Ο Κώστας Πάσσαρης αποτελεί μία από τις πιο αμφιλεγόμενες και σκοτεινές φιγούρες της σύγχρονης ελληνικής εγκληματολογικής ιστορίας. Το όνομά του συνδέθηκε έντονα με τη βία, τις ένοπλες ληστείες και τις κινηματογραφικές αποδράσεις, κυρίως στις αρχές της δεκαετίας του 2000, αφήνοντας πίσω του μια σειρά από εγκλήματα που συγκλόνισαν τη χώρα.

Τα πρώτα χρόνια: Από το αναμορφωτήριο στο «αγρίμι» της παρανομίας

Γεννημένος στην Αθήνα το 1975, μεγάλωσε στην περιοχή της Καλλιθέα, βιώνοντας δύσκολες οικογενειακές συνθήκες, καθώς εγκαταλείφθηκε από τη μητέρα του σε πολύ μικρή ηλικία. Από την εφηβεία του παρουσίασε παραβατική συμπεριφορά, με τις πρώτες κλοπές να τον οδηγούν σε αναμορφωτήριο. Σταδιακά, η δράση του κλιμακώθηκε, περνώντας από μικροκλοπές σε πιο σοβαρά εγκλήματα, όπως ένοπλες ληστείες.

Ούτε η θητεία του στον στρατό στάθηκε ικανή να αλλάξει την πορεία του, καθώς συνέχισε την εγκληματική του δραστηριότητα, ενώ δεν άργησε να πραγματοποιήσει και την πρώτη του απόδραση. Στη συνέχεια, στις φυλακές, γνώρισε άτομα με τα οποία συνεργάστηκε αργότερα, δημιουργώντας μια ομάδα που συνδέθηκε με αιματηρές ενέργειες στην Αθήνα.

2000-2001: Η κορύφωση της δράσης και η αιματοβαμμένη απόδραση

Η δράση του κορυφώθηκε την περίοδο 2000-2001, με σειρά ληστειών και ένοπλων επιθέσεων. Μια συμπλοκή με αστυνομικούς στην περιοχή της Πλατεία Βάθης αποτέλεσε σημείο καμπής, οδηγώντας σε ανταλλαγή πυροβολισμών και εντείνοντας τη βίαιη πορεία του. Ο ίδιος φέρεται τότε να δήλωσε: «Θα σκοτώσω τρεις μπάτσους», εκφράζοντας ανοιχτά τη στάση του απέναντι στις Αρχές.

Η πιο σοκαριστική στιγμή σημειώθηκε τον Φεβρουάριο του 2001, όταν κατά τη μεταγωγή του στο Νοσοκομείο Γεννηματάς κατάφερε να διαφύγει, σκοτώνοντας δύο αστυνομικούς και τραυματίζοντας ακόμη έναν υπάλληλο. Η απόδρασή του θεωρήθηκε μία από τις πιο εντυπωσιακές και επικίνδυνες στην Ελλάδα, με τις Αρχές να εξαπολύουν ανθρωποκυνηγητό για τον εντοπισμό του.

Στη συνέχεια, ο Πάσσαρης παρέμεινε καταζητούμενος, συνεχίζοντας την εγκληματική του δράση, ενώ κατάφερε να διαφύγει και στο εξωτερικό. Τελικά εντοπίστηκε και συνελήφθη στο Βουκουρέστι, μετά από νέα αιματηρή ενέργεια.

Πάσσαρης θύματα

Κατά την κράτησή του στη Ρουμανία, προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καταγγέλλοντας τις συνθήκες κράτησής του. Όπως υποστήριξε, παρέμεινε δεμένος για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ στο κελί του υπήρχε συνεχώς φως, γεγονός που –σύμφωνα με τον ίδιο– επηρέαζε την ψυχική του κατάσταση. Το δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξαν παραβιάσεις δικαιωμάτων και επιδίκασε αποζημίωση εις βάρος του ρουμανικού κράτους.

Πάσσαρης

Αίσθηση είχε προκαλέσει και η στάση του απέναντι σε πρόταση εξωδικαστικού συμβιβασμού από το ρουμανικό κράτος, ύψους 13.500 ευρώ, την οποία αρχικά αρνήθηκε. Όπως φέρεται να υποστήριξε, το ζήτημα για τον ίδιο δεν ήταν οικονομικό αλλά ηθικό, καθώς επιθυμούσε να αναγνωριστεί ότι οι συνθήκες κράτησής του δεν αποτελούσαν μέτρο ασφαλείας αλλά πράξη εκδίκησης. Μάλιστα, είχε δηλώσει χαρακτηριστικά: «Η πραγματικότητα είναι ότι οι αλυσίδες δεν είναι μέτρο ασφαλείας, είναι ένα εκδικητικό μέτρο ουσιαστικά… σκοπός του είναι να σου υποτάξει τη δύναμη της θέλησης».

Η ζωή του σήμερα

Σήμερα, εκτίει ποινή δις ισόβιας κάθειρξης σε φυλακή της Ρουμανίας, ενώ η εικόνα του φαίνεται να έχει διαφοροποιηθεί τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με πληροφορίες, έχει στραφεί στη θρησκεία, ασχολείται με τη συγγραφή και τη ζωγραφική και παρουσιάζεται ως μετανοημένος. Παράλληλα, συνεχίζονται οι συζητήσεις για ενδεχόμενη έκδοσή του στην Ελλάδα, όπου έχει καταδικαστεί ερήμην σε πολλαπλά ισόβια.

Ωστόσο, για τους συγγενείς των θυμάτων του, η αλλαγή αυτή αντιμετωπίζεται με επιφύλαξη, με πολλούς να αμφισβητούν κατά πόσο πρόκειται για πραγματική μεταμέλεια ή για μια διαφορετική στρατηγική στάσης απέναντι στη ζωή μέσα στη φυλακή.