Η Ρένα Βλαχοπούλου δεν ήταν μόνο μια σπουδαία ηθοποιός. Ήταν ένα ολόκληρο καλλιτεχνικό φαινόμενο. Με φωνή που μπορούσε να σταθεί ισάξια δίπλα στις μεγάλες τζαζ ερμηνεύτριες, με υποκριτικό ένστικτο ακριβείας και με ένα μοναδικό κωμικό ταμπεραμέντο, κατάφερε να γίνει μία από τις πιο αγαπητές μορφές του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου. Για περισσότερα από πενήντα χρόνια κυριάρχησε στις σκηνές, στις κινηματογραφικές αίθουσες και στις καρδιές των Ελλήνων.

Η «Κόμισσα της Κέρκυρας», όπως έμεινε γνωστή, υπήρξε μια γυναίκα με ισχυρή προσωπικότητα, παρορμητική, γενναιόδωρη, εκρηκτική και βαθιά συναισθηματική. Έζησε μεγάλους έρωτες, τρεις γάμους, δύσκολες προσωπικές στιγμές και μια καριέρα που ελάχιστοι καλλιτέχνες στην Ελλάδα μπορούν να συγκρίνουν.

Γεννημένη τραγουδίστρια!

Βλαχοπούλου: Το φιλοχουντικό παρελθόν, ο έρωτας με την τσόχα και οι 3 γάμοι - Αφιέρωμα στην ζωή της
EUROKINISSI

Η Ειρήνη Βλαχοπούλου γεννήθηκε το 1917 στην Κέρκυρα. Ο πατέρας της, Γιάννης Βλαχόπουλος, ανήκε στην αριστοκρατία του νησιού, ενώ η μητέρα της, Καλλιόπη, ήταν κόρη κάποιας υπηρέτριας που εργαζόταν στο σπίτι των Βλαχόπουλων. Οι γονείς της αγαπήθηκαν και, παρά τις αντιδράσεις της οικογένειας του νέου που τον αποκλήρωσε, παντρεύτηκαν κι έκαναν εννιά παιδιά. Τα έβγαζαν πέρα με δυσκολία. Η Ρένα ήταν το πέμπτο τους παιδί. Με τον πατέρα της πήγαινε συχνά επίσκεψη στον αρχοντικό του κόντε Θεοτόκη, όπου υπήρχε πιάνο αλλά και μια δισκοθήκη με δίσκους των 78 στροφών. Εκεί θα έχει την πρώτη της επαφή με τη μουσική και το τραγούδι.

Από παιδί έδειξε ξεχωριστό ταλέντο. Σπούδασε μουσική στο Ωδείο του Δραματικού Συλλόγου Κέρκυρας και γρήγορα άρχισε να τραγουδά επαγγελματικά σε ζαχαροπλαστεία και τοπικά κέντρα. Η φωνή της, βαθιά και μελωδική, διέθετε σπάνιο τζαζ χρώμα, ενώ οι δάσκαλοί της διέκριναν ότι μπορούσε να εξελιχθεί σε σπουδαία ερμηνεύτρια.

«Στη ζωή μου ξεχνάω τα πάντα. Ποτέ δε σκέφτομαι το χθες. Με κουράζει να το σκεφτώ. Να σκεφτώ τι έκανα μικρή. Μια τρελή κοπέλα ήμουν. Δε μου άρεσαν τα γράμματα καταρχήν. Ανήσυχο πλάσμα ήμουν. Τι ξύλο έχω φάει μόνο ένας θεός το ξέρει. Πάντα με έχανε η μάνα μου. Από εφτά χρονών ήμουν τραγουδίστρια. Ήμουν και τρομερά ψεύτρα μικρή. Παραμυθατζού. Από μικρή έλεγα ότι ήρθαν κάποιοι πλούσιοι από την Αμερική και θέλουν να με κάνουν παιδί τους», συνήθιζε να λέει η ίδια όταν την ρωτούσαν για τον χαρακτήρα της.

Ο πρώτος γάμος και το πρώτο μεροκάματο

Ρένα Βλαχοπούλου
EUROKINISSI

Ανήλικη ακόμη, σε ηλικία δεκαέξι ετών, πρωτοδούλεψε ως επαγγελματίας σε ζαχαροπλαστείο στη Σπιανάδα. Εκεί, το καλοκαίρι του 1938 γνώρισε τον πρώτο άντρα της ζωής της, τον ποδοσφαιριστή της ΑΕΚ Κώστα Βασιλείου, με τον οποίο κλέφτηκε και παντρεύτηκε το καλοκαίρι της επόμενης χρονιάς, παρουσία λίγων φίλων.

Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος. Τότε, στο βαριετέ “Όασις”, στο Ζάππειο, όπου ο Μίμης Τραιφόρος παρουσίαζε νέους καλλιτέχνες, η Ρένα θα πάει να δοκιμάσει τις ικανότητές της στο τραγούδι. Εντυπωσιάζει τον Τραϊφόρο, που της ζητά να τραγουδά εκεί μόνιμα. Πράγματι, την άλλη μέρα θα πάει να τραγουδήσει στο βαριετέ, φορώντας δανεική τουαλέτα που θα την πατήσει και θα πέσει κάτω. Το πρώτο τραγούδι που είπε ήταν το «Μικρή χωριατοπούλα» του Πολ Μενεστρέλ, το οποίο διασκευάστηκε αργότερα στο πασίγνωστο «Κορόιδο Μουσολίνι», από τον Γιώργο Οικονομίδη στον ελληνοιταλικό πόλεμο και γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Εμφανίζεται για πρώτη φορά ως τραγουδίστρια στο θέατρο Μοντιάλ του Μακέδου, στην οδό Πανεπιστημίου σε επιθεώρηση με τη Σοφία Βέμπο, τις αδελφές Καλουτά, τον Μάνο Φιλιππίδη, την Ηρώ Χαντά, τον Μίμη Κοκκίνη και τη Γεωργία Βασιλειάδου. Παράλληλα ξεκινά να ηχογραφεί δίσκους γραμμοφώνου στην Οντεόν.

Το διαζύγιο και ο δεύτερος γάμος

Ρένα Βλαχοπούλου

Πριν γίνει κινηματογραφικό αστέρι, η Ρένα Βλαχοπούλου ήταν ήδη ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του ελληνικού τραγουδιού. Στη δεκαετία του 1940 και του 1950 συνεργάστηκε με κορυφαίους συνθέτες και εμφανίστηκε στα σημαντικότερα κοσμικά κέντρα της Αθήνας. Το χειμώνα του 1940 η Ρένα Βλαχοπούλου έχασε και τους δύο γονείς της, κατά το βομβαρδισμό της Κέρκυρας από τους Ιταλούς. Η Βλαχοπούλου έμαθε τα τραγικά νέα λίγο πριν εμφανιστεί στο θέατρο. Η αδερφή της ήταν αυτή που πήγε στο καμαρίνι της και της τα μετέφερε. Επιχείρησε να βγει στη σκηνή και να τραγουδήσει, αλλά δεν τα κατάφερε. Στα μισά του πρώτου τραγουδιού λύγισε, ξέσπασε σε κλάματα και έφυγε για τα καμαρίνια. Η Άννα Καλουτά ήταν αυτή που βγήκε στη σκηνή και έτσι συνεχίστηκε η παράσταση. Μεσούσης της Κατοχής, το 1942, παντρεύτηκε για δεύτερη φορά με τον τραπεζίτη Γιάννη Κωστόπουλο, γόνο καλής οικογένειας των Αθηνών.

Ρένα Βλαχοπούλου
Ρένα Βλαχοπούλου

Η μεγάλη καριέρα στην τζαζ

Τότε γνώρισε και τον μεγάλο πιανίστα της τζαζ Γιάννη Σπάρτακο, με τον οποίο συνεργάστηκε στο «Πάνθεον». Η συνεργασία αυτή έφερε και την επιτυχία «Θα σε πάρω να φύγουμε», που πρωτοτραγούδησε το καλοκαίρι του ’44, στην επιθεώρηση «Well come» των Αλέκου Σακελλάριου και Δημήτρη Ευαγγελίδη, στο θέατρο Κυβέλη. Δες μια σπάνια συνέντευξη της Ρένας Βλαχοπούλου στην Μάρω Κοντού στο τηλεπαιχνίδι της ΕΤ2 “Χωρίς παρεξήγηση” το 1990:

Εκείνος την χρήζει “βασίλισσα της τζαζ” και στην πρωτεύουσα η νεαρή Ρένα ξεκίνησε να τραγουδά σε βαριετέ και νυχτερινά κέντρα. Η χαρακτηριστική φωνή της και η σκηνική της άνεση την έκαναν γρήγορα γνωστή. Ο γάμος της όμως δεν κράτησε πολύ, το 1946 χωρίζει. Η ζωή στην Αθήνα, οι οικονομικές δυσκολίες και η φιλοδοξία της για καριέρα οδήγησαν τη σχέση σε διάλυση, αν και οι φήμες εκείνης της εποχής ήθελαν να ζει ήδη έναν μεγάλο έρωτα με τον Γιάννη Σπάρτακο.

