστηκαν με ηθοποιούς όπως η Ρένα Ντορ, ο Αλέκος Λειβαδίτης, ο Τάκης Μηλιάδης και η Μπέτυ Μοσχονά. Δεν κατάφεραν όμως να σημειώσουν επιτυχίες και η οικονομική καταστροφή τους τις οδήγησε να πουλήσουν το θέατρο, – που τιμής ένεκεν κράτησε το όνομά τους – έχοντας συνάψει μια συμφωνία που θα τους επέτρεπε να το εκμεταλλεύονται για αρκετά ακόμα χρόνια.

Κι αν η Μαρία μετά τον γάμο της αποσύρεται από την ενεργό δράση το 1967, η Άννα συνέχισε ακάθεκτη με περιοδείες και συμμετοχές σε θεατρικές παραστάσεις ως και τη δεκαετία του ’80. Η τελευταία θεατρική παράσταση που συμμετείχε ήταν τη θεατρική περίοδο 1993-1994, όμως παρέμεινε ενεργή στο βαθμό που το επέτρεπε η ηλικία της.

Ήταν το 2008, όταν ανέβηκε για τελευταία φορά με μια μπλε τουαλέτα απαστράπτουσα, στην σκηνή στο πλαίσιο της επιθεώρησης του Σταμάτη Κραουνάκη με τίτλο «Χ-Σκηνής, Αυτά που κάψαν το σανίδι», όπου τραγούδησε στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού το θρυλικό «Ευζωνάκι».  Δες βίντεο από την εμφάνισή της με τον Σταμάτη Κραουνάκη και τον Λάκη Λαζόπουλο:

Τηλεοπτικά είχε ελάχιστες παρουσίες, κυρίως με μια σειρά δεκάλεπτων κωμικών εκπομπών για την ΕΡΤ με τίτλο: «Η Πανταχού Παρούσα» και κάποιες guest εμφανίσεις σε τηλεοπτικές σειρές, χαρακτηριστικότερη ίσως η συμμετοχή της στον Αστυνόμο Θανάση Παπαθανάση με τον Θανάση Βέγγο που έγραφε και σκηνοθετούσε ο Γιώργος Λαζαρίδης, με τον οποίο είχε βαθιά φιλία που ξεκίνησε από τα χρόνια της συνεργασίας τους στο θέατρο Καλουτά. Δες μια εμφάνισή της από την εκπομπή “Καλλιτεχνικό καφενείο” στην ΕΡΤ με παρουσιαστή τον Βασίλη Τσιβιλίκα το 1987:

Η επιθεώρηση, το κατεξοχήν λαϊκό θέατρο της εποχής, υπήρξε το πεδίο στο οποίο άνθισε. Μέσα από σατιρικά νούμερα, τραγούδια και χορευτικά, σχολίαζε την επικαιρότητα, την κοινωνία, την πολιτική. Και εκείνη, με το ταλέντο και την ευφυΐα της, κατάφερνε να ισορροπεί ανάμεσα στο χιούμορ και την ουσία. Δεν ήταν ποτέ επιφανειακή. Πίσω από κάθε της εμφάνιση υπήρχε δουλειά, σκέψη, ένστικτο.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, η πορεία της επεκτάθηκε. Θέατρο, κινηματογράφος, μουσική. Συνεργάστηκε με σημαντικά ονόματα, ταξίδεψε, γνώρισε άλλες κουλτούρες. Και κάθε φορά, κουβαλούσε μαζί της κάτι βαθιά ελληνικό, μια αίσθηση αυθεντικότητας που δεν μπορούσε να αντιγραφεί.

