Με αφορμή το τραγικό τέλος που βρήκε ο 33χρονος γιατρός Αλέξης Τσικόπουλος, γυρίσαμε πίσω στον χρόνο και κάναμε μία αναδρομή στις πιο συγκλονιστικές υποθέσεις εξαφάνισης που έχουν απασχολήσει την χώρα μας, με πολλές από αυτές να εξακολουθούν να μένουν άλυτες μέχρι και σήμερα. Από τον μικρό Άλεξ και τον Μάριο Παπαγεωργίου, που γνωρίζουμε ότι δεν βρίσκονται πλέον στην ζωή, μέχρι την μικρή Άνι και τον Μπεν, που τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά, αυτές είναι οι 11 υποθέσεις που έχουν χαραχθεί στην μνήμη μας.
Μάριος Παπαγεωργίου – Οι πληγές παραμένουν ανοιχτές
Ο Μάριος Παπαγεωργίου εξαφανίστηκε στις 9 Αυγούστου του 2012, όταν έφυγε από το Διακοφτό Αχαΐας όπου παραθέριζε με την μητέρα του, με προορισμό το Αίγιο. Την επόμενη μέρα, η μητέρα του, Βαρβάρα Θεοχαράκη, δέχτηκε τηλεφώνημα από τους απαγωγείς του, οι οποίοι ζητούσαν 620.000 ευρώ ως λύτρα. Δεν απευθύνθηκε αμέσως στις αρχές και έτσι η εξαφάνιση δηλώθηκε στις 17 Αυγούστου.

Χρειάστηκαν δύο μήνες για να καταφέρει η Αστυνομία να βρει ένα στοιχείο που να μπορεί να βοηθήσει με τις έρευνες. Εντοπίστηκε κυλίδα αίματος του Μάριου μέσα στο αυτοκίνητό του, ωστόσο η σορός του ήταν άφαντη. Από την στιγμή που δηλώθηκε η εξαφάνιση, οι απαγωγείς διαβεβαίωναν την μητέρα του αδικοχαμένου ότι ο γιος της βρίσκεται εν ζωή και ότι θα τον άφηναν αν καταβάλλοταν τα λύτρα. Εκείνη τους έδωσε τελικά 350.000 ευρώ.
Ο διάλογος της μητέρας με τους απαγωγείς:
- Σας παρακαλώ θέλω να μιλήσω με το παιδί μου…
- Αν δώσεις τα λεφτά, θα το έχεις το παιδί σου αύριο στην αγκαλιά σου. Σου μιλάω έντιμα. Εντάξει; αύριο το πρωί θα είναι σπίτι. Στις δέκα η ώρα το πολύ…
- Ακούστε, κύριε, είμαι μάνα, θερμή παράκληση, σας παρακαλώ πολύ! Εγώ νομίζω ότι το έχετε σκοτώσει το παιδί μου…
- Όχι, όχι. Σε διαβεβαιώ ότι δεν είναι σκοτωμένο το παιδί…
- Τα λεφτά μου θα τα κάψω, δεν τα θέλω, τα καίω. Πού ξέρω εγώ αν δεν είστε δολοφόνοι και μου έχετε σκοτώσει το παιδί μου;
- Όχι! Στο ορκιζόμαστε αυτό…
Οι απαγωγείς ωστόσο, μόνο έντιμοι δεν ήταν, καθώς ετοιμάζονταν να απαγάγουν και την ίδια. Οι αστυνομικοί είχαν παρατηρήσει ότι ένα μαύρο βαν ήταν συνεχώς σταθμευμένο έξω από το σπίτι της. Από την έρευνα προέκυψε πως ο τελευταίος άνθρωπος που είχε μιλήσει ο Μάριος ήταν ένας 72χρονος οικογενειακός φίλος, ο Πέτρος Μιχαλεάκος, που είχε αποτρέψει την μητέρα του από το να απευθυνθεί εξαρχής στην Αστυνομία.
Ο Μιχαλεάκος συνελήφθη και σε πρώτο βαθμό καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση, καθώς και σε επιπλέον 23 χρόνια φυλάκισης για σύσταση συμμορίας, τέλεση κακουργήματος, αρπαγή από κοινού και απόπειρα εκβίασης. Μαζί του οδηγήθηκε στη δικαιοσύνη και η σύζυγός του, Βούλα Σιούταλου, η οποία καταδικάστηκε σε 18 χρόνια κάθειρξης για αρπαγή κατά συναυτουργία, απλή συνέργεια σε απόπειρα εκβίασης και συμμετοχή σε συμμορία με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος. Για την ίδια υπόθεση κρίθηκαν ένοχα ακόμη τέσσερα άτομα, ενώ δύο κατηγορούμενοι αθωώθηκαν.
