Ο Ντίνος Ηλιόπουλος ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία καλλιτεχνών που έχουν μείνει αξέχαστοι όσα χρόνια και να περάσουν. Η Φίνος Φιλμ αναφέρει για εκείνον ότι θαύμαζε τον Τσάρλι Τσάπλιν και είχε επιστήθιο φίλο τον Μίμη Φωτόπουλο.
Ήταν ένας άνθρωπος με ιδιαίτερα εκλεπτυσμένο χιούμορ και ασυνήθιστα αβίαστη ευγένεια, ένας gentleman, που κατάφερε να σκορπίζει το γέλιο αυθόρμητα και χωρίς υπερβολές. Δεινός χορευτής, λάτρης του ωραίου φύλου, εξαιρετικά ταλαντούχος ηθοποιός με ευρωπαϊκό αέρα, ξεχώρισε γρήγορα, αφού μπορούσε να είναι ο εαυτός του και ο ρόλος του ταυτόχρονα. Δεν ήταν λίγοι αυτοί άλλωστε, που τον ονόμασαν Φρεντ Αστέρ της Ελλάδας.

«Είναι ιεροσυλία να με αποκαλούν χορευτή και να με συγκρίνουν με τον Φρεντ Αστέρ, έναν καλλιτέχνη αέρινο και μοναδικό. Εγώ απλώς έχω έναν έμφυτο ρυθμό. Τίποτα άλλο» έλεγε ο ίδιος. Σύμφωνα με τον θεατρικό κριτικό Κώστα Γεωργουσόπουλο, ο Ντίνος Ηλιόπουλος αποτελεί μοναδικό φαινόμενο στο ελληνικό θέατρο. «Καλλιέργησε ένα φανταιζίστικο ύφος, γεμάτο φαντασία, ποιητική αίσθηση, ονειροπόληση και παιδική αφέλεια. Κάτοχος μιας χορευτικής τεχνικής και διαθέτοντας την ικανότητα του αυτοσχεδιασμού χωρίς να φτηναίνει το στυλ, ο Ηλιόπουλος δεν έχει προγόνους ούτε μιμητές. Δημιούργησε κωμικούς χαρακτήρες με φινέτσα, αγαθό χιούμορ και εύθραυστη επιφάνεια. Ήταν ένας κλόουν, ένας πιερότος, γεμάτος καλές προθέσεις, που συνεχώς έσπαζε τα μούτρα του επάνω στη σκληρή πραγματικότητα. Μέσα από τη συνεχώς έκπληκτη μάσκα του διέκρινες μια δακρυσμένη ωριμότητα και μια φιλοσοφημένη αποδοχή τού μοιραίου».
Ντίνος Ηλιόπουλος: Μεγαλωμένος στα πούπουλα
Ο Ντίνος Ηλιόπουλος μεγάλωσε μέσα σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον που, χωρίς να το καταλαβαίνει τότε, θα καθόριζε την καλλιτεχνική του ματιά. Η οικογένειά του μετακινήθηκε νωρίς στην Αθήνα, όπου και ήρθε σε επαφή με το θέατρο, όχι ως θεατής μόνο, αλλά ως παρατηρητής της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Ο μεγάλος ηθοποιός γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1915από Έλληνες γονείς. Ο έμπορος πατέρας του, όμως, καταστράφηκε οικονομικά από το κραχ του 1929 με αποτέλεσμα η οικογένεια να μετακομίσει στη Μασσαλία. Αυτός ήταν και ο λόγος που ο ίδιος είχε ως πρώτη γλώσσα του, τη γαλλική. Το 1935 η οικογένειά του επέστρεψε στην Ελλάδα και ο Ντίνος Ηλιόπουλος γράφτηκε στο Berkshire High Commercial School για να σπουδάσει εμπορικές επιστήμες και να ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του. Αφού αποφοίτησε και ολοκλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία, η οποία ήταν παρατεταμένη λόγω του πολέμου, έπιασε δουλειά σε μια αντιπροσωπεία.
