Υπήρξε μία από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου του 20ού αιώνα, με μια καριέρα που εκτείνεται σε δεκαετίες, ο Νίκος Σταυρίδης κατάφερε να συνδέσει το όνομά του με το γέλιο, την αμεσότητα και την αυθεντικότητα, αφήνοντας ανεξίτηλο αποτύπωμα στην καλλιτεχνική ζωή της χώρας. Το αφιέρωμα στη ζωή του δεν αφορά μόνο τον ηθοποιό, αλλά τον άνθρωπο που σημάδεψε και συνεχίζει να σημαδεύει με την παρουσία του γενιές και γενιές.
Απλός, ευγενικός και καλοκάγαθος, με σπουδαία κωμική φλέβα και ασύγκριτη αυτοσχεδιαστική ικανότητα, ο Νίκος Σταυρίδης ανήκει στην πρώτη φουρνιά των μεγάλων Ελλήνων κωμικών, που σηματοδότησαν την άνθιση του ελληνικού κινηματογράφου αλλά και της Αθηναϊκής επιθεώρησης. Ενσάρκωσε εμβληματικούς ρόλους, μας χάρισε αλησμόνητες ατάκες και ήταν δάσκαλος για τους επόμενους κωμικούς ηθοποιούς που συνεργάστηκαν μαζί του. «Τις βλέπω όλες τις ταινίες μου. Και παρατηρώ το παίξιμό μου. Την κίνηση των χεριών μου. Πώς συνταυτίζεται η ψυχή μου, το κεφάλι μου, με την κίνηση των χεριών μου» έλεγε εκείνος όταν τον ρωτούσαν για τα υποκριτικά του χαρίσματα.
Τα δύσκολα χρόνια, το “ψώνιο” και η απόπειρα αυτοκτονίας
Γεννήθηκε στο Βαθύ της Σάμου το 1910, σε μια περίοδο που η Ελλάδα βρισκόταν σε κοινωνικές και πολιτικές ανακατατάξεις, δευτερότοκος γιός μιας φτωχής και πολύτεκνης οικογένειας. Μεγάλωσε βοηθώντας στο μπακάλικο του πατέρα του, όμως από την παιδική και εφηβική του ηλικία έδειξε τις καλλιτεχνικές του ανησυχίες και τα ταλέντα του. Έστηνε με επιτυχία σχολικές παραστάσεις, έπαιζε καραγκιόζη, έψελνε στην εκκλησία και δούλευε ως μηχανικός προβολής σε τοπικό κινηματογράφο. Ήταν επίσης αθλητής του στίβου με καλές για την εποχή επιδόσεις, σε τρέξιμο και άλμα επί κοντώ. Το περιβάλλον του μπορεί να μην είχε καμία άμεση σχέση με την τέχνη, ωστόσο από νεαρή ηλικία φάνηκε η έμφυτη κωμική του φλέβα. Η οικογένειά του δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο μικρός Νίκος θα εξελισσόταν σε έναν από τους πιο αγαπητούς ηθοποιούς της χώρας.
Το 1929 και αφού έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις έρχεται στην Αθήνα αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Με τη βοήθεια του συμπατριώτη του υπουργού Στρατιωτικών, Θεμιστοκλή Σοφούλη, βρίσκει δουλειά σε μια αποθήκη πολεμικού υλικού στον Πειραιά. Όμως μέσα του παραμένει ζωντανό το «μικρόβιο» του πάλκου, το «καβουράκι» όπως έλεγε ο ίδιος. Στην Αθήνα ήρθε το 1928, για να ακολουθήσει το όνειρό του, μπουκάροντας στο θέατρο “Έντεν” και ζητώντας να δοκιμαστεί, στο οποίο πρωταγωνιστούσε ο Βασίλης Αυλωνίτης.