Στο διάστημα 1946-51 περιοδεύουν μαζί στο εξωτερικό, ξεκινώντας από τη Μέση Ανατολή και καταλήγοντας στην Αμερική. Κατά τη διάρκεια της περιοδείας δέχεται την πρόσκληση του Σάχη της Περσίας για να τραγουδήσει στα ανάκτορα, η πριγκίπισσα Σοράγια, γοητευμένη από τη φωνή της Ρένας, θα της χαρίσει και ένα μενταγιόν. Τη βοηθά ιδιαίτερα το γεγονός ότι μιλά πολλές ξένες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, ιταλικά) και με εξαιρετική προφορά. Γυρίζοντας πίσω και πάλι στην Αθήνα εμφανίζεται στο θέατρο Σαμαρτζή, στις 24 Αυγούστου 1951, στην παράσταση “Φεστιβάλ στην Αθήνα”, μαζί με τους Ορέστη Μακρή, Κούλη Στολίγκα, Νίκο Σταυρίδη, αδελφές Καλουτά. Η φωνή της είχε αμερικανικό αέρα, ασυνήθιστο για τα ελληνικά δεδομένα της εποχής. Ερμήνευε σουίνγκ, τζαζ, λάτιν και ελαφρά τραγούδια με τεχνική που εντυπωσίαζε μουσικούς και κοινό. Πολλοί τη θεωρούν μέχρι σήμερα μία από τις σημαντικότερες Ελληνίδες τραγουδίστριες του είδους. Δες σπάνιο ντοκουμέντο από συνάντησή της με τον Γιάννη Σπάρτακο στο Λυκαβηττό το 1984:

Ο μεγάλος έρωτας και ο τρίτος γάμος

Ο σημαντικότερος σύντροφος της ζωής της ήταν ο Γιώργος Λαφαζάνης. Γνωρίστηκαν τη δεκαετία του 1960 και παντρεύτηκαν το 1967. Ο Γιώργος Λαφαζάνης ήταν πολύ ωραίος άνδρας και όπως έχει αποκαλύψει ο στενός φίλος της Βλαχοπούλου, Μάκης Δελαπόρτας, όλοι οι άνδρες της ζωής της ήταν ωραίοι. Έμειναν μαζί έως τον θάνατό της, δημιουργώντας μια σχέση αφοσίωσης και αγάπης. Ο Λαφαζάνης υπήρξε ο άνθρωπος που τη στήριξε σε κάθε φάση της ζωής της, ιδιαίτερα στα δύσκολα χρόνια της ασθένειας. Ο Γιώργος Λαφαζάνης ποτέ δεν αποκάλεσε τη σύζυγο του Ρένα, αντιθέτως τη φώναζε μόνο Ειρήνη. Έλεγε ότι αισθανόταν πως η Ρένα ανήκε σε όλο τον κόσμο ενώ η Ειρήνη ανήκε μόνο σ’ εκείνον. «Αξίζουν αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα πάθους, που θα σε απογειώσουν και θα σου δώσουν δύναμη, να ζήσεις τη ζωή σε βάθος – κι ας γκρεμοτσακιστείς μετά», έλεγε για τον έρωτα η Ρένα Βλαχοπούλου. Με τον Λαφαζάνη έμειναν μαζί μέχρι το θάνατο της ηθοποιού το 2004. Ο Γιώργος Λαφαζάνης μετά την απώλεια της συντρόφου του κλείστηκε στον εαυτό του και την ακολούθησε 6 χρόνια αργότερα το 2010.