Ωστόσο, δεν έμεινε για πολύ εκεί και στη συνέχεια άλλαζε δουλειές «σαν τα ξυραφάκια του» όπως έλεγε με χιούμορ ο ίδιος, ώσπου συνειδητοποίησε ότι θέλει να αφοσιωθεί στο θέατρο. Άλλωστε, ο ίδιος αγαπούσε τον κινηματογράφο από μικρό παιδί. Στον ελεύθερο χρόνο του, διάβαζε και άκουγε τζαζ, ενώ η μεγάλη του λατρεία ήταν ο ξένος κινηματογράφος και τα λαμπερά μιούζικαλ της εποχής. Όπως είχε δηλώσει ο ίδιος: «Θυμάμαι οι αγαπημένες μου ταινίες ήταν “Τα Φώτα της Πόλης” και “Ο Δικτάτορας” με τον Τσάρλι Τσάπλιν. Έμπαινα στις αίθουσες το πρωί και έβγαινα το βράδυ. Κατάκλεβα τις φιγούρες του Τσάπλιν, τις γκριμάτσες του. Προσπαθούσα να αναλύσω σε βάθος την υποκριτική του. Ήταν για μένα ο πρώτος μου δάσκαλος και του χρωστάω την μετέπειτα εξέλιξή μου ως ηθοποιός».

Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, γνώρισε τον σκηνοθέτη Ντίνο Δημόπουλο και έγιναν αχώριστοι. Λίγο πριν κηρυχθεί ο πόλεμος στην Ελλάδα, αποφασίζουν να δώσουν εξετάσεις στην Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Το τρακ του ήταν μεγάλο και καθώς ξεκίνησε με τρεμάμενη φωνή να απαγγέλει ένα ποίημα του Καβάφη, κόπηκε. Το ίδιο και ο Δημόπουλος, που του αναπτέρωσε, όμως, το καταρρακωμένο ηθικό και, έτσι, λίγο αργότερα μπήκε στην Δραματική Σχολή του Γιαννούλη Σαραντίδη, αποφοιτώντας με άριστα το 1942.
Η φοίτησή του στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου δεν τον μετέτρεψε μόνο σε ηθοποιό. Του έδωσε εργαλεία για κάτι βαθύτερο: να “διαβάζει” τον άνθρωπο. Από νωρίς φάνηκε ότι δεν τον ενδιέφερε η εύκολη επιτυχία. Αναζητούσε κάτι πιο σύνθετο, πιο ουσιαστικό.
Η πρώτη και μεγάλη του αγάπη με το θέατρο
Πριν από τη μεγάλη οθόνη, υπήρξε η σκηνή. Εκεί ο Ηλιόπουλος διαμόρφωσε τη γλώσσα του. Δεν ήταν ποτέ ο ηθοποιός των μεγάλων χειρονομιών. Η δύναμή του βρισκόταν στη λεπτομέρεια: σε ένα βλέμμα, σε μια παύση, σε μια φαινομενικά ασήμαντη κίνηση που αποκάλυπτε έναν ολόκληρο εσωτερικό κόσμο.

Συνεργάστηκε με σημαντικούς θιάσους και δεν δίστασε να αναλάβει ρίσκα, ακόμα και οικονομικά, προκειμένου να ανεβάσει παραστάσεις που πίστευε. Για εκείνον, το θέατρο δεν ήταν επάγγελμα. Ήταν ευθύνη. Το θεατρικό του ντεμπούτο έγινε το 1944, όταν προσλήφθηκε στον θίασο της κυρίας Κατερίνας, παίζοντας στο έργο του Λέο Λέντς «Κυρία, σας αγαπώ». Την επόμενη χρονιά, θα παίξει ένα μικρό ρόλο στο έργο «Θυσία του Κλοντέλ» με τον θίασο Μαίρης Αρώνη – Δημήτρη Χορν, και στη συνέχεια θα επιστρέψει πάλι στην κυρία Κατερίνα, με τη συμμετοχή του σε κλασικά έργα όπως «Η Πινακοθήκη των Ηλιθίων» του Νίκου Τσιφόρου, «Η Κυρία δε με Μέλει» του Σαρντού, «Δαλιδά» του Μπέζου και άλλα.