Σύμφωνα με όσα προέκυψαν από την έρευνα, ο Μιχαλεάκος ήταν ο εγκέφαλος της απαγωγής και παρουσιαζόταν ως μεσολαβητής στις διαπραγματεύσεις. Προσποιούνταν ότι επικοινωνούσε με τους δράστες και πίεζε τη μητέρα του Μάριου Παπαγεωργίου να μην ενημερώσει την αστυνομία. Η υπόθεση διαλευκάνθηκε από τις Αρχές τον Οκτώβριο του 2012.
Παρά τις συλλήψεις και τις καταδίκες των μελών της συμμορίας, η σορός του Μάριου Παπαγεωργίου δεν έχει εντοπιστεί μέχρι σήμερα, καθώς οι καταδικασμένοι δεν έχουν αποκαλύψει το σημείο όπου την απέκρυψαν.
Μικρός Μπεν – Η πρώτη εξαφάνιση ανηλίκου στην Ελλάδα

Το πρωινό της 24ης Ιουνίου 1991, ο 21 μηνών Μπεν Νίνταμ βρισκόταν για διακοπές με την οικογένειά του στην Κω και έπαιζε έξω από το τροχόσπιτο στην περιοχή Ηρακλής. Οι παππούδες του τον είδαν για τελευταία φορά να τρέχει ανέμελος με τα παιχνίδια του, χωρίς να υποψιάζονται τι θα ακολουθούσε. Λίγο αργότερα, ο 17χρονος θείος του έφυγε από το σημείο και από εκείνη τη στιγμή τα ίχνη του μικρού χάθηκαν. Οι έρευνες ξεκίνησαν με καθυστέρηση, καθώς αρχικά όλοι πίστευαν ότι βρισκόταν μαζί με τον θείο του. Όταν διαπιστώθηκε ότι αυτό δεν συνέβαινε, άρχισε μια τεράστια επιχείρηση εντοπισμού, η οποία συνεχίζεται ακόμη και σήμερα, περισσότερα από 25 χρόνια μετά, ενώ πρόσφατα ήρθε ένα νέο στοιχείο στην επιφάνεια για το μοιραίο πρωινό που χάθηκαν τα ίχνη του.
Στις πρώτες ημέρες των ερευνών, κάτοικοι και Αρχές κινητοποιήθηκαν μαζικά σε όλο το νησί. Τότε εμφανίστηκε ένας άνδρας με σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα και παρελθόν παραβατικής συμπεριφοράς, ο οποίος υποστήριξε ότι είχε βρει ένα μικρό παιδί στον δρόμο και το είχε πετάξει σε πηγάδι. Παρ’ όλα αυτά, οι ισχυρισμοί του δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ και κρίθηκαν αναξιόπιστοι λόγω της κατάστασής του.
Την ίδια περίοδο διατυπώθηκαν πολλές υποψίες σε βάρος της οικογένειας, κυρίως προς τον πατέρα του παιδιού, ο οποίος είχε απασχολήσει στο παρελθόν τις βρετανικές Αρχές. Παρά τις κατηγορίες και τις φήμες, η μητέρα, οι παππούδες και οι υπόλοιποι συγγενείς του Μπεν δεν σταμάτησαν ποτέ να τον αναζητούν, κρατώντας ζωντανό το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης. Μάλιστα, επιχειρηματίες από το εξωτερικό προσέφεραν σημαντικές αμοιβές για οποιαδήποτε αξιόπιστη πληροφορία. Κατά καιρούς υπήρξαν αναφορές ότι ο Μπεν είχε θεαθεί σε διάφορες χώρες, όπως η Ισπανία, η Γαλλία και η Ελλάδα, όμως καμία από αυτές τις μαρτυρίες δεν αποδείχθηκε αληθινή, παρατείνοντας την αγωνία της οικογένειας.
