Ο Θανάσης Βέγγος πέρα από ένας σπουδαίος ηθοποιός έγινε κοινωνικό σύμβολο. Ένας άνθρωπος που ενσάρκωσε όσο λίγοι την έννοια του «λαϊκού ήρωα», κουβαλώντας πάνω του, όχι μόνο το γέλιο αλλά και την αγωνία, την αξιοπρέπεια και την πίκρα της μεταπολεμικής Ελλάδας. Επομένως ένα αφιέρωμα στη ζωή του δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια απλή καταγραφή επιτυχιών, αλλά είναι μια ιστορία γεμάτη αντιφάσεις, αποθέωση και οικονομική καταστροφή, αγάπη και μοναξιά, εξάντληση και αφοσίωση.
Θανάσης Βέγγος: Τα πρώτα χρόνια και η εξορία
Ο Θανάσης Βέγγος ήταν μοναχοπαίδι του Βασίλη και της Ευδοκίας Βέγγου και γεννήθηκε στις 29 Μαΐου το 1927 στο Νέο Φάληρο, σε μια Ελλάδα που ετοιμαζόταν να περάσει μέσα από φωτιά και αίμα. Ο πατέρας του, άνθρωπος με πολιτικές πεποιθήσεις, βρέθηκε εξόριστος μετά τον Εμφύλιο. Αυτό σημάδεψε καθοριστικά και τον ίδιο. Ο Βέγγος εξορίστηκε στη Μακρόνησο, ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

Εκεί γνώρισε τον σκηνοθέτη Νίκο Κούνδουρο, ο οποίος έμελλε να του αλλάξει τη ζωή. Η ιστορία της γνωριμίας του Θανάση Βέγγου με τον Νίκο Κούνδουρο είναι καταπληκτική. Διηγείται ο Νίκος Κούνδουρος: «Ως γόνος μεγάλης οικογένειας που ήμουν, οι βασανιστές θέλησαν να αλαφρύνουν το δικό μου βασανιστήριο στο Μακρονήσι. “Ζήτα μια χάρη και θα σου την κάνουμε“”“ μου είπαν! Το μόνο που ζήτησα ήταν να με αφήσουν να πάω να μείνω στο βουνό χωρίς φαΐ και χωρίς νερό ενδεχομένως, αρκεί να μην τους βλέπω και να μη με βλέπουν. Το δέχτηκαν!
Την πρώτη μέρα τράβηξα για το βουνό, βρήκα ένα μέρος να κάτσω και βάλθηκα να ατενίζω την απέραντη μοναξιά του τοπίου. Ξάφνου, ένας γρήγορος, αεράτος τύπος εμφανίζεται κρατώντας κάτι πασσάλους στα χέρια του και δυο τρία κομμάτια ύφασμα. Δεν μου μιλάει, δεν του μιλάω και σε ελάχιστα λεπτά με ταχυδακτυλουργικές κινήσεις στήνει ένα αντίσκηνο! Το δικό μου αντίσκηνο! “Τι κάνεις;” τον ρωτάω. “Θα πεθάνεις εδώ πάνω” απάντησε σοβαρός και συνέχισε τη δουλειά. Για όλες τις επόμενες μέρες, για όσο καιρό έζησα σαν αγρίμι, εξόριστος μέσ’ στην εξορία, ο ίδιος τύπος πηγαινοερχόταν κάθε μέρα διανύοντας μια τεράστια απόσταση από το στρατόπεδο ίσαμε το βουνό μόνο και μόνο για να μου φέρνει φαγητό να τρώω να μην πεθάνω. Ήταν ο Θανάσης Βέγγος, η απαρχή μιας μεγάλης φιλίας πάνω απ’ όλα».