Αργότερα θα τραβήξει το ενδιαφέρον του μεγάλου ηθοποιού Βασίλη Λογοθετίδη, κατά την διάρκεια ερμηνείας του στο ρόλο του κλόουν, με αποτέλεσμα να πείσει την Μαρίκα Κοτοπούλη να τον εντάξει στο θίασό της και να πάρει έναν μικρό ρόλο στην παράσταση «Οι Γερμανοί Ξανάρχονται» των Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου. Μεγάλος σταθμός στην καριέρα του ήταν και ο Δημήτρης Μυράτ, για τον οποίο έτρεφε μεγάλο σεβασμό και θεωρούσε σπουδαίο δάσκαλο και σκηνοθέτη.

Μετά από μια σειρά μικρών ρόλων στον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη, ο Ντίνος συναντιέται για πρώτη φορά με τον Μίμη Φωτόπουλο, αυτή τη φορά σε επιθεώρηση, στο θέατρο Ακροπόλ το καλοκαίρι του 1947. Έτσι, δειλά αλλά αποφασιστικά, μπαίνει στη ζωή του το μουσικό θέατρο και η κωμωδία και δεν αργεί να καθιερωθεί, όταν η Κοτοπούλη και ο Μυράτ του αναθέτουν τον πρωταγωνιστικό του ρόλο στο έργο «Θανασάκης ο Πολιτευόμενος». Μετά από αρκετές ακόμα παραστάσεις αλλά και ταινίες στον κινηματογράφο, ο καθιερωμένος πλέον ηθοποιός κάνει τα πρώτα του βήματα και ως θιασάρχης.
Έτσι, το 1953 ηγείται του «κλιμακίου κωμωδίας» του θιάσου Κοτοπούλη, ο οποίος στεγάζεται στο Θέατρο Σαμαρτζή με την επιτυχία του Δημήτρη Ψαθά «Ζητείται Ψεύτης». Ο Ντίνος, όμως, ήθελε να ανοίξει κι άλλο το φτερά του, χωρίς την προστασία της Κοτοπούλη, που τόσο θαύμαζε. Όταν, λοιπόν, του πρότεινε ο Μίμης Φωτόπουλος να συγκροτήσουν δικό τους θίασο, εκείνος δέχτηκε, ανεβάζοντας το πρώτο τους έργο, τους «Μικρούς Φαρισαίους» του Ψαθά, σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία.
Μια από τις πιο σημαντικές συνεργασίες του στο θέατρο επίσης ήταν με την Μαίρη Αρώνη. Η μεγάλη πρωταγωνίστρια του Εθνικού, είχε μεγάλη αδυναμία και στην ελληνική κωμωδία. Έτσι, έπαιξαν μαζί σε τρία έργα που άφησαν εποχή στην ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου, τα «Φωνάζει ο Κλέφτης» του Ψαθά, «Η Κυρία του Κυρίου» των Τσιφόρου-Βασιλειάδη και «Χρυσή Αράχνη» του Στέφανου Φωτιάδη. Συνέχεια είχε η συνεργασία του με την Τζένη Καρέζη, με την παράσταση «Το Κοροϊδάκι της Δεσποινίδος», ενώ ακολούθησαν πολλές ακόμα επιτυχίες όπως «Ο Φίλος μου ο Λευτεράκης» και «Το Έξυπνο Πουλί». Δες βίντεο από την ταινία “Το Κοροϊδάκι της Δεσποινίδος”:
Το 1963 άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην καριέρα του, ως επιχειρηματίας και θιασάρχης, στο Θέατρο Γκλόρια. Παρότι οι παραστάσεις πήγαιναν καλά, ο ίδιος αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες, ξοδεύοντας υπέρογκα ποσά για να βοηθήσει επίδοξους συναδέλφους του. Το δαιμόνιο του επιχειρηματία δεν ήταν από τα αγαπημένα του χαρίσματα και έτσι το 1971 ανέβασε την τελευταία του επιχειρηματική απόπειρα, «Τα Παιδιά των Αγκαθιών», λέγοντας χαριτολογώντας «Τρεις τρόποι υπάρχουν για να καταστραφείς στη ζωή σου: οι γυναίκες, τα χαρτιά και οι θεατρικές επιχειρήσεις». Την ίδια χρονιά, ήρθε μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση από την φίλη του Έλλη Λαμπέτη. Ένα μιούζικαλ, το αγαπημένο είδος του Ντίνου, με τίτλο «Η Γλυκιά Ίρμα». Οι κριτικές ήταν διθυραμβικές. Την επόμενη χρονιά, ακολουθεί ένα νέο μιούζικαλ, το «Καμπαρέ», αυτή τη φορά με την Μάρθα Καραγιάννη, όπου βρίσκεται πάλι στο στοιχείο του και διαπρέπει.