Στην Φίνος Φιλμ γύρισε μόνο μια ταινία, το «Εκείνες που δεν πρέπει να Αγαπούν» (1951), όπου ο μύθος της, με την ομορφιά, τη γοητεία και τη λάμψη, απαθανατίστηκε ανέπαφος στο σελιλόιντ για τις επόμενες γενιές. Δες το βίντεο από την ταινία “Σμυρνιά” με την Γεωργία Βασιλειάδου: 

Μεταξύ των περιορισμένων κινηματογραφικών της εμφανίσεων ίσως η πιο αξιομνημόνευτη ήταν στο «Καλώς Ήρθε Το Δολάριο» (1967) του Αλέκου Σακελλάριου, στον χαρακτηριστικό ρόλο της μαντάμ Φούλης και την χαρακτηριστική φράση: «καλώς τα ναυτάκια τα ζουμπουρλούδικα».

Αξίζει να σημειωθεί και η εμφάνισή της στην ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Ελευθέριος Βενιζέλος» (1980), όπου ενσάρκωσε το νούμερο Φανταράκι από τις επιθεωρήσεις του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Δες βίντεο από μια χαρακτηριστική σκηνή του «Καλώς ήλθε το δολλάριο»:

Εκτός από την καριέρα της σε κινηματογράφο και θέατρο, η Άννα Καλουτά άφησε το αποτύπωμα της και στη δισκογραφία, ηχογραφώντας πολλούς δίσκους με την αδελφή της («Μ΄ αγαπά δεν μ΄ αγαπά», «Γερακίνα», «Οι κερασιές», «Η βροχή» κ.α.).

Η σχέση της με το κοινό ήταν ιδιαίτερη. Δεν υπήρχε απόσταση. Ο κόσμος την ένιωθε «δική του». Ίσως γιατί και εκείνη ποτέ δεν προσπάθησε να υψώσει τείχη. Παρέμεινε ανθρώπινη, προσιτή, αληθινή. Και αυτό είναι σπάνιο. Σε έναν χώρο που συχνά κατασκευάζει εικόνες, η Καλουτά ήταν η ίδια η εικόνα — χωρίς φίλτρα.

Ο μεγάλος έρωτας με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα και η χυλόπιτα στον Παπαγιαννόπουλο!

Και όμως, όπως συμβαίνει συχνά με ανθρώπους που αφιερώνουν τη ζωή τους στην τέχνη, υπήρξαν και στιγμές μοναξιάς. Όταν τα φώτα σβήνουν, μένει η σιωπή. Και αυτή η σιωπή μπορεί να είναι βαριά. Η Άννα Καλουτά έζησε και αυτές τις στιγμές. Αλλά ποτέ δεν τις άφησε να την ορίσουν. Γιατί είχε μάθει να αντέχει. Να μετατρέπει τον πόνο σε δημιουργία.

Η Άννα Καλουτά από τις πολύ όμορφες πρωταγωνίστριες εκείνης της γενιάς δεν περνούσε απαρατήρητη. Με πολλές κατακτήσεις στο ενεργητικό της λέγεται ότι πολλοί μεγάλοι ηθοποιοί την ερωτεύτηκαν αλλά εκείνη είχε μάτια μόνο για έναν… τον Λάμπρο Κωνσταντάρα.

Διονύσης Παπαγιαννόπουλος

Ο ανιψιός του μεγάλου κωμικού Διονύση Παπαγιαννόπουλου, Τάκης Βλαστός στη «Μηχανή του Χρόνου», είχε μιλήσει μάλιστα για τον ανεκπλήρωτο έρωτα του θείου του με την Άννα Καλουτά, που όταν εκείνη τον απέρριψε πληγώθηκε πολύ. Οι άνθρωποι μάλιστα που έζησαν την απόρριψη αυτή έχουν πει ότι ο ηθοποιός μαθαίνοντας τον έρωτα της Καλουτά και του Κωνσταντάρα, κλείστηκε στον εαυτό του.