Η γνωριμία με τον Νίκο Κούνδουρο θα τον έβγαζε από την αφάνεια και θα τον οδηγούσε στο πανελλήνιο. «Εμένα δε μου έκαναν τίποτα, εκεί στη Μακρόνησο, μπροστά σ’ αυτά που έκαναν στους άλλους. Δε μιλάω για τις απειλές, για το ξύλο, για την πείνα, για την ταπείνωση, για τα μαρτύρια, για τους βασανισμούς. Μιλάω για την ντροπή. Για κείνους που δεν άντεξαν. Και τους ανάγκασαν να στραφούν ύστερα εναντίον των συντρόφων τους. Αυτό δεν το σηκώνει κανένας. Είναι η χρεωκοπία του ανθρώπου. Κι αυτουνού που το συλλαμβάνει στο αρρωστημένο μυαλό του και του αλλουνού που αναγκάζεται να το δεχτεί. Ο μεσαίωνας δεν το τόλμησε. Και το τόλμησαν αυτοί», έχει πει ο Βέγγος.
Η γνωριμία με τον Κούνδουρο που του έδωσε φτερά
Η πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο έγινε στην ταινία «Μαγική Πόλις» (1954), σε σκηνοθεσία του Νίκου Κούνδουρου. Ο Βέγγος δεν ήταν τότε αυτό που θα λέγαμε «γεννημένος σταρ». Δεν είχε τη γοητεία των κλασικών πρωταγωνιστών της εποχής. Ήταν αδύνατος, νευρικός, με ένα βλέμμα που έμοιαζε μόνιμα ανήσυχο. Κι όμως, αυτή ακριβώς η διαφορετικότητα ήταν το όπλο του.

Σταδιακά, ο Βέγγος άρχισε να χτίζει το δικό του κινηματογραφικό σύμπαν, τον άνθρωπο που τρέχει, που προσπαθεί, που σκοντάφτει αλλά δεν τα παρατά. Ένας αντι-ήρωας που τελικά έγινε πιο αληθινός από κάθε «τέλειο» πρωταγωνιστή.
Η δεκαετία του ’60 ήταν η χρυσή του εποχή. Ταινίες όπως «Πολυτεχνίτης και Ερημοσπίτης», «Θου-Βου φαλακρός πράκτωρ» και «Τρελός, παλαβός και Βέγγος» τον καθιέρωσαν ως έναν από τους πιο αγαπημένους Έλληνες ηθοποιούς. Δείτε βίντεο από την ταινία “Πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης”:
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ήταν η σωματική του κωμωδία. Έτρεχε ασταμάτητα – εξού και η ατάκα «τρέχω σαν τον Βέγγο» – έπεφτε, σηκωνόταν, ιδρωμένος, εξαντλημένος, αλλά πάντα με μια απίστευτη ενέργεια.
Κασκαντέρ του εαυτού του: Η απίθανη ιστορία με την τζαμαρία!
Κι όμως, πίσω από το γέλιο υπήρχε πάντα μια μελαγχολία. Ο Βέγγος δεν έκανε «εύκολη» κωμωδία. Ο ήρωάς του ήταν συχνά φτωχός, αδικημένος, παρεξηγημένος. Ένας άνθρωπος που προσπαθεί να επιβιώσει σε έναν κόσμο που τον ξεπερνά.
Σε μια σκηνή από την ταινία «Παπατρέχας» ο Βέγγος ήταν να περάσει μέσα από μια τζαμαρία και επέμενε να περάσει από κανονικό τζάμι. Διηγείται ο Ερρίκος Θαλασσινός:
- Όχι, Θανάση, του λέω.
- Θα περάσω, Ερρίκο, μου λέει.
- Όχι, Θανάση, με τίποτα, του λέω.
- Πάει, τελείωσε, μου λέει. Μόνο αν συμβεί τίποτε, να πεις στη Μίνα πόσο πολύ την αγαπάω.