Το 1975 αποφασίζει να κάνει την μεγαλύτερη περιοδεία που πραγματοποίησε ποτέ ελληνικός θίασος στην Αμερική. Ένας χρόνος τουρνέ σε όλες τις ΗΠΑ και τον Καναδά, με τις «Θεσμοφοριάζουσες» του Αριστοφάνη συνδυασμένες με ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς. Η επιτυχία ήταν ανεπανάληπτη, με τις εφημερίδες της εποχής να υποδέχονται θριαμβευτικά τον ελληνικό θίασο. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα και σαράντα χρόνια εμπειρίας στην πλάτη του, ήρθε επιτέλους η στιγμή που τον καλεί το Εθνικό Θέατρο για να ερμηνεύσει τον Αμφιτρύωνα στον «Πλούτο» του Αριστοφάνη. Το καλοκαίρι του 1978 εμφανίστηκε και στην Επίδαυρο, στο έργο «Θεσμοφοριάζουσες», μελετώντας τον ρόλο του μέχρι την τελευταία πρόβα σαν να ήταν πάλι μαθητής. Δες βίντεο από τις «Θεσμοφοριάζουσες» (1981)στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού:
Η συνέχεια της θεατρικής του διαδρομής ήταν γεμάτη από εναλλαγές ρόλων και χαρακτήρων, με το μιούζικαλ να πρωτοστατεί στις επιλογές του. Ευτύχισε να παίζει μέχρι τα βαθιά γεράματα, με τελευταία του παράσταση το 1999, σε ηλικία 84 ετών, στο έργο «Νταϊάνα, η Πριγκίπισσα του Λαού».
Οι πιο σημαντικές συνεργασίες στον κινηματογράφο
Η ευρεία αναγνώριση ήρθε μέσα από τον κινηματογράφο, κυρίως τη δεκαετία του ’50 και του ’60. Εκεί όπου πολλοί τον θυμούνται για τις κωμικές του στιγμές, ο ίδιος φρόντισε να δείξει ότι μπορούσε να κινηθεί πολύ πέρα από αυτές.
Η ερμηνεία του στην ταινία «Ο Δράκος», σε σκηνοθεσία του Νίκου Κούνδουρου, παραμένει μία από τις πιο σημαντικές στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου. Δες βίντεο από την ταινία:
Κι όμως, το κοινό τον αγάπησε εξίσου στις κωμωδίες του. Συνεργάστηκε με μορφές όπως η Γεωργία Βασιλειάδου και ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, δημιουργώντας στιγμές που έμειναν στο μυαλό του κόσμου. Η διαφορά ήταν ότι ακόμα και όταν έκανε τον κόσμο να γελά, υπήρχε πάντα μια υποψία θλίψης από κάτω.