Αν και αρχικά τον αντιμετωπίζουν ως «ψώνιο», τους εντυπωσιάζει με τη φωνή του και καταφέρνει να πάρει μια θέση στο θίασο. Από αυτή την σκηνή στο Θησείο θα ξεκινούσε μια μεγάλη διαδρομή, κερδίζοντας και τον πρώτο του μικρό ρόλο στο έργο “Λοβιτούρα”. Ωστόσο, η συνέχεια δεν ήταν αυτή που είχε ονειρευτεί. Κι αυτό διότι δεν έρχονταν προτάσεις για δουλειά, ενώ οι απορρίψεις και τα αρνητικά σχόλια τον πίκραιναν και είχαν αρχίσει να τον απογοητεύουν βαθιά. Η μοναδική πρόταση που δέχθηκε από το θέατρο “Έντεν” να παίξει δίπλα στην Κούλα Γκιουζέπε αποδείχθηκε καταστροφική εισπρακτικά. Έτσι, πήρε την απόφαση να ανέβει στην Ακρόπολη, μαζί με ένα μπουκάλι ούζο, για να αυτοκτονήσει. Όμως, το ούζο λειτούργησε σαν βάλσαμο στο λαρύγγι του, νικώντας τις αυτοκτονικές τάσεις που τον είχαν κυριεύσει, δίνοντάς του ακόμη μια ευκαιρία, που την άρπαξε από τα μαλλιά, για να αποδείξει το πηγαίο ταλέντο του.
Από τα μπουλούκια του θεάτρου, στην καταξίωση
Η θεατρική του πορεία ξεκίνησε τη δεκαετία του 1930, όταν εντάχθηκε σε περιοδεύοντες θιάσους. Εκεί έμαθε τα μυστικά της σκηνής μέσα από σκληρή δουλειά και καθημερινή τριβή με το κοινό. Δεν ανήκε στους «εκπαιδευμένους» ηθοποιούς των δραματικών σχολών, ήταν αυτοδίδακτος, κάτι που φαινόταν στον αυθορμητισμό και τη φυσικότητα των ερμηνειών του. Η μεγάλη του δύναμη ήταν η επικοινωνία με το κοινό. Δεν έπαιζε απλώς ρόλους — συνομιλούσε με τους θεατές. Αυτή η ιδιότητα τον κατέστησε ιδιαίτερα αγαπητό, ειδικά στο λαϊκό κοινό που έβλεπε στο πρόσωπό του έναν άνθρωπο «δικό του».
Σταδιακά συνεργάστηκε με μεγάλους θιάσους και καθιερώθηκε ως βασικός κωμικός ηθοποιός, συμμετέχοντας σε επιθεωρήσεις και κωμωδίες που σημείωναν μεγάλη επιτυχία. Στην πρώτη του παράσταση στο Έντεν, το 1930, κλέβει τις εντυπώσεις με ένα νούμερο όπου υποδύονταν το λούστρο παπουτσιών μαζί με τον ήδη καταξιωμένο Βασίλη Αυλωνίτη. Σύντομα μεταπηδά στο Θέατρο του Λαού στο Μεταξουργείο όπου το καλοκαίρι του 1934 τον βρίσκουμε να συμμετέχει στην επιτυχημένη επιθεώρηση «Αλεπού» του Δημήτρη Γιαννουκάκη με το θίασο του σπουδαίου Πέτρου Κυριακού. Τα πρώτα αυτά χρόνια της καριέρας του δεν προσπερνά ευκαιρία να συμμετέχει σε περιοδεύοντες θιάσους, τα λεγόμενα μπουλούκια, που οργώνουν την επαρχία. Σε αυτές τις περιοδείες και τις παραστάσεις που συχνά γίνονται σε δύσκολες συνθήκες, εκείνος είναι μελετηρός και εκμεταλλεύεται την ευκαιρία για να εξασκήσει και να εξελίξει το ταλέντο του στην κωμωδία και τον αυτοσχεδιασμό.