Πέρασε κι επέζησε. Ο Βέγγος όχι μόνο περνάει μέσα από την τζαμαρία, αλλά γυρίζει πίσω, παίρνει ένα κομμάτι τζάμι, αιχμηρό τόσο ώστε να του κόψει το λαιμό, και κοιτάζοντάς το χτενίζει τη φαλάκρα του. «Καλός είμαι» λέει και φεύγει, εννοείται, τρέχοντας. Και βέβαια όλη η σκηνή είναι απόλυτα δικαιολογημένη. Ο Βέγγος δε βλέπει μπροστά του από την πολλή ευτυχία μια και παντρεύεται επιτέλους την αγαπημένη του, μετά από αμέτρητες περιπέτειες στην προσπάθειά του να παντρέψει τις έξι ανύπαντρες αδελφές του και τη μία θεία του.
Δείτε την χαρακτηριστική σκηνή από την ταινία “Παπατρέχας”:
Όπως οι περισσότεροι ηθοποιοί που ασχολήθηκαν με θεατρικές ή κινηματογραφικές επιχειρήσεις έτσι και ο Βέγγος βρέθηκε κάποια στιγμή να χρωστάει πολλά λεφτά. Εκείνη την περίοδο συμμετείχε στην παράσταση του έργου του Γιώργου Λαζαρίδη «Ο Τρελός του Λούνα Παρκ»
Η ατάκα «καλοί μου άνθρωποι» και η προσωπική του ζωή
Η φράση «καλοί μου άνθρωποι» έγινε συνώνυμη με τον Βέγγο. Δεν ήταν μια τυχαία ατάκα, ήταν στάση ζωής. Σε μια εποχή που η ελληνική κοινωνία ήταν γεμάτη καχυποψία, φτώχεια και κοινωνικές ανισότητες, ο Βέγγος επέλεγε να απευθύνεται στους άλλους με καλοσύνη. Η φράση αυτή έκρυβε μια βαθιά ανάγκη για επικοινωνία, για αποδοχή, για ανθρωπιά.
Σε αντίθεση με πολλούς συναδέλφους του, ο Θανάσης Βέγγος δεν είχε μια ζωή γεμάτη σκάνδαλα ή πολλαπλούς έρωτες. Παντρεύτηκε τη γυναίκα της ζωής του, την Ασημίνα, και έμεινε μαζί της μέχρι το τέλος. Ο γάμος του ήταν σταθερός, σχεδόν «παραδοσιακός». Σε έναν χώρο γεμάτο εγωισμούς και έντονα πάθη, ο Βέγγος επέλεξε τη σταθερότητα. Δεν ήταν άνθρωπος των δημοσίων σχέσεων ούτε των κοσμικών εμφανίσεων.

Ο Μάκης Δελαπόρτας, πριν από κάποια χρόνια αναφέρθηκε σε συνέντευξή του στον Θανάση Βέγγο, όπου έκανε μια αποκάλυψη αρκετά σπάνια για τη ζωή του μεγάλου κωμικού. «Υπάρχουν πάρα πολλά που δεν ξέρετε για τον Θανάση Βέγγο. Ο Βέγγος πήγε στη ζωή του μόνο με μια γυναίκα, τη γυναίκα του. Δεν είναι σπάνιο αυτό; Το έχω υπογραμμίσει πολύ στη βιογραφία του. Ένας πολύ καλός άνθρωπος και η Φόνσου του έκανε πλάκα, τον χάιδευε, τον φιλούσε κι εκείνος της έλεγε: «Άννα, σε παρακαλώ είμαι παντρεμένος άνθρωπος»», είπε αρχικά και συμπλήρωσε «Για αυτό και δεν υπάρχει κανένα φιλί του στον ελληνικό κινηματογράφο».
Η οικογένεια ήταν το καταφύγιό του. Το ζευγάρι ήταν ένα από τα πιο αγαπημένα του ελληνικού κινηματογράφου. Παντρεύτηκαν όταν ο ηθοποιός γύριζε τον «Δράκο» το 1956 και έμειναν μαζί μέχρι το τέλος της ζωής του, το 2011.

Οι γιοι του Βασίλης και Χάρης του έδωσαν εγγόνια τα οποία υπεραγαπούσε, όπως επιβεβαίωνε και η γυναίκα του: «Η αγάπη του Θανάση ήταν τόσο μεγάλη για την Νίκη και τον Θανασάκη που σχεδόν έκλαιγε κάθε φορά που άκουγε το όνομά τους. Είχε λατρεία για τα δύο του εγγόνια και τίποτα δεν μπορούσε να την επισκιάσει. Ούτε τα μικροπροβλήματα υγείας. Δεν μπορείτε να καταλάβετε το πάθος του για αυτά».