Οι εκτρώσεις και η απίστευτη κόντρα με την Μερκούρη

Το ζευγάρι δεν απέκτησε παιδιά. Η Ρένα Βλαχοπούλου ήταν αυτή που δεν ήθελε. Στην πραγματικότητα, όπως έχει αποκαλύψει στο παρελθόν ο Μάκης Δελαπόρτας, η Βλαχοπούλου έκανε πολλές εκτρώσεις διότι όπως η ίδια εξηγούσε δεν ήθελε να κάνει παιδί γιατί αισθανόταν ότι δεν μπορούσε να αφοσιωθεί σε αυτό. Ο ίδιος ο Δελαπόρτας είχε αποκαλύψει επίσης πως στην «Κόμισσα της Κέρκυρας» ήταν έγκυος αλλά και αυτό το παιδί το «έριξε», χωρίς ποτέ να μετανιώσει που δεν απέκτησε απογόνους. Δες σκηνή από την ταινία:

Μοναδικό μελανό σημείο στην πορεία της Ρένας Βλαχοπούλου η στενή σχέση που είχε με την χούντα. Την περίοδο της δικτατορίας, μάλιστα, έπαιξε σε μία φιλοχουντική επιθεώρηση όπου μεταξύ άλλων «σατίριζε» και τη Μελίνα Μερκούρη. Σύμφωνα με το σενάριο η Βλαχοπούλου υποδυόταν μία γυναίκα που επέστρεφε από το Παρίσι και τη ρωτούσαν τι είδε στην πολυδιαφημισμένη γαλλική πρωτεύουσα. «Είδα εκείνο, είδα το άλλο και πάνω σε μια φοράδα είδα τη Μελίνα Μερκουράδα» απαντούσε η Βλαχοπούλου. Αυτό το είχε μάθει η Μελίνα που εκείνη την εποχή προσπαθούσε να ξεσηκώσει την Ευρώπη κατά της χούντας και όταν κάποια στιγμή, στη μεταπολίτευση πια, συναντήθηκαν την άρπαξε από το μαλλί φωνάζοντας: «Ποιον είπες Μερκουράδα, μωρή χουντιάρα»;

Η θριαμβευτική πορεία στο θέατρο

Η καλλιτεχνική της πορεία στο θέατρο ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1930. Στα επόμενα χρόνια συμμετείχε σε περισσότερες από εκατό θεατρικές παραγωγές, κυρίως επιθεωρήσεις, μουσικές κωμωδίες και μιούζικαλ. Καθοριστική στιγμή αποτέλεσε η συμμετοχή της στην Οδός Ονείρων του Μάνος Χατζιδάκις το 1962. Εκεί αποκαλύφθηκε στο ευρύ κοινό όχι μόνο ως τραγουδίστρια αλλά και ως σπουδαία ηθοποιός με αξεπέραστο κωμικό ένστικτο. Στο θέατρο είχε μοναδική σχέση με το κοινό. Αυτοσχεδίαζε, σχολίαζε την επικαιρότητα, διέκοπτε το κείμενο για να απευθυνθεί στους θεατές και κάθε παράσταση γινόταν ένα ζωντανό γεγονός.

Το πιο ακριβό κασέ μετά την Βουγιουκλάκη

Η κινηματογραφική της εμφάνιση έγινε στα μέσα της δεκαετίας του 1950, αλλά η πραγματική της απογείωση ήρθε όταν την ανέδειξε ο σκηνοθέτης Γιάννης Δαλιανίδης και η Φίνος Φίλμ. Ο Φιλοποίμην Φίνος διέκρινε αμέσως τη μοναδική της προσωπικότητα. Από τη στιγμή που υπέγραψε συνεργασία με την εταιρεία, η Ρένα Βλαχοπούλου μετατράπηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα αστέρια του ελληνικού κινηματογράφου. Η δεκαετία του 1960-1970 ήταν η χρυσή εποχή της. Το 1962, όταν ξεκίνησε την προετοιμασία της ταινίας «Μερικοί το Προτιμούν Κρύο», προέκυψε ένας ρόλος κομμένος και ραμμένος στα μέτρα της Ρένας, αφού το έργο είχε πολλά στοιχεία μουσικά, ως το πρώτο μιούζικαλ που θα σκηνοθετούσε στην Φίνος Φιλμ. Αμέσως, το συζήτησε με τον Φίνο, όμως εκείνος δεν ήταν πεπεισμένος ότι η Βλαχοπούλου θα “έγραφε” καλά στο πανί. Ο Δαλιανίδης, σίγουρος πως η Ρένα θα μπορούσε να γίνει μεγάλο κινηματογραφικό αστέρι, επέμεινε και τελικά τον έπεισε. Μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, η Ρένα έγινε η αγαπημένη ηθοποιός της Φίνος Φιλμ, με ταινίες που έσπασαν κυριολεκτικά τα ταμεία: «Κάτι να Καίει», «Κορίτσια για Φίλημα», «Η Χαρτοπαίχτρα», «Ραντεβού στον Αέρα» και άλλες. Δες σκηνή από την ταινία “Κάτι να καίει”:

Την περίοδο 1966-1969 σταματάει να συνεργάζεται με την Φίνος Φιλμ και γυρίζει τρεις ταινίες στην εταιρεία Καραγιάννης- Καρατζόπουλος. Με την επιστροφή της το 1969 στην Φίνος Φιλμ, γυρίζει την θρυλική «Παριζιάνα», την οποία θεωρούσε μια από τις αγαπημένες της ταινίες και συνέχισε στην εταιρεία μέχρι το 1972, πρωταγωνιστώντας σε άλλες έξι σπουδαίες ταινίες, όπως «Μια Ελληνίδα στο Χαρέμι» και «Η Κόμισσα της Κέρκυρας». Δες σκηνή από την “Παριζιάνα”:

Στην ξεκαρδιστική ελληνική ταινία «Μία Ελληνίδα στο χαρέμι» η κωμική ηθοποιός, αν θυμάστε είχε γοητεύσει εκείνον τον Εμίρη, που έπαιζε τον ρόλο του «Μοχάμετ Αμπντάλα». Στην παραμυθένια ζωή όμως της Ρένας Βλαχοπούλου, αυτό δεν είχε συμβεί μόνο στον κινηματογράφο, αλλά και στην πραγματικότητα. Η «τρελοκερκυραία» είχε γοητεύσει ακόμα και τον Σάχη της Περσίας, Ρεζά Παχλαβί, λίγο καιρό πριν εκείνος παντρευτεί τελικά τη Σοράγια, τη «θλιμμένη πριγκίπισσα». Δες σκηνή από την ταινία “Μια Ελληνίδα στο χαρέμι”:

Η Ρένα Βλαχοπούλου με τις επιτυχίες που σημειώνει την δεκαετία του ’60, τη χρυσή δεκαετία του ελληνικού σινεμά, ήταν η πιο ακριβοπληρωμένη ηθοποιός και το δεύτερο γυναικείο όνομα σε κασέ, μετά την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Όπως αναφέρει το αφιέρωμα του Πάνου Ζόγκα στο περιοδικό «Down Town», έπαιρνε 350 με 400 χιλιάδες δραχμές την ταινία και 500 με 600 χιλιάδες έπαιρνε η Αλίκη. «Εγώ ήμουν τρομερά οικονόμα. Ήθελα να νιώσω στη ζωή μου στο γήρας ότι δεν θα έχω ανάγκη κανέναν. Όπως νιώθω αυτήν τη στιγμή. Τα λεφτά μου τα ξόδευα γιατί είχα και υποχρεώσεις. Αλλά κανόνιζα έτσι ώστε να τρώω τα τρία όταν έβγαζα δέκα» έχει σημειώσει σε συνέντευξή της.

Η Ρένα Βλαχοπούλου δουλεύει ασταμάτητα, κάνει περιοδείες στην Αυστραλία, αλλά και στην Κύπρο, στις επαρχίες της Ελλάδας, ενώ το 1976 συμμετείχε στην πρώτη της τηλεοπτική σειρά «Μια Αθηναία στην Αθήνα», παρόλο που δεν συμπάθησε ποτέ την μικρή οθόνη, λέγοντας χαρακτηριστικά: “Δεν με χωράει εμένα η μικρή οθόνη. Εγώ θέλω απλωσιά”. Το 1979, η Ρένα επιστρέφει στην μεγάλη οθόνη, μετά από απουσία έξι χρόνων, γυρίζοντας μια σειρά από ταινίες, οι οποίες όμως δεν είχαν καμία σχέση με τις σπουδαίες ταινίες της “χρυσής” εποχής. Η καριέρα της Ρένας έκλεισε το 1997, σχεδόν όπως ξεκίνησε, όταν σε ηλικία 74 ετών, αποφάσισε να ηχογραφήσει έναν δίσκο με τίτλο «Η Ρένα τραγουδάει Τζαζ», με την συμμετοχή του ανιψιού της τενόρου Μάριου Φραγκούλη. Δες το βίντεο:

Οι ατάκες της έγιναν μέρος της λαϊκής κουλτούρας. Η υποκριτική της συνδύαζε ταχύτητα, αυθεντικότητα και μουσικότητα. Ήταν ταυτόχρονα αστεία, συγκινητική και απόλυτα φυσική. Η Ρένα ήταν γνωστή για το αριστοκρατικό της ύφος, την κερκυραϊκή προφορά και το εκρηκτικό της χιούμορ. Ήταν τελειομανής, αυστηρή με τον εαυτό της και συχνά απαιτητική με τους συνεργάτες της.