Το χειμώνα του 1936 κάνει ένα ακόμα σημαντικό βήμα στην καριέρα του όταν δέχεται πρόσκληση από το μεγάλο θεατράνθρωπο Ανδρέα Μακέδο να ενταχθεί στις θεατρικές του επιχειρήσεις. Έτσι ο Νίκος Σταυρίδης παίζει στην επιθεώρηση «Χρυσή Αθήνα» του Δημήτρη Γιαννουκάκη που ανεβαίνει στο θέατρο Μοντιάλ και συνεχίζει την ίδια θεατρική περίοδο στις επιθεωρήσεις «Τα Σκάνδαλα του 1937» και «Το Καρναβάλι της Αθήνας». Με επιτυχία συμμετέχει επίσης σε οπερέτες και μουσικές κωμωδίες, αξιοποιώντας την φωνή τενόρου που διέθετε. Το καλοκαίρι του 1937 παίζει πρώτη φορά με την Άννα Καλουτά στην επιθεώρηση «Ο Περιπλανώμενος Αθηναίος» που γράφουν ο Ιωάννης Κυπαρίσσης και ο Χρήστος Γιαννακόπουλος και ανεβαίνει στο θερινό θέατρο Αθήναιον. Το ντουέτο του με την φτασμένη τότε πρωταγωνίστρια κάνει μεγάλη επιτυχία, το βοηθά να καθιερωθεί κι εκείνος και θα φέρει πολλές ακόμα κοινές εμφανίσεις αλλά και κοινούς θιάσους αρκετά χρόνια μετά με τις αδελφές Καλουτά.
Το 1938 συμμετέχει στην επιθεώρηση «Η Σταχτοπούτα», μια προσπάθεια που έβαλε σε νέες βάσεις το είδος αποφεύγοντας τα στερεότυπα και χρησιμοποιώντας αποκλειστικά νέες μουσικές συνθέσεις γραμμένες για την παράσταση και το φθινόπωρο του 1939 συνεργάζεται πρώτη φορά με το δίδυμο Σοφίας Βέμπο και Μίμη Τραϊφόρου στην επιθεώρηση «Η Αθήνα του 1939» στο θέατρο Λυρικό. Με τα σύννεφα του πολέμου να πυκνώνουν, ο Νίκος Σταυρίδης παίζει στις αρχές του 1940 στην παράσταση «Παύσατε Πυρ» που ανεβαίνει στο θέατρο Μοντιάλ. Πρόκειται για μια ιστορική παράσταση, καθώς είναι η πρώτη συνεργασία του Χρήστου Γιαννακόπουλου με τον Αλέκο Σακελλάριο που έκτοτε συγκροτούν συγγραφικό δίδυμο.
Θα αφήσει το θέατρο για να υπηρετήσει στο Ελληνοαλβανικό μέτωπο ως τραυματιοφορέας και μετά την έναρξη της Γερμανικής κατοχής θα επιστρέψει στο θέατρο τον Μάιο του 1941 στην παράσταση βαριετέ «Θα Τελειώση ο Πόλεμος». Θα παραμείνει στους θιάσους του Ανδρέα Μακέδου έως την άνοιξη του 1942 και την παράσταση «Οι Νεόπλουτοι», πριν επέλθει ρήξη λόγω της απόφασης μονομερούς ανανέωσης των συμβολαίων τους. Είναι η στιγμή να δημιουργήσει δικούς του θιάσους, είτε μόνος είτε ως συνθιασάρχης σε συνεργασίες με γνωστά ονόματα της εποχής, όπως ο Κούλης Στολίγκας, οι αδερφές Καλουτά, η Σοφία Βέμπο, η Μαρίκα Νέζερ, ο Τάκης Μηλιάδης, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος και ο Γιάννης Γκιωνάκης. Με τη Ρένα Βλαχοπούλου συναντιέται επί σκηνής πρώτη φορά το καλοκαίρι του 1951, στο θέατρο Σαμαρτζή στην επιθεώρηση «Φεστιβάλ στην Αθήνα», μόλις εκείνη είχε επιστρέψει από την Αμερική. Ήταν εκείνος που την πίεσε να παίξει και σε νούμερα, εκτός από το να τραγουδάει, όταν το καλοκαίρι του 1954 στην επιθεώρηση «Σουσουράδα» των Γιώργου Γιαννακόπουλου – Μίμη Τραϊφόρου μοιράζονται τελικά ένα εξαιρετικά επιτυχημένο νούμερο με τίτλο «Κάνε μου Τέτοια». Τη θεατρική περίοδο 1956-67 συνεργάζεται με τον συμπατριώτη του Μενέλαο Θεοφανίδη και δημιουργούν τον θίασο «Ελληνική Μουσική Κωμωδία» και παρουσίασαν στο θέατρο Διάνα τις μουσικές κωμωδίες «Έτσι και την Πιάσουμε» των Τσιφόρου-Σακελλάριου, «Γαμπρός με Δόσεις του Δημήτρη Γιαννουκάκη και «Πρώτη Νύχτα Γάμου του Μενέλαου Θεοφανίδη, σε μια προσπάθεια να διατηρήσουν ζωντανό το είδος.