Οι πιο πρόσφατες εξελίξεις στην υπόθεση συνδέονται με την άφιξη ειδικών ερευνητών από τη Βρετανία στην Κω, οι οποίοι πραγματοποίησαν έρευνες στο έδαφος γύρω από το σπίτι όπου διέμενε η οικογένεια το 1991. Σύμφωνα με τη θεωρία που εξετάζουν, ο μικρός Μπεν ίσως καταπλακώθηκε κατά λάθος από εκσκαφέα που χειριζόταν ο Κωνσταντίνος Μπάρκας, ο οποίος δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή. Η οικογένεια του Μπάρκα, ωστόσο, απορρίπτει κατηγορηματικά κάθε υπόνοια εις βάρος του συγγενή της και εκφράζει έντονη δυσαρέσκεια τόσο προς την οικογένεια του Μπεν όσο και προς τους Βρετανούς αστυνομικούς που συμμετέχουν στην έρευνα.
Κατά τη διάρκεια των ερευνών, που διήρκεσαν περίπου τρεις εβδομάδες, εντοπίστηκαν κάποια αντικείμενα τα οποία εκτιμάται ότι ενδέχεται να συνδέονται με τον μικρό Μπεν. Οι Βρετανοί ερευνητές θεωρούν πως τα ευρήματα αυτά ενισχύουν το σενάριο ενός τραγικού δυστυχήματος και μιας τυχαίας ταφής του παιδιού. Παρ’ όλα αυτά, η Ελληνική Αστυνομία αντιμετωπίζει με επιφύλαξη αυτά τα συμπεράσματα και δεν υιοθετεί πλήρως τη συγκεκριμένη εκδοχή.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η οικογένεια του Μπεν εξακολουθεί να βιώνει μια αδιάκοπη δοκιμασία, καθώς, έπειτα από 25 χρόνια, εξακολουθεί να αγνοεί αν το παιδί της βρίσκεται στη ζωή ή όχι. Αν ο Μπεν ζούσε σήμερα, θα ήταν 27 ετών.
Άλεξ Μεσχιβίλι – Μία τρομακτική υπόθεση κακοποίησης

Ο 11χρονος Άλεξ Μεσχισβίλι, με καταγωγή από τη Γεωργία, ζούσε στη Βέροια μαζί με τη μητέρα και τον πατριό του. Τα ίχνη του χάθηκαν το απόγευμα της 3ης Φεβρουαρίου 2006 στην περιοχή Ελιάς – Ανοίξεως. Σύμφωνα με το συμπέρασμα της Δικαιοσύνης, ο μικρός έπεσε θύμα άγριου μπούλινγκ από πέντε ανήλικους — δύο Έλληνες, έναν Αλβανό, έναν Ρουμάνο και έναν Βορειοηπειρώτη — οι οποίοι θεωρήθηκε ότι ευθύνονταν για τον θάνατό του. Παρ’ όλα αυτά, η σορός του δεν βρέθηκε ποτέ.
Την ημέρα της εξαφάνισής του, ο Άλεξ ακολούθησε το συνηθισμένο του πρόγραμμα. Μετά το σχολείο πήγε στο μάθημα αγγλικών και αργότερα επέστρεψε στο σπίτι, όπου τον περίμενε ο πατριός του. Λίγο πριν τις 6 το απόγευμα έφυγε για την προπόνηση μπάσκετ, ενώ αργότερα επρόκειτο να παρακολουθήσει μάθημα ζωγραφικής. Στο ενδιάμεσο θα περνούσε από το πρακτορείο ΠΡΟΠΟ του πατριού του για να πάρει χρήματα, όμως δεν εμφανίστηκε ποτέ εκεί. Σύμφωνα με μαρτυρίες, έφυγε από το γήπεδο μαζί με φίλους του, τους αποχαιρέτησε σε κάποιο σημείο και συνέχισε μόνος του. Από τότε χάθηκαν τα ίχνη του.
Η μητέρα και ο πατριός του άρχισαν να τον αναζητούν απεγνωσμένα σε όλη τη Βέροια, χωρίς αποτέλεσμα. Επισκέφθηκαν ακόμη και το νοσοκομείο της πόλης, όμως κανείς δεν είχε δει το παιδί. Τελικά δήλωσαν την εξαφάνισή του στην αστυνομία. Για μήνες οι Αρχές, με τη συνδρομή και αστυνομικών από την Αθήνα, ερευνούσαν την υπόθεση χωρίς να εντοπίσουν ούτε τον Άλεξ ούτε κάποιο καθοριστικό στοιχείο.