Ταυτόχρονα ήταν εξαιρετικά γενναιόδωρη. Βοηθούσε οικονομικά ανθρώπους του θεάτρου και στήριζε νέους καλλιτέχνες χωρίς να το διαφημίζει.Είχε ιδιαίτερη αδυναμία στα ζώα και φρόντιζε μαζί με τον φίλο της Λάμπρο Κωνσταντάρα όλα τα αδέσποτα της Βάρκιζας.«Δεν αντέχω πολλές φορές τους ανθρώπους της ηλικίας μου. Μαμουριάζουν πριν την ώρα τους. Ενώ με τους νέους μπορώ να μιλάω ώρες, για χιλιάδες πράγματα και να διασκεδάζω αφάνταστα. Είμαι άνθρωπος ζωντανός, με κέφι για ζωή και δημιουργία. Εξάλλου, η ψυχή του καλλιτέχνη δεν γερνάει ποτέ. Όλοι εμείς οι ηθοποιοί μένουμε για πάντα παιδιά» έλεγε η Ρένα Βλαχοπούλου που της άρεσε να συναναστρέφεται με νέους ανθρώπους και να συζητάει μαζί τους. Επίσης δεν έλεγε ποτέ την ηλικία της, μάλιστα, αν την ρωτούσαν πόσων χρόνων ήταν, το πιθανότερο ήταν να τους κατσαδιάσει. Και όταν την ρωτούσαν αν έχει κάνει κάτι στο πρόσωπό της έλεγε: “Σαπουνίζω την μούρη μου και βάζω ένα Baby oil, τίποτα δεν έχω κάνει”

Η κόντρα για την κληρονομιά του αδερφού με τον άντρα της

Σταδιακά αποσύρθηκε από τη σκηνή τη δεκαετία του 1990, καθώς η υγεία της επιβαρύνθηκε. Παρέμεινε όμως σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής. Για την ερμηνεία της στη θεατρική παράσταση «Η Χαρτοπαίχτρα», βραβεύτηκε το 1995 με το αναμνηστικό μετάλλιο «Δημήτρης Ψαθάς». Δες σκηνή από την ταινία “Η Χαρτοπαίχτρα”:

Στις 29 Ιουλίου 2004, μία ημέρα μετά τα 81α γενέθλιά της, η Ρένα Βλαχοπούλου έφυγε από τη ζωή στο Μαρούσι. Όπως είχε συμφωνήσει με τον αγαπημένο της Γιώργο Λαφαζάνη, όποιος πέθαινε πρώτος θα άφηνε όλη του την περιουσία σε εκείνον που θα έμενε πίσω. Έτσι η τεράστια περιουσία της Βλαχοπούλου πέρασε στον Λαφαζάνη. Με δεδομένο ότι δεν είχαν παιδιά, όταν έξι χρόνια αργότερα πέθανε και εκείνος, όλα πέρασαν στην αδερφή του Λαφαζάνη. «Εμείς δεν πήραμε τίποτα από τη Ρένα. Ούτε μια καρφίτσα. Όταν άνοιξε η διαθήκη, μείναμε όλοι έκπληκτοι. Κι ας ήμασταν αδέρφια της», είχε πει σε παλαιότερη συνέντευξη του ο αδερφός της Ρένας, Σπύρος και συμπλήρωσε: «Ήταν άδικο για εμάς που ήμασταν οι δικοί της άνθρωποι, το αίμα της. Γιατί κι εγώ ένας απλός υπάλληλος ήμουν. Δεν είχα ούτε πλούτη, ούτε κανένα άλλο περιουσιακό στοιχείο. Όμως τελικά ο άνθρωπος δεν παίρνει τίποτα μαζί του».