Οι απόψεις για την γνωριμία και τον έρωτα αυτό διίστανται… Άλλοι υποστηρίζουν ότι ο Λάμπρος Κωνσταντάρας και η Άννα Καλουτά γνωρίστηκαν στον πόλεμο του ’40, όταν εκείνη τον είδε για πρώτη φορά τραυματισμένο σε νοσοκομείο. Από τότε έγιναν φίλοι, μετά συνεργάτες και τελικά ερωτευμένοι. Άλλοι λένε ότι ο έρωτάς τους γεννήθηκε όταν έπαιζαν μαζί στον θίασο της Κοτοπούλη. Οι καβγάδες τους ήταν τόσο έντονοι που η Κοτοπούλη τους ρωτούσε αν είναι ερωτευμένοι. «Εγώ με αυτή την ψηλογαϊδούρα;» έλεγε ο Λάμπρος. «Εγώ με αυτόν τον άχαρο ψηλέα;» απαντούσε η Άννα.

Όλα άλλαξαν όταν τα ερωτικά φιλιά που έδιναν στην παράσταση έγιναν αληθινά. «Ωραία φιλάς», της είπε ένα βράδυ. «Κι εσύ», απάντησε εκείνη. Έτσι ξεκίνησε ο έρωτάς τους, που κράτησε από το 1949 έως το 1954. Δες ένα σπάνιο ντοκουμέντο από τους “Απάχηδες των Αθηνών” το 1950 με τους δυο τους να κοιτάζονται στα μάτια και να τραγουδούν “Τι μάτια”:

Η σχέση τους έγραψε ιστορία αν και δεν οδήγησε σε γάμο, θεωρείται όμως από τις πιο δυνατές ιστορίες αγάπης του παλιού ελληνικού θεάτρου. Μάλιστα, ο Κωνσταντάρας ήταν τρομερά ζηλιάρης μαζί της… Υπήρχαν ακόμα και ιστορίες ότι δεν δεχόταν άλλους άντρες να τη «φλερτάρουν» ούτε καν επί σκηνής…  

Και ίσως το πιο δυνατό στοιχείο, η ίδια η Καλουτά είχε πει πως ο Κωνσταντάρας ήταν ο άντρας που αγάπησε περισσότερο στη ζωή της. Η σχέση τους όμως δεν είχε «happy end». Χώρισαν, ο καθένας πήρε τον δρόμο του, εκείνος παντρεύτηκε αργότερα, αλλά αυτή η ιστορία δεν έσβησε ποτέ πραγματικά. Λέγεται μάλιστα ότι η Καλουτά δεν πήγε ούτε στην κηδεία του, γιατί δεν μπορούσε να διαχειριστεί το συναίσθημα.

Τα εγγόνια του μεγάλου πρωταγωνιστή, Παυλίνα και Λάμπρος Κωνσταντάρας βρέθηκαν στην εκπομπή «Στούντιο 4» και μίλησαν για τον θρυλικό ηθοποιό και παππού τους, Λάμπρο Κωνσταντάρα, με αφορμή την επανέκδοση της βιογραφίας του, ενώ αναφέρθηκαν στη σχέση του με την Άννα Καλουτά: «Πριν από 20 χρόνια, με είχαν καλέσει στο “Πάμε Πακέτο” ως πακέτο για την Άννα Καλουτά. Είχαν σχέση με τον παππού μου, γεγονός που οδήγησε στον χωρισμό του από τη γιαγιά μου. Η Άννα Καλουτά είχε παραδεχθεί σε ιδιωτικές συζητήσεις με τον πατέρα μου ότι δεν ήταν η “πέτρα του σκανδάλου” αλλά είχε αναγκαστεί να διακόψει εγκυμοσύνες» είχε πει ο εγγονός Λάμπρος Κωνσταντάρας.

Δες το βίντεο από την εκπομπή της ΕΡΤ “Στούντιο 4”:

Λέγεται ότι η μεγάλη της αγάπη ήταν το θέατρο. Και αυτό δεν είναι σχήμα λόγου. Η Καλουτά έδωσε τόσο πολύ από τον εαυτό της στη σκηνή, που συχνά δεν άφηνε χώρο για κάτι άλλο να αναπτυχθεί με την ίδια ένταση. Οι πρόβες, οι παραστάσεις, οι περιοδείες, μια ζωή γεμάτη ρυθμό και απαιτήσεις που δύσκολα συνδυάζεται με σταθερές, «ήσυχες» σχέσεις.