Στη θεατρική του διαδρομή ο Νίκος Σταυρίδης συμμετείχε σε πάνω από 100 παραστάσεις ενώ περιόδευσε σε όλη την Ελλάδα, την Κύπρο αλλά και μέρη με μεγάλες ελληνικές κοινότητες όπως η Γερμανία και ο Καναδάς. Αφιερώθηκε στο μουσικό θέατρο και διέπρεψε στην επιθεώρηση, όμως δοκίμασε τις δυνάμεις του και στην πρόζα σε απαιτητικές παραστάσεις όπως «Όταν Γυρίζουν τα Χελιδόνια» (καλοκαίρι 1959), «Ο Δολοφόνος τα ’κανε Θάλασσα» (καλοκαίρι 1961) και «Απ’ τον Ουρανό στη Γη» (καλοκαίρι 1961), χωρίς όμως να καταφέρει να έχει την ίδια επιτυχία. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 ο Νίκος Σταυρίδης περιορίζει τις θεατρικές του εμφανίσεις έχοντας ως άποψη πως «κάθε ηθοποιός πρέπει να έχει διαίσθηση πότε πρέπει να φύγει από το θέατρο». Παρόλα αυτά κάνει σποραδικές εμφανίσεις και για τελευταία φορά ανεβαίνει στη σκηνή το καλοκαίρι του 1984 στο 1984 στο θέατρο Λουζιτάνια και την επιθεώρηση «Εισαγόμενος Είσαι;» με ένα ρόλο που τον θέλει μεταμφιεσμένο σε χούλιγκαν. Δες βίντεο αφιέρωμα της ΕΡΤ παραγωγής 1982, που ο Νίκος Σταυρίδης σε, μια σπάνια συνέντευξή του μιλάει για την καριέρα του:
Η καθιέρωση στον κινηματογράφο
Η μετάβασή του στον κινηματογράφο έγινε σχετικά αργά, όμως ήταν καθοριστική. Στη χρυσή εποχή του ελληνικού σινεμά, τη δεκαετία του 1950 και 1960, ο Σταυρίδης απέκτησε ευρεία αναγνωρισιμότητα μέσα από ρόλους που αξιοποιούσαν το μοναδικό του ταλέντο. Συνεργάστηκε με εταιρείες όπως η Finos Film, η οποία αποτέλεσε βασικό πυλώνα της ελληνικής κινηματογραφικής παραγωγής. Μέσα από τις ταινίες της, ο Σταυρίδης έγινε γνωστός σε όλη την Ελλάδα. Οι ρόλοι του συχνά περιστρέφονταν γύρω από τον λαϊκό τύπο, τον πονηρό, τον αφελή, τον καλοκάγαθο άνθρωπο της καθημερινότητας που μπλέκει σε κωμικές καταστάσεις. Η εκφραστικότητά του, οι γκριμάτσες και η μοναδική του φωνή δημιουργούσαν έναν χαρακτήρα άμεσα αναγνωρίσιμο.