Η κηδεία της πραγματοποιήθηκε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, με πλήθος καλλιτεχνών και απλού κόσμου να την αποχαιρετούν. Την ημέρα της κηδείας της τα καταστήματα στην Κέρκυρα ήταν κλειστά ως ένδειξη πένθους. Δες βίντεο από την κηδεία της:

Παραξενιές και αγαπημένες συνήθειες

Η Ρένα Βλαχοπούλου δεν υπήρξε μόνο μεγάλη κωμικός. Ήταν μια τραγουδίστρια διεθνούς επιπέδου, πρωταγωνίστρια του θεάτρου, κινηματογραφικό αστέρι και αυθεντική προσωπικότητα. Οι ταινίες της προβάλλονται αδιάκοπα, οι ατάκες της παραμένουν ζωντανές και η εικόνα της συνεχίζει να σκορπά γέλιο και συγκίνηση. Για τους Έλληνες, η Ρένα ήταν η προσωποποίηση της χαράς, της κομψότητας και της ανεξάντλητης ενέργειας.

Η «Κόμισσα της Κέρκυρας» πέρασε στην αθανασία. Κάθε φορά που ακούγεται η χαρακτηριστική φωνή της ή προβάλλεται μία από τις αξέχαστες ερμηνείες της, γίνεται φανερό ότι η Ρένα Βλαχοπούλου δεν έφυγε ποτέ πραγματικά. Παραμένει παρούσα, γελώντας, τραγουδώντας και θυμίζοντάς μας ότι το αληθινό ταλέντο δεν γνωρίζει χρόνο. Το κοινό τη λάτρεψε, αλλά εκείνη παρέμεινε πάντα προσιτή. Υπέγραφε αυτόγραφα με την ίδια ευκολία και ευχαρίστηση που καθάριζε το πεζοδρόμιο του σπιτιού της και τα καμαρίνια του θεάτρου. Δες μια σπάνια συνέντευξή της το 1978 στην εκπομπή ΕΡΤ “Παρασκήνιο¨που εκείνη μιλάει για τις δουλειές που κάνει σπίτι της:

Λάτρευε το ψάρεμα, τη μαγειρική και το χαρτάκι με τους φίλους της, ήταν βαθιά θρησκευόμενη. Το πηγαίο χιούμορ τη συντρόφευε και στην καθημερινότητά της και ήταν η ψυχή της παρέας. Πολλοί την είχαν κατηγορήσει ως τσιγκούνα, άλλοι ως «σφιχτή», ωστόσο άνθρωποι που συνεργάστηκαν μαζί της, όπως η Έρρικα Μπρόγιερ έχουν αποκαλύψει ότι βοηθούσε φτωχούς ηθοποιούς, χωρίς να το γνωρίζει κανείς. Σπάνιο ντοκουμέντο: Η Βλαχοπούλου με μαγιό, καλοκαίρι στο σπίτι της στην Δασιά της Κέρκυρας με τον Μάκη Δελαπόρτα:

Της άρεσε πολύ το ψάρεμα και όπως έχει αποκαλύψει ο Μάκης Δελαπόρτας, για δόλωμα έβαζε ένα προφυλακτικό. Ήταν, όμως, και νοικοκυρά, κάτι που η ίδια το περηφανευόταν. Και δικαίως, όπως λένε άνθρωποι που ήταν κοντά της, αφού το σπίτι της έλαμπε. Βαριόταν τις συνεντεύξεις και γενικότερα να μιλάει. Για τον μόνο, λένε, που δεν βαριόταν να μιλάει ήταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, τον οποίο θαύμαζε πολύ. Άλλωστε, πολιτικά ανήκε στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Σε μία συνέντευξή της είχε δηλώσει με τον γνωστό τρόπο της: «Κάποτε έλεγαν πως για εμένα και τον Αλεξανδράκη θα κλάψει όλη η Ελλάδα αν θα πεθάνουμε. Και εγώ όταν το άκουγα τους απαντούσα: άμα πεθάνουμε, κάντε ό,τι θέλετε!» Και με τον θάνατό της έκλαψαν όλοι. Και δεν την έχει ξεχάσει κανείς, ενώ μέσα από τις παλιές ελληνικές ταινίες, μεγαλώνουν και οι νέες γενιές. Και είναι και γι’ αυτές η «Ρένα τους». Δες μια από τις τελευταίες της συνεντεύξεις στην εκπομπή του ΣΚΑΙ “Προφίλ” με τον Πάνο Παναγιωτόπουλο το 1997.