Η βεντέτα που ξυπνούσε τα πάθη έφυγε μόνη της

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της είχαν μια γλυκόπικρη αίσθηση. Από τη μία, η αναγνώριση, η αγάπη, η ιστορία που είχε ήδη γράψει. Από την άλλη, η απόσταση από τη σκηνή, η αλλαγή των εποχών, η αίσθηση ότι ο κόσμος προχωρά και αφήνει πίσω του πρόσωπα που κάποτε ήταν στο επίκεντρο. Αλλά ακόμη και τότε, η παρουσία της παρέμενε δυνατή. Γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν χρειάζονται τη σκηνή για να υπάρχουν, είναι ήδη μέρος της μνήμης.

Η Άννα Καλουτά ήταν ένα κομμάτι της πολιτιστικής ταυτότητας της Ελλάδας. Μια γυναίκα που έζησε μέσα από την Τέχνη και για την Τέχνη, που έδωσε, χωρίς να κρατήσει πίσω, που γέλασε, τραγούδησε, συγκίνησε. Και τελικά, αυτό είναι που μένει, το αποτύπωμα. Εκείνο το αόρατο νήμα που συνδέει το παρελθόν με το παρόν. Και η Άννα Καλουτά άφησε ένα αποτύπωμα βαθύ. Ένα αποτύπωμα που δεν ξεθωριάζει.

Βεντέτα από γεννησιμιού της. Της άρεσε να θαυμάζουν την κομψότητά της, το χρώμα των ματιών της, τον συνδυασμό του αγοροκόριτσου και της θηλυκότητας. Χωρίς κραγιόν και σκουλαρίκια δεν την έβλεπες ποτέ. Έμπαινε με έναν ανεπανάληπτο αέρα στο καμαρίνι της στο θέατρο «Μινώα», μέσα της δεκετίας του ’80, χαιρετούσε και τον τελευταίο τεχνικό. «Τι είναι χρυσό μου; Κοιτάς τα μάτια μου, ε; Ξέρεις ότι για μένα γράφτηκε το τραγούδι “Δυο πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες“; Στην ανεπανάληπτη σουμπρέτα ηφαίστειο” μου έστειλε αφιέρωση ο Κατριβάνος», και το τραγουδούσε με την χαρακτηριστική φωνή της.

Αυτή ήταν η Αννα Καλουτά. Ακόμη και στα 92. Ανεπανάληπτη σουμπρέτα, οδοστρωτήρας, μπριόζα με αστείρευτο κέφι. Άμεση, αλλά και βεντέτα. Ποτέ δεν το έβαζε κάτω και όσο κι αν της άρεσε να την αποκαλούν κυρία – «ήμασταν από καλό σπίτι, με τη μαμά κέρβερο» έλεγε-, λάτρευε να ακούει τη λέξη «θεατρίνα».

Δες βίντεο από εμφάνισή της στην Μπήλιω Τσουκαλά στην εκπομπή της ΕΤ1 «Έχει γούστο» που μιλούσε για την ζωή της:

Η Άννα Καλουτά ζούσε σε ένα υπέροχο διαμέρισμα στην Κυψέλη για πολλά χρόνια και έβγαινε καθημερινά για βόλτα με το σκυλάκι της που ήταν η μόνιμη παρέα της. Χαιρετούσε όλα τα μαγαζιά της Φωκίωνος Νέγρη και τον κόσμο που την ήξερε και κάποια στιγμή όταν την έχασαν από τον καθημερινό περίπατό της κατάλαβαν ότι κάτι δεν πάει καλά… Η ταλαιπωρία με την υγεία της ήταν σύντομη αλλά για τον θάνατό της έκλαψε όλη η Ελλάδα.

Γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν φεύγουν ποτέ πραγματικά. Συνεχίζουν να ζουν μέσα από τις ιστορίες τους, μέσα από τις αναμνήσεις, μέσα από το χειροκρότημα που, κάπου, συνεχίζει να ακούγεται.