Το ντεμπούτο του Νίκου Σταυρίδη στον κινηματογράφο έγινε σε σχετικά μεγάλη ηλικία όταν έπαιξε στην απολαυστική κωμωδία του Νίκου Τσιφόρου «Έλα στο Θείο» (1950) σε παραγωγή Φίνος Φιλμ. Θα χρειαστεί να περάσουν τέσσερα χρόνια για να επιστρέψει στο σινεμά για να συνεργαστεί και πάλι με το Νίκο Τσιφόρο και τη Φίνος Φιλμ στην «Ωραία των Αθηνών» (1954), μια ταινία που έχει μείνει στις κορυφαίες του, με την τετράδα Αυλωνίτη-Φωτόπουλου-Σταυρίδη-Βασιλειάδου σε μεγάλα κέφια. Συνεχίζει με όλο και συχνότερες εμφανίσεις σε ταινίες όπως «Οι Παπατζήδες» (1954) του Αλέκου Σακελλάριου, «Φτώχεια, Έρως και Κομπίνες» (1956) του Ηλία Παρασκευά, «Γραφείο Συνοικεσίων» (1956) του Φρίξου Ηλιάδη, «Τζιπ, Περίπτερο κι Αγάπη» (1957) της Μαρίας Πλυτά, και «Τρία Παιδιά Βολιώτικα» (1957) του Δημήτρη Αθανασιάδη. Δες βίντεο από την ταινία του 1950 “Έλα στον θείο”:
Ο Νίκος Σταυρίδης λειτουργούσε εξαιρετικά όταν βρίσκονταν απέναντι σε ταλαντούχους ηθοποιούς, όπως ο Βασίλης Αυλωνίτης, με χαρακτηριστική τους ταινία το «Κορόιδο Γαμπρέ» (1962) αλλά και ο Μίμης Φωτόπουλος με τον οποίο συνεργάστηκαν υποδειγματικά στην ταινία «Ο Σταμάτης κι ο Γρηγόρης» (1962). Ο Ορέστης Λάσκος ήταν ένας σκηνοθέτης με τον οποίο δούλεψε αρκετά και ο οποίος κατάφερνε να αξιοποιήσει το ταλέντο του Σταυρίδη ακόμα και σε πιο αδύναμες παραγωγές. Ξεκινούν μαζί το 1958 με τα «Η Φτώχεια Θέλει Καλοπέραση» και «Γερακίνα», πριν συνεχίσουν με επιτυχίες όπως «Φτωχαδάκια και Λεφτάδες» (1961), «Δέκα Μέρες Στο Παρίσι» (1962), «Ο Γαμπρός μου ο Δικηγόρος» (1962), «Τρίτη και 13» (1963) όπου ήταν απολαυστικός στο ρόλο του προληπτικού και γκρινιάρη εργολάβου, «Κόσμος και Κοσμάκης» (1964), «Μπετόβεν και Μπουζούκι» (1965), «Ο Χαζομπαμπάς» (1967) και «Τα Ομορφόπαιδα» (1970). Δες βίντεο από την ταινία “Φτωχαδάκια και Λεφτάδες” το 1961:
Η κορυφαία στιγμή του ήταν το 1960 όταν επιστρέφει στην τρίτη και τελευταία του συνεργασία με τη Φίνος Φιλμ, αυτή τη φορά σε μια ταινία του Αλέκου Σακελλάριου, το εμπνευσμένο φιλμ «Τα Κίτρινα Γάντια». Ο Νίκος Σταυρίδης έμεινε στην κινηματογραφική ιστορία για τον ρόλο του ως ζηλιάρης σύζυγος της Μάρως Κοντού που προσπαθεί απεγνωσμένα να αποδείξει πως εκείνη τον απατά. Η σκηνή με τον Γιάννη Γκιωνάκη και ο σπαρταριστός διάλογός τους γέννησε ατάκες που μέχρι σήμερα βρίσκονται στα στόματα όλων (όπως … Πορτοκαλάδα θέλετε; από πορτοκάλια;).
Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 αποφάσισε να αποσυρθεί από τον κινηματογράφο έχοντας στο ενεργητικό του τον εντυπωσιακό αριθμό των 70 συμμετοχών σε ταινίες μέσα σε 22 χρόνια. Οι τελευταίες του κινηματογραφικές εμφανίσεις ήταν το 1972 στις ταινίες «Ο Θείος μου ο Ιπποκράτης» του Σπύρου Ζιάγκου και «Ο Άνθρωπος Ρολόι» του Γιώργου Παπακώστα. Δες βίντεο από την ταινία “Ο Θείος μου ο Ιπποκράτης”:
Ο αυτοσχεδιασμός και ατάκες του που λατρέψαμε
Ο Σταυρίδης δεν ήταν απλώς κωμικός — ήταν ένας ηθοποιός με έντονη προσωπική σφραγίδα. Το στυλ του βασιζόταν: στην υπερβολή χωρίς να γίνεται καρικατούρα και στον αυτοσχεδιασμό. Πολλοί σκηνοθέτες τον άφηναν να «παίξει ελεύθερα», γνωρίζοντας ότι μπορούσε να απογειώσει ακόμη και τις πιο απλές σκηνές. Σε αντίθεση με άλλους ηθοποιούς της εποχής, δεν επιδίωξε ποτέ τον δραματικό ρόλο ως επιβεβαίωση. Παρέμεινε πιστός στην κωμωδία, την οποία υπηρέτησε με συνέπεια και αξιοπρέπεια. Το πηγαίο του ταλέντο στον αυτοσχεδιασμό τον βοήθησε να παίζει αβίαστα. Είχε χαρακτηριστικό γέλιο, δυνατό και κοφτό. Το διαχειριζόταν όπως ήθελε.