Ο κινηματογράφος μπήκε στη ζωή του το 1948, όταν έκανε το ντεμπούτο του στη μεγάλη οθόνη με την κωμωδία «100.000 Λίρες» του Αλέκου Λειβαδίτη σε σενάριο Νίκου Τσιφόρου. Συνέχεια είχε η ταινία «Διαγωγή Μηδέν», το 1949, όπου συναντιέται για πρώτη φορά κινηματογραφικά με την Έλλη Λαμπέτη. Δες βίντεο από την ταινία:
Την επόμενη χρονιά, παίζει στους «Απάχηδες των Αθηνών» πλάι στον μεγάλο Αιμίλιο Βεάκη, ενώ ακολούθησαν δύο ακόμα ταινίες με τον φίλο του Μίμη Φωτόπουλο. Το 1952, ο Ντίνος θα περάσει το κατώφλι της Φίνος Φιλμ, της εταιρείας που μετά από λίγα χρόνια θα τον καθιέρωνε ως σταρ. Πρώτος σταθμός στην Φίνος Φιλμ ήταν «Ο Γρουσούζης» του Γιώργου Τζαβέλλα, σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι και πρωταγωνιστή τον Ορέστη Μακρή, αλλά στον μικρό ρόλο ενός γέροντα.
Η πρώτη του μεγάλη επιτυχία θα έρθει το 1954, με την ταινία «Θανασάκης ο Πολιτευόμενος», διασκευή του ομώνυμου θεατρικού έργου που είχε ανεβάσει. Την ίδια χρονιά, θα πάρει έναν σπουδαίο ρόλο στην πρώτη μουσική κωμωδία της Φίνος Φιλμ, το «Χαρούμενο Ξεκίνημα» του Ντίνου Δημόπουλου, όπου κερδίζει τις εντυπώσεις αλλά δεν πείθει ακόμα τον Φίνο. Οι αναστολές του κρατάνε έξι χρόνια, όταν το 1960 πείθεται από τον Σακελλάριο να του δώσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες» μαζί με τον Κώστα Χατζηχρήστο. Δες βίντεο από την ταινία:
Η επιτυχία ήταν τεράστια και ακολούθησε μια σειρά από αξέχαστους κινηματογραφικούς ρόλους σε κωμωδίες και μιούζικαλ, όπως «Το Κοροϊδάκι της Δεσποινίδος» (1960), «Ζητείται Ψεύτης» (1961) στον ρόλο του ψευτο-Θόδωρου, «Ο Ατσίδας» (1962) ερμηνεύοντας τον αυστηρό αδελφό της Ζωής Λάσκαρη, – η επική ατάκα του «στρίβειν δια του αρραβώνος» έχει μείνει στην ιστορία – «Μερικοί το Προτιμούν Κρύο» (1963) με την Ρένα Βλαχοπούλου που θαύμαζε αθεράπευτα, «Ο Φίλος μου ο Λευτεράκης» (1963), «Το Δόλωμα» (1964), «Φωνάζει ο Κλέφτης» (1965), «Οι Κυρίες της Αυλής» (1966) ως φουκαράς πλην τίμιος ζωγράφος και πολλές άλλες. Λέγεται μάλιστα ότι για την κινηματογραφική εκδοχή του συγκεκριμένου έργου, ο Ηλιόπουλος έλαβε 90.000 δραχμές, μια αρκετά μεγάλη αμοιβή από την Φίνος Φίλμ για την εποχή. Δες βίντεο από την ταινία «Οι κυρίες της Αυλής»:
Το μιούζικαλ ήταν όμως το μεγάλο του πάθος και στην Φίνος Φιλμ βρήκε το έδαφος για να το εκτονώσει. Εκεί ο φακός κατέγραψε τις χορευτικές του ικανότητες και την ευκολία που διέθετε σε αυτό το τόσο δύσκολο είδος. Όλες αυτές οι ταινίες που τον καθιέρωσαν ως ένα από τα μεγάλα κινηματογραφικά αστέρια, κατάφεραν να μεγαλώσουν τρεις γενιές Ελλήνων, όπως είχε πει ο Ηλιόπουλος με καμάρι. Δες βίντεο από την ταινία «Ο Ατσίδας»:
Τη δεκαετία κυρίως του ’80 θα γυρίσει ταινίες που δυστυχώς ήταν κατώτερες από εκείνες της χρυσής περιόδου του ’60. Ο ελληνικός κινηματογράφος βρίσκεται στο ναδίρ του και πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, ο κλάδος κατακλύζεται από φαρσοκωμωδίες. Το 1986, όμως, θα κάνει μια σημαντική εμφάνιση στην ταινία του Θεόδωρου Αγγελόπουλου «Ο Μελισσοκόμος» με πρωταγωνιστή τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι.