Όπως είχε πει ο γιος του Βασίλης: «Ήταν πάρα πολύ καλά εκείνα τα χρόνια, αν και τον πατέρα δεν τον βλέπαμε τόσο συχνά όσο θα θέλαμε. Είχε πολλές ασχολίες με τις ταινίες, το θέατρο και με τα υπόλοιπα προβλήματα της δουλειάς του. Γνωρίζετε πως ο πατέρας έκανε μια εταιρεία παραγωγής ταινιών.

Ο μόνος λόγος λοιπόν που έκανε αυτή την εταιρεία ήταν για να μπορεί να γυρίζει τις ταινίες που εκείνος ήθελε με τον τρόπο του. Οι ταινίες του πατέρα ήταν πραγματικός κινηματογράφος. Για τον πατέρα δεν έπαιζε τόσο μεγάλο ρόλο το σενάριο. Το σενάριο ήταν απλά ο κορμός σε όλη τη διεργασία της ταινίας που έκανε. Μόνος τους διακωμωδούσε και έβγαινε εκτός σεναρίου συνέχεια. Σαν τον Τσάρλι Τσάπλιν.»

Η αποκάλυψη για τα εγγόνια του: «Ήταν ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να συμβεί στη ζωή του. Ο μικρός μου γιος έχει το όνομά του. Πάντα ήθελε εγγόνια και προπαντός μια κόρη. Οπότε έχει και έναν διάδοχο στο όνομα και μια εγγονή που λατρεύει».
Οι οικονομικές καταστροφές
Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο σκληρή πτυχή της ζωής του. Παρά την τεράστια επιτυχία του, ο Βέγγος αντιμετώπισε σοβαρά οικονομικά προβλήματα.
Το 1964 ίδρυσε τη δική του εταιρία παραγωγής ΘΒ – Ταινίες Γέλιου. Έως το 1969, συνεργαζόμενος με τον Πάνο Γλυκοφρύδη και τον Ερρίκο Θαλασσινό, αλλά και σκηνοθετώντας ο ίδιος κάποιες φορές, γύρισε τις καλύτερες κατά γενική ομολογία ταινίες του, όπως τις Φανερός πράκτωρ 000, Τρελός, παλαβός και Βέγγος, Ποιος Θανάσης;, οι οποίες πρόσφεραν άφθονο γέλιο με τον σουρεαλισμό τους και τις τρελές ατάκες του πρωταγωνιστή τους. Δείτε ένα αφιέρωμα από τις καλύτερες σκηνές σε ταινίες του:
Ωστόσο, παρά την εμπορική και καλλιτεχνική τους επιτυχία, οι ταινίες αυτές οδηγούν την εταιρία του Βέγγου σε κλείσιμο και τον ίδιο σε οικονομική καταστροφή. Κακές επιλογές, οικονομικές δυσκολίες της εποχής και ίσως μια αφέλεια στη διαχείριση χρημάτων τον οδήγησαν σε χρέη.
Έφτασε στο σημείο να χάσει σχεδόν τα πάντα. Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι ότι δεν κατηγόρησε ποτέ κανέναν. Δεν έδειξε πικρία δημόσια. Αντίθετα, συνέχισε να δουλεύει σκληρά, σχεδόν εμμονικά, για να ξεχρεώσει.
Τη δεκαετία του ’80 αποσύρεται από το σινεμά και κάνει λίγες βιντεοταινίες. Θα επιστρέψει στον κινηματογράφο το 1991, με την ταινία Ήσυχες μέρες του Αυγούστου του Παντελή Βούλγαρη. Η ερμηνεία του έχει πια διαφοροποιηθεί, είναι χαμηλών τόνων, αλλά μεγάλης εκφραστικότητας. Το 1995 συμμετείχε στην ταινία Το βλέμμα του Οδυσσέα, του Θόδωρου Αγγελόπουλου, ενώ κορυφαία στιγμή υπήρξε ο ρόλος του στο Όλα είναι δρόμος του 1998. Τελευταία εμφάνισή του στη μεγάλη οθόνη ήταν στην ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Ψυχή Βαθιά» (2009). Το 1997 εμφανίστηκε επίσης στην Επίδαυρο, στο ρόλο του Δικαιόπολι στους Αχαρνής και το 2001 στην Ειρήνη του Αριστοφάνη, με μεγάλη επιτυχία. Δείτε βίντεο από τους Αχαρνής του Αριστοφάνη στο θέατρο Σίβηρη το 1997:
Το 1971 η στενή σχέση του με τον σκηνοθέτη Ντίνο Κατσουρίδη τον είχε οδηγήσει σε θρίαμβο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, με την ταινία Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση;. Κοινό και κριτική τον αποθεώνουν και αποσπά το βραβείο Α’ ανδρικού ρόλου. Έναν χρόνο μετά, ο ρόλος του στην ταινία Θανάση, πάρε το όπλο σου! του χαρίζει ένα ακόμη βραβείο Α’ ανδρικού ρόλου. Δείτε σκηνή από την ταινία «Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση»
Στην τηλεόραση, ο Θανάσης Βέγγος εμφανίστηκε στις σειρές: Βεγγαλικά (ΕΡΤ, 1988), Αστυνόμος Θανάσης Παπαθανάσης (ΑΝΤ1, 1990), Περί ανέμων και υδάτων (Mega, 2002), Έρωτας, όπως έρημος (ΝΕΤ, 2003), Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου (ΑΝΤ1, 2006) και Η Θεσσαλονίκη της νοσταλγίας μας (ΕΤ3, 2009). Δείτε βίντεο από την σειρά “Βεγγαλικά” της ΕΡΤ:
Η σχέση με τους συναδέλφους του
Ο Βέγγος ήταν από τους πιο αγαπητούς ανθρώπους στον χώρο. Οι συνάδελφοί του μιλούσαν πάντα για έναν άνθρωπο εργατικό, ευγενικό και βαθιά ανθρώπινο. Δεν ήταν ανταγωνιστικός με τον τρόπο που συχνά γίνεται στον καλλιτεχνικό χώρο. Δεν προσπαθούσε να επισκιάσει κανέναν. Αντίθετα, στήριζε τους γύρω του.