Η υπόθεση πήρε νέα τροπή τον Μάιο του 2006, όταν ένας 12χρονος Βορειοηπειρώτης κατέθεσε πως το παιδί είχε δεχθεί επίθεση από παρέα ανηλίκων. Σύμφωνα με την αρχική του ομολογία, τα παιδιά επιτέθηκαν στον Άλεξ ύστερα από λεκτική αντιπαράθεση, τον χτύπησαν και εκείνος έπεσε από σκαλιά, τραυματιζόμενος σοβαρά στο κεφάλι. Όπως υποστήριξε, όταν διαπίστωσαν ότι δεν ανέπνεε, πανικοβλήθηκαν και μετέφεραν το σώμα του με καρότσι σε άλλη περιοχή, χωρίς ποτέ να αποκαλύψουν τι απέγινε τελικά. Παρότι αργότερα ανακάλεσε την κατάθεσή του, η υπόθεση οδηγήθηκε στη Δικαιοσύνη.
Το Δικαστήριο Ανηλίκων, τον Φεβρουάριο του 2009, επέβαλε αναμορφωτικά μέτρα στα πέντε παιδιά. Δύο από αυτά οδηγήθηκαν στο Ίδρυμα Αγωγής Ανηλίκων Βόλου μέχρι την ενηλικίωσή τους, ενώ στα υπόλοιπα επιβλήθηκε επιτήρηση από τις Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων. Παράλληλα, δικάστηκαν και συγγενικά πρόσωπα των παιδιών. Ο παππούς των δύο Ελληνόπουλων καταδικάστηκε για υπόθαλψη εγκληματία και ψευδορκία, ενώ αρκετοί από τους γονείς τιμωρήθηκαν για παραμέληση εποπτείας ανηλίκων.
Η μητέρα του Άλεξ, Νατέλα, συνεχίζει μέχρι σήμερα να αναζητά απαντήσεις για το τι συνέβη στο μοναχοπαίδι της. Κατά καιρούς εμφανίζονται μαρτυρίες που υποστηρίζουν ότι ο Άλεξ έχει θεαθεί στην Ελλάδα ή στη Βουλγαρία, γεγονός που αναζωπυρώνει την αγωνία και τον πόνο της οικογένειας. Αν ζούσε σήμερα, ο Άλεξ θα ήταν 21 ετών.
Υπόθεση Άρτεμις Βασίλη
Πέντε χρόνια έχουν περάσει από τη μυστηριώδη εξαφάνιση της Άρτεμης στο Κορωπί, όμως η υπόθεση εξακολουθεί να παραμένει ανεξιχνίαστη.
Η 19χρονη Άρτεμις χάθηκε το μεσημέρι της 16ης Οκτωβρίου 2021. Εκείνη την ημέρα έφυγε από το σπίτι όπου διέμενε με την οικογένειά της στο Κορωπί περίπου στις 14:00, με σκοπό να υποβάλει αίτηση εργασίας σε κατάστημα παιχνιδιών στην Παιανία. Σύμφωνα με πληροφορίες, λίγο πριν από τις 16:00 ο θείος της ανέφερε ότι την είδε να περιμένει σε στάση λεωφορείου, ενώ γύρω στις 17:30 το κινητό της τηλέφωνο απενεργοποιήθηκε στην περιοχή της Κάντζας. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα δεν υπήρξε κανένα ίχνος της.
Μέχρι σήμερα η τύχη της παραμένει άγνωστη, με την οικογένειά της να συνεχίζει να αναζητά απαντήσεις. Αν η Άρτεμις βρίσκεται στη ζωή, σήμερα θα είναι 24 ετών.

Μαλδίβες: Εντοπίστηκαν οι σοροί των 5 δυτών από την Ιταλία που βρήκαν τραγικό θάνατο κατά την διάρκεια κατάδυσης!
Άννα Τριανταφυλλίδη – Η υπόθεση με την περισσότερη έκταση

Η Άννα Τριανταφυλλίδη αποτέλεσε το πρώτο παιδί στην Ελλάδα του οποίου η εξαφάνιση συγκλόνισε τόσο έντονα την κοινή γνώμη και πήρε μεγάλη δημοσιότητα. Ήταν μόλις 2,5 ετών όταν χάθηκαν τα ίχνη της στις 19 Αυγούστου 1981, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες.