Ο ίδιος είχε πει: «Αυτή η εμφάνισή μου κράτησε όσο ένα φτέρνισμα. Όποιος εκείνη τη στιγμή τύχαινε να φτερνιστεί έπρεπε να περιμένει να με δει στην επόμενη προβολή. Σημασία, όμως, έχει η ποιότητα και όχι η ποσότητα. Και για μένα αυτή η εμφάνιση ήταν ποιοτική, ένα άλλο δικό μου πρόσωπο που το οφείλω στον Αγγελόπουλο». Στο ενεργητικό του περιλαμβάνονται, ακόμα, τρεις δίσκοι – ο ένας με σατιρικά του Γεωργίου Σουρή, δύο βιβλία με ευθυμογραφήματα, μία ποιητική συλλογή και φυσικά η αυτοβιογραφία του με τίτλο «Ένας Hλιόπουλος ονόματι Nτίνος», που εκδόθηκε το 1999 από την «Άγκυρα».
Η οικονομική καταστροφή και μετανάστευση στην Αμερική
Το 1963 ο Έλληνας «Φρεντ Αστέρ» πήρε την απόφαση να αποκτήσει δικό του θέατρο, το «Γκλόρια». Όμως, η σχέση του με το χρήμα ήταν τραγική. Όταν ανέβαζε παραστάσεις που απαιτούσαν 5-6 ηθοποιούς, αυτός προσλάμβανε 15, ώστε να δώσει μεροκάματο σε κάποιον άνεργο συνάδελφο ή φίλο του. Την ίδια λογική είχε και όταν διαπραγματευόταν την αμοιβή του, για τη συμμετοχή του σε μια εμπορική ταινία. «Αισθάνομαι ότι πάντα λείπει ένα μηδενικό από την αξία μου, στο τέλος του αριθμού της αμοιβής μου», έχει πει ο ίδιος σε συνέντευξή του.
Από το 1966 και μετά οι παραστάσεις του δεν πήγαιναν καθόλου καλά. Για τον μεγάλο ηθοποιό υπήρχε μόνο μια λύση. Να ξενιτευτεί στην Αμερική και τον Καναδά για να καταφέρει να «ξελασπώσει» οικονομικά. Εργάστηκε εκεί για περίπου δύο χρόνια. Επέστρεψε στην Ελλάδα και συνέχισε την επιτυχημένη καριέρα του… Η τελευταία του εμφάνιση στο σανίδι ήταν τη θεατρική σεζόν 1998 – 1999 στην παράσταση «Νταϊάνα, η Πριγκίπισσα του λαού» που ανέβηκε στο Θέατρο Καλουτά. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε και την αυτοβιογραφίατου με τίτλο «Ένας Ηλιόπουλος ονόματι Ντίνος».
Η ερωτική απογοήτευση με την Άννα Φόνσου και οι άλλες μεγάλες του αγάπες
Σε μια εποχή όπου οι προσωπικές ζωές των καλλιτεχνών συχνά γίνονταν δημόσιο θέαμα, ο Ηλιόπουλος επέλεξε τον αντίθετο δρόμο. Δεν επένδυσε ποτέ στη δημοσιότητα. Δεν τον ενδιέφεραν τα πρωτοσέλιδα, μοιραία όμως και λόγω της φήμης του έγινε πολλές φορές…

Ο Ντίνος Ηλιόπουλος είχε αδυναμία στο ωραίο φύλο, υπήρξε μεγάλος καρδιοκατακτητής και παντρεύτηκε δύο φορές. Ο πρώτος γάμος του διήρκεσε ελάχιστους μήνες και στις συνεντεύξεις του ο ίδιος δεν ήθελε να αναφέρεται καθόλου σε εκείνο το κομμάτι της ζωής του. Ο γάμος αυτός διήρκησε ελάχιστους μήνες, ενώ από τον δεύτερο, που τελέστηκε το 1963, με τη Χίλντεγκαρντ Βίτσερ, αυστριακής καταγωγής, απέκτησαν δύο κόρες, την Εβίτα το 1964 και το 1972 τη Χίλντα και τρία εγγόνια, τη Νικήτα της Εβίτας, την Έλλη και τον Ντίνο, της Χίλντας.