Είχε, όμως, και μια απόσταση. Δεν ήταν άνθρωπος των πολλών κοινωνικών σχέσεων. Προτιμούσε τη δουλειά και την οικογένεια.
Οι αποτυχίες και η αντοχή
Η καριέρα του δεν ήταν μια ευθεία γραμμή επιτυχίας. Υπήρξαν περίοδοι που το κοινό τον ξέχασε, που οι ταινίες δεν πήγαιναν καλά, που η τηλεόραση άλλαζε τα δεδομένα. Αλλά ο Θανάσης Βέγγος δεν εξαφανίστηκε ποτέ πραγματικά. Επανερχόταν πάντα, άλλοτε με μικρότερους ρόλους, άλλοτε με μεγάλες επιστροφές. Η συμμετοχή του σε πιο δραματικούς ρόλους, ιδιαίτερα αργότερα, απέδειξε ότι δεν ήταν μόνο κωμικός. Ήταν ένας ολοκληρωμένος ηθοποιός με τεράστιο εύρος.
Η φιλοσοφία του
Αν υπάρχει μια λέξη που περιγράφει τον Βέγγο, αυτή είναι η «αξιοπρέπεια». Δεν εκμεταλλεύτηκε ποτέ τη φήμη του. Δεν προσπάθησε να γίνει κάτι που δεν ήταν. Δεν μπήκε σε παιχνίδια εξουσίας ή επιρροής. Δούλευε ασταμάτητα, μέχρι εξάντλησης. Οι ιστορίες για τα γυρίσματα είναι χαρακτηριστικές, έκανε μόνος του επικίνδυνες σκηνές, χωρίς κασκαντέρ, πολλές φορές τραυματιζόταν αλλά συνέχιζε. Ήταν σχεδόν εμμονικός με τη δουλειά του.