Εκεί που ξεκαρδιζόταν, εκεί απότομα σοβάρευε. Στην ταινία «Ο Εξυπνάκιας», ο διάλογος με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ που υποδυόταν τον αφελή υποψήφιο υπάλληλο είναι ένα από τα αυτοσχεδιαστικά ντοκουμέντα του ηθοποιού. Ο Σταυρίδης ήταν το αφεντικό που έψαχνε απεγνωσμένα έναν … βλάκα γιατί είχε απογοητευτεί από τις πρωτοβουλίες των έξυπνων υπαλλήλων του. Γι’ αυτό άλλωστε όταν τον συνάντησε, η κρίσιμη ερώτηση που του έκανε ήταν «Είσαι βλάκας;» Δες το βίντεο από την ταινία:
Ατάκες όπως το «γλου γλου γλου» στην ταινία «Ευτυχώς τρελάθηκα», η σκηνή με τον Γιάννη Γκιωνάκη στα «Κίτρινα Γάντια» που του ζητούσε πορτοκαλάδα από πορτοκάλια και λεμονάδα από λεμόνια, είναι από τις πιο χαρακτηριστικές στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου. Δες το βίντεο από την σκηνή στα “Κίτρινα γάντια”:
Η συνύπαρξη του με την Γεωργία Βασιλειάδου στην «Ωραία των Αθηνών», μαζί με τους Μίμη Φωτόπουλο και Βασίλη Αυλωνίτη αποτελούσε την πιο επιτυχημένη συνταγή για την κωμωδία. Δες το βίντεο:
Αλησμόνητος είναι και ο «γερμάς», το χαϊδευτικό της πλανεύτρας Πόπης Λάζου στην ταινία «Τρίτη και 13», όπου έπαιξε το ρόλο ενός ακραία προληπτικού άντρα που δημιουργούσε συνεχώς μπελάδες με τις βασκανίες και τις γρουσουζιές που πίστευε ότι τον κυνηγούσαν. Δες το βίντεο:
Ο θάνατος που συγκλόνισε τον καρδιοκατακτητή ηθοποιό
Σε μια εποχή που οι καλλιτέχνες συχνά απασχολούσαν τον Τύπο για τις προσωπικές τους σχέσεις, ο Νίκος Σταυρίδης κράτησε γενικότερα χαμηλό προφίλ. Δεν ήταν από εκείνους που επιδίωκαν τη δημοσιότητα πέρα από τη σκηνή. Δεν συνδέθηκε με σκάνδαλα ούτε με έντονες δημόσιες ερωτικές ιστορίες, γεγονός που ενίσχυσε την εικόνα του ως ανθρώπου σεμνού και προσηλωμένου στη δουλειά του. Δεν είχε την ομορφιά του Παπαμιχαήλ ούτε τις κατακτήσεις του Αλεξανδράκη. Παρόλα αυτά παντρεύτηκε τρεις φορές και παραδεχόταν ότι οι γυναίκες ήταν η αδυναμία του. Ο Νίκος Σταυρίδης έκανε τρεις γάμους. Με την ηθοποιό Ξένη Δράμαλη, με την ηθοποιό Ντόρα Καριώτου και από ένα τρίτο γάμο απέκτησε την κόρη του Δανάη.