Μεγάλος ήταν και ο έρωτάς του με την Άννα Φόνσου, με την οποία είχαν 30 χρόνια διαφορά ηλικίας. Δες σκηνή από την ταινία «Ο Στρατής παραστράτησε» που έπαιζαν οι δυο τους μαζί:
Επίσης το τραγούδι «Μείνε Λίγο», σε στίχους Ντίνου Ηλιόπουλου και μουσική Σπύρου Παππά μπορεί να μην είναι πολύ γνωστό, όμως το γεγονός ότι οι στίχοι του είναι γραμμένοι για την Άννα Φόνσου το κάνουν ιδιαίτερο. Πρόκειται για ένα τραγούδι του 1962, όταν η Άννα Φόνσου εγκατέλειψε τον Ντίνο Ηλιόπουλο, για να παντρευτεί τον πλούσιο θεατρικό επιχειρηματία Κώστα Παλτόγλου.
Μείνε λίγο, σ’ το φωνάζω με τα μάτια, με το στόμα
και θα φύγω μοναχός μου, χωρίς δάκρυ, μείνε ακόμα,
αν σε χάσω, δεν υπάρχει ούτε αύριο, ούτε τώρα,
θα ξεχάσω, δώσ’ μου όμως, σ’ εξορκίζω λίγη ώρα…

Η Άννα Φόνσου έχει μιλήσει για τη σχέση αυτή: «Πήγα και παντρεύτηκα ξαφνικά και χωρίς να του πω τίποτα. Ο Ντίνος κόντεψε να τρελαθεί. Ενώ μου έλεγε, πρέπει να φτιάξεις τη ζωή σου, εγώ είμαι μεγάλος για σένα, μετά που τον άφησα, έπεσε σε απελπισία. Τον αγαπούσα, δεν ήταν η διαφορά της ηλικίας που έφυγα. Αργότερα του ζήτησα χίλιες φορές συγνώμη, που έφυγα έτσι ξαφνικά, αλλά δεν μπορούσα να του το πω. Το μόνο που του είπα, ήταν θέλω να μείνω ένα διάστημα μόνη, να σκεφτώ… ξέρεις τώρα… αυτές τις ανοησίες που λένε οι γυναίκες όταν θέλουν να φύγουν. Στην πραγματικότητα, έβγαζα χαρτιά να παντρευτώ. Και ο Ντίνος, ανοίγει μια μέρα την εφημερίδα, και διαβάζει πως η Άννα Φόνσου, παντρεύεται τον πλουσιότερο έλληνα, τον Κώστα Παλτόγλου. Ο Παλτόγλου, ήταν ο επιχειρηματίας στο θέατρο που έπαιζα εγώ με τον Ντίνο».
Την γυναίκα της ζωής του, την Χίλντεγκαρντ Βίτσερ, την γνώρισε και την ερωτεύτηκε τον Αύγουστο του 1963 στην Θεσσαλονίκη, όπου η Αυστριακή καλλονή βρέθηκε τυχαία μετά από διακοπές στα ελληνικά νησιά. Ο γάμος τους έγινε λίγους μήνες αργότερα και κράτησε μια ολόκληρη ζωή.