“Έπρεπε να γεράσω, αγόρι μου, για να μάθω τι είναι ευτυχία. Τελικά ευτυχία είναι ένα ζευγάρι χέρια, δύο χέρια… Αυτά που θα σε αγκαλιάσουν, θα σε κρατήσουν, θα σε κοιμίσουν, θα σε περιποιηθούν, θα σου μαγειρέψουν, θα σε χαϊδέψουν και στο τέλος θα σου κλείσουν τα μάτια. Τα πολλά χέρια απλά σε κατσιάζουν… Χάσιμο χρόνου. Θα το δεις κι εσύ όσο μεγαλώνεις” είχε πει ο Θανάσης Βέγγος σε μια δήλωσή του περιγράφοντας την ευτυχία…
Η μεγάλη αποκάλυψη για τον θάνατό του 15 χρόνια μετά…
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Βέγγος αποσύρθηκε σταδιακά από τα φώτα. Η υγεία του δεν του επέτρεπε πια να δουλεύει με τον ίδιο ρυθμό. Παρόλα αυτά, η αγάπη του κόσμου δεν μειώθηκε ποτέ, αντίθετα, ίσως μεγάλωσε. Οι νεότερες γενιές ανακάλυπταν τις ταινίες του και τον αγκάλιαζαν σαν κάτι διαχρονικό.
Ο Θανάσης Βέγγος από τις 19 Δεκεμβρίου 2010 νοσηλευόταν στην εντατική μονάδα του νοσοκομείου Ερυθρός Σταυρός,λόγω εγκεφαλικού επεισοδίου. Απεβίωσε στις 3 Μαΐου 2011, λίγο πριν συμπληρώσει τα 84 χρόνια του. Στο λαϊκό προσκύνημα πλήθος κόσμου πήγε για να αποτίσει φόρο τιμής στον μεγάλο αυτό καλλιτέχνη, καθώς και πάρα πολλοί ηθοποιοί που είχαν συνεργαστεί μαζί του. Στο τελευταίο χειροκρότημα του κωμικού επώνυμοι και ανώνυμοι παρευρέθηκαν για να τον αποχαιρετίσουν. Δες βίντεο από την κηδεία του:
Όσον αφορά για τη σορό του σπουδαίου ηθοποιού, ο Γιώργος Σταυρόπουλος είχε αρχικά αποκαλύψει ότι: «Δεν ετάφη ποτέ. Είναι ένα μεγάλο μυστικό το οποίο γνωρίζουμε μόνο εγώ και η οικογένειά του». Παρόλα αυτά, έπειτα δήλωσε ότι τελευταία επιθυμία του Θανάση Βέγγου ήταν να αποτεφρωθεί, ενώ την τέφρα του: «την έχουν τα παιδιά του στο σπίτι».
Η κληρονομιά που άφησε πίσω του
Ο Θανάσης Βέγγος ήταν μια μορφή που ξεπερνά τον χρόνο. Σε μια κοινωνία που συχνά επιβραβεύει την επιφάνεια, ο ίδιος εκπροσώπησε το ακριβώς αντίθετο, την αυθεντικότητα, την προσπάθεια, την καλοσύνη. Οι ταινίες του δεν προσέφεραν έγιναν καθρέφτης μιας Ελλάδας που παλεύει να σταθεί όρθια. Και ο ίδιος, με το χαρακτηριστικό του τρέξιμο και το αγχωμένο βλέμμα, είναι ο άνθρωπος που δεν τα παρατά ποτέ.

Ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο για τον Θανάση Βέγγο είναι ότι, παρά τον μύθο που κουβαλούσε, παρέμεινε άνθρωπος. Με αδυναμίες, λάθη, οικονομικές αποτυχίες και προσωπικούς φόβους. Δεν ήταν τέλειος. Και αυτό τον κάνει ακόμη πιο σημαντικό.
Ο Θανάσης Βέγγος δεν ανήκει μόνο στον ελληνικό κινηματογράφο. Ανήκει στη συλλογική μνήμη του κόσμου μέχρι σήμερα. Είναι εκείνος ο άνθρωπος, ο βιοπαλαιστής που τρέχει ασταμάτητα, πέφτει και ξανασηκώνεται και μας θυμίζει ότι, παρά τις δυσκολίες, αξίζει να συνεχίζουμε.


">
">
">
">
">
">
">
">