Ωστόσο η τραγική απώλεια της δεύτερης του συζύγου τον σημάδεψε. Η 27χρονη Ντόρα Καριώτου ήταν μια νέα ηθοποιός, με ταλέντο. Μόλις παντρεύτηκαν ανακάλυψαν ότι έχει όγκο στο κεφάλι. Πήγε στο εξωτερικό για θεραπείες, αλλά τελικά δεν τα κατάφερε. Ο ίδιος θυμόταν τις στιγμές και την δύναμη που έπρεπε να δείξει πάνω στη σκηνή: «Πέθανε στην Αγγλία, μετά από μία εγχείρηση όγκου στο κεφάλι. Εγώ γύρισα στη Θεσσαλονίκη σωστό ράκος. Έπαιζα τότε στο Μετροπόλ. Βγήκα στη σκηνή. Το θέατρο ήταν κατάμεστο. Το γεγονός του θανάτου της γυναίκας μου είχε μαθευτεί. Ξαφνικά την είδα σαν όραμα μπροστά μου. Έχασα τα λόγια μου. Στην πλατεία φάνηκαν τα πρώτα μαντίλια που σφούγγιζαν κλαμένα μάτια. Έπαιζα κωμωδία και αντί να γελάει ο κόσμος, έκλαιγε, και μάλιστα με λυγμούς. Πλησίαζε στο τέλος το νούμερό μου, όταν άρχισε να φτάνει στην πλατεία ένα βουητό “Φτάνει, φτάνει, φτάνει…”. Και μετά ένα ξέφρενο χειροκρότημα». Τελικά γηροκομήθηκε από την ηθοποιό Μαρίνα Παυλίδη, κόρη της τελευταίας του συντρόφου, στο σπίτι του στη Κάτω Κηφισιά έχοντας σαν εγγόνια του τα δύο της παιδιά. Οι συνεργάτες του τον περιγράφουν ως άνθρωπο ήσυχο, εργατικό και συχνά εσωστρεφή, σε αντίθεση με την εκρηκτική σκηνική του παρουσία.
Η λατρεία του για τον Ολυμπιακό και η σύνταξη πείνας
Ο Νίκος Σταυρίδης ήταν και φανατικός Ολυμπιακός. Δεν έλειπε ποτέ από τις εξέδρες του σταδίου Γ. Καραϊσκάκης και φρόντισε να λέει κάτι για την αγαπημένη του ομάδα, κατά τη διάρκεια των παραστάσεων. Όταν ήρθε στην Ελλάδα ο Υβ Τριαντάφυλλος, φώναζε συνεχώς Υβ-Υβ, που ήταν και το σχετικό σύνθημα της εποχής. Μια φορά που ο ποδοσφαιριστής πήγε στο θέατρο να τον παρακολουθήσει, ο Σταυρίδης τον ανέβασε στην σκηνή… Επιπλέον ήταν ιδιαίτερα απλός και προσιτός. Προτιμούσε να βλέπει τις ταινίες του σε θερινά σινεμά ανάμεσα στο κοινό, παρά να παρευρίσκεται στις επίσημες πρεμιέρες.
Σε συνέντευξη που είχε δώσει στα τέλη της δεκαετίας του 1970, στην εφημερίδα «Ακρόπολις» είχε αποκαλύψει ότι η αποχώρηση του από τη σκηνή θα σήμαινε και το τέλος της ζωής του. Η κατώτερη σύνταξη που του αναλογούσε ήταν 7.000 δραχμές. «Δεν θέλω σύνταξη παρηγοριάς. Προτιμώ να πεθάνω, πριν αναγκαστώ να πάρω αυτά τα χρήματα. Θα είναι μια ζωή χωρίς αξιοπρέπεια. Δεν θα μπορέσω να ζήσω», έλεγε στη δημοσιογράφο, Μαίρη Παραπονιάρη. Παραδέχτηκε με πικρία ότι παρά το έργο που προσέφερε, δεν ανήκε στους καλά αμειβόμενους ηθοποιούς.