Στη λεζάντα των φωτογραφιών του γάμου, οι εφημερίδες έγραφαν: «Ο Ντίνος Ηλιόπουλος την ημέρα του γάμου του με την δεύτερη σύζυγο του, την αυστριακής καταγωγής Χίλντεγκαρντ Βίτσερ το 1963». Δίπλα στο ζευγάρι η αριστοκρατική μητέρα του ηθοποιού, Αθηνά Ηλιοπούλου, η μεγάλη του αδυναμία στην οποία έμοιαζε ιδιαίτερα φυσιογνωμικά. Όταν ο Ντίνος Ηλιόπουλος είχε αρρωστήσει με τύφο σε ηλικία 10 ετών και είχε μείνει κλινήρης και χωρίς τις αισθήσεις του επί σειρά μηνών, η μητέρα του δεν έλειψε λεπτό από το προσκεφάλι του. Αλλά και στα χρόνια των μεγάλων επιτυχιών του δεν απουσίασε ποτέ από πρεμιέρα του..
Η σιωπηλή αποχώρηση των τελευταίων χρόνων

Υπάρχουν περιστατικά που, αν και μικρά, αποκαλύπτουν τον χαρακτήρα του Ντίνου Ηλιόπουλου. Σε μια θεατρική παράσταση, όταν κάτι πήγε στραβά στη σκηνή, δεν πανικοβλήθηκε. Με έναν αυτοσχεδιασμό που μόνο εκείνος μπορούσε να κάνει, μετέτρεψε το λάθος σε κορυφαία στιγμή της παράστασης. Σε άλλη περίπτωση, αρνήθηκε ρόλους που θα του εξασφάλιζαν εμπορική επιτυχία, επειδή δεν πίστευε στην ποιότητά τους. Δεν ήταν θέμα εγωισμού. Ήταν θέμα αρχών…
Ο Ηλιόπουλος αντιμετώπιζε την υποκριτική σχεδόν ηθικά. Πίστευε ότι ο ηθοποιός δεν πρέπει να «πουλάει» τον εαυτό του, αλλά να υπηρετεί τον ρόλο. Δεν τον ενδιέφερε να είναι αρεστός, τον ενδιέφερε να είναι αληθινός. Αυτή η στάση τον έφερε πολλές φορές σε σύγκρουση με τη λογική της αγοράς. Αλλά τον κράτησε ακέραιο. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε μακριά από τη δημοσιότητα, όπως ακριβώς έζησε. Χωρίς θόρυβο.
Δεν ήταν από εκείνους που «έσβησαν». Απλώς αποσύρθηκε, αφήνοντας τις ερμηνείες του να μιλούν. Για την μεγάλη του προσφορά στο θέατρο, ο Ντίνος Ηλιόπουλος τιμήθηκε με τον Χρυσό Σταυρό Γεωργίου Α΄. Το 1999 του απονεμήθηκε το Μετάλλιο της Πόλης των Αθηνών, από τον Δήμο Αθηναίων, αλλά και τιμητική πλακέτα το 2000 από τον Δήμο Πειραιά.
Για τον Ντίνο Ηλιόπουλο, είχε πει ο Κώστας Καραμανλής: «Ο Ντίνος Ηλιόπουλος, ο Ντίνος όλων των Ελλήνων, με το αστείρευτο, πολυδιάστατο ταλέντο του υπηρέτησε την τέχνη του, κυριάρχησε στη θεατρική σκηνή και τη μεγάλη οθόνη, δωρίζοντας απλόχερα το γέλιο σε γενιές Ελλήνων θεατών. Το ήθος του και η σεμνότητά του είναι η παρακαταθήκη του για τους νεότερους συναδέλφους του».

Ο Ντίνος Ηλιόπουλος έφυγε από τη ζωή στις 4 Ιουνίου του 2001, μετά από μακριά νοσηλεία σε διάφορα νοσοκομεία σε ηλικία 86 ετών και κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Στο μνήμα του υπάρχει μια πλάκα, που γράφει κατ’ απαίτησή του: «Με συγχωρείτε κυρίες μου, που δεν μπορώ να σηκωθώ».


">
">
">
">
">
">
">
">