Τα τελευταία χρόνια και η μεγάλη κληρονομιά
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Σταυρίδης αποσύρθηκε σταδιακά από την ενεργό δράση. Η νέα εποχή του κινηματογράφου και της τηλεόρασης δεν τον βρήκε ιδιαίτερα ενεργό, ωστόσο η φήμη του παρέμεινε ζωντανή. Πέθανε το 1987, αφήνοντας πίσω του μια τεράστια καλλιτεχνική παρακαταθήκη. Οι ταινίες του συνεχίζουν να προβάλλονται μέχρι σήμερα, διατηρώντας το γέλιο και τη μνήμη του ζωντανά. Ο Νίκος Σταυρίδης έφυγε στις 12 Δεκεμβρίου σε ηλικία 77 ετών, ενώ βρίσκονταν για επίσκεψη στην γενέτειρά του τη Σάμο.
Στην ιδιαίτερη πατρίδα του, εκεί όπου γεννήθηκε στις 6 Απριλίου του 1910, η τοπική κοινότητα δημιούργησε μια ξεχωριστή «γωνιά» μνήμης. Ένα μουσείο που δεν φιλοξενεί εκθέματα, αλλά την ίδια την ψυχή ενός ανθρώπου που, παρά τη λάμψη της δόξας, παρέμεινε μέχρι τέλους απλός και αυθεντικός. Η δημιουργία αυτού του χώρου δεν ήταν μια τυπική διοικητική απόφαση, αλλά μια κίνηση καρδιάς. Ο πρόεδρος της κοινότητας Βαθέος κ. Παντελής Γαλιώτης, λέει ότι η σπίθα άναψε από έναν συγγενή του ηθοποιού, τον Λευτέρη Παυλίδη. Το όραμά του ήταν να αποκτήσει ο Νίκος Σταυρίδης το δικό του «σπίτι» στο Άνω Βαθύ, την περιοχή όπου μεγάλωσε και αγάπησε.
Η προσπάθεια ξεκίνησε το 2015, βρίσκοντας αρωγούς τον τότε κοινοτάρχη Νίκο Βαρούμα, και τον Δήμαρχο του Ενιαίου Δήμου Σάμου κ. Μιχάλη Αγγελόπουλο. Σήμερα, αυτό το καταφύγιο μνήμης υποδέχεται τους επισκέπτες, προσφέροντας μια σπάνια ματιά στην προσωπική ζωή του καλλιτέχνη. Περνώντας το κατώφλι του μικρού μουσείου, ο επισκέπτης έρχεται αντιμέτωπος με την καθημερινότητα του ηθοποιού. Η κ. Άννα Αθίτσου είναι πρόθυμη πάντα να ξεναγήσει το κοινό σε αντικείμενα που μοιάζουν να έχουν ακόμα πάνω τους την ενέργεια του ιδιοκτήτη τους. Ανάμεσα στα εκθέματα ξεχωρίζουν: Η μεγάλη του αγάπη για τον Ολυμπιακό. Ένα ιδιαίτερο κομπολόι που φέρει τις μορφές των παικτών της αγαπημένης του ομάδας, μαρτυρώντας το πάθος του για τον «Θρύλο». Η πνευματική του παραγωγή με χειρόγραφα σενάρια και θεατρικά έργα που είχε γράψει ο ίδιος, αποδεικνύοντας ότι δεν ήταν μόνο ένας προικισμένος ηθοποιός, αλλά και ένας δημιουργός με βαθιά γνώση της τέχνης του.
Προσωπικές στιγμές, τα γυαλιά του, τα καπέλα του, τα μανικετόκουμπά του και μια τρυφερή επιστολή από μια θαυμάστρια της εποχής, που αναδεικνύει τη λατρεία που έτρεφε γι’ αυτόν το κοινό. «Αυτό που με συγκινεί περισσότερο είναι η απλότητά του. Από τα προσωπικά είδη που φορούσε, καταλαβαίνει κανείς ότι ήταν ένας απλός άνθρωπος», λέει ο Παντελής Γαλιώτης, συμπυκνώνοντας την ουσία της προσωπικότητας του Νίκου Σταυρίδη. Αν βρεθείτε στη Σάμο, μια στάση στη «γωνιά» του Νίκου Σταυρίδη είναι ένα ταξίδι στο χρόνο, στο γέλιο και στην αυθεντική Ελληνική λεβεντιά.


">
">
">
">
">
">
">
">