Εκείνη την ημέρα βρισκόταν με την οικογένειά της στην παραλία Αγία Βαρβάρα, στο Σκουτάρι της Μάνης, όπου έπαιζε αμέριμνη. Όταν η μητέρα της πήγε να τη βρει για να τη ταΐσει, το μικρό κορίτσι είχε εξαφανιστεί. Μάρτυρες ανέφεραν ότι η Αννούλα κατευθύνθηκε προς τα τροχόσπιτα που βρίσκονταν κοντά στην παραλία, όμως από εκεί και πέρα χάθηκαν τα ίχνη της. Οι έρευνες που ακολούθησαν ήταν εκτεταμένες: δύτες εξερεύνησαν τη θάλασσα και τις σπηλιές της περιοχής, ενώ ειδικά εκπαιδευμένα σκυλιά ερεύνησαν κάθε σημείο χωρίς αποτέλεσμα.
Οι Αρχές εξέτασαν το ενδεχόμενο απαγωγής, καθώς στην περιοχή βρέθηκαν ίχνη από ρόδες αυτοκινήτου που είχε απομακρυνθεί. Παράλληλα, υπήρχε και η υπόθεση ότι κάποιο όχημα μπορεί να παρέσυρε κατά λάθος το παιδί και ο οδηγός να απέκρυψε το σώμα του σε δύσβατη περιοχή της Μάνης. Η υπόθεση της μικρής Άννας ήταν η πρώτη εξαφάνιση παιδιού στην Ελλάδα που απασχόλησε τόσο έντονα τα μέσα ενημέρωσης και την κοινή γνώμη.
Λίγες ημέρες μετά την εξαφάνιση, η οικογένεια έλαβε ανώνυμη επιστολή από το Ντίσελντορφ της Γερμανίας. Μια Ελληνίδα μετανάστρια, που υπέγραφε ως «Λευκή», υποστήριζε ότι μια ξανθιά γυναίκα περίπου 50 ετών είχε απαγάγει το παιδί και βρισκόταν στη συγκεκριμένη περιοχή. Αργότερα, άλλη γυναίκα με παρόμοια περιγραφή, η οποία ζούσε στη Γερμανία και παραθέριζε στη Μάνη την περίοδο της εξαφάνισης, επικοινώνησε επίσης με την οικογένεια ζητώντας πληροφορίες για την πορεία της υπόθεσης.
Η γυναίκα αυτή ήταν καθηγήτρια και διέμενε σε ένα από τα τροχόσπιτα της παραλίας. Για μεγάλο διάστημα θεωρήθηκε ύποπτη και αναζητήθηκε ακόμη και από την Ιντερπόλ, όμως τελικά δεν αποδείχθηκε καμία εμπλοκή της στην εξαφάνιση. Όπως η ίδια υποστήριξε, το ενδιαφέρον της για την υπόθεση παρερμηνεύτηκε.
Ο πατέρας της Αννούλας έφυγε από τη ζωή χωρίς να μάθει ποτέ τι συνέβη στο παιδί του. Η μητέρα της, συνεχίζοντας να ζει με την αβεβαιότητα και τον πόνο, είχε δηλώσει πως η άγνοια για την τύχη ενός παιδιού είναι το πιο βασανιστικό συναίσθημα για έναν γονιό. Παρά την οργή της απέναντι σε όσους αρπάζουν παιδιά, είχε πει ότι αν κάποιος της επέστρεφε ακόμη και σήμερα την κόρη της, θα τον συγχωρούσε.
Η Άννα είχε ένα χαρακτηριστικό εκ γενετής μαύρο σημάδι, σαν ελιά, ψηλά στους γλουτούς της. Αν βρίσκεται σήμερα στη ζωή, είναι 37 ετών.
Τάκης Κολλιαδέλης – Η εξαφάνιση σε πλοίο
Ο Τάκης Κολλιαδέλης, τότε 23 ετών, εξαφανίστηκε μυστηριωδώς στις 28 Ιουνίου κατά τη διάρκεια ταξιδιού με πλοίο από τη Χίο προς τον Πειραιά. Υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στο 297ο Μηχανοκίνητο Τάγμα Πεζικού της Χίου από τις 21 Μαΐου, απ’ όπου είχε λάβει αναβολή.
Ο νεαρός ταξίδευε με το πλοίο «Νήσος Ρόδος» μαζί με έναν φίλο του, ο οποίος ανέφερε ότι τον είδε τελευταία φορά γύρω στις δύο τα ξημερώματα. Περίπου δεκαπέντε λεπτά αργότερα, ο Τάκης έστειλε μήνυμα στην κοπέλα του και στη συνέχεια το κινητό του τηλέφωνο απενεργοποιήθηκε. Λίγες ώρες αργότερα, κάμερα ασφαλείας του πλοίου τον κατέγραψε να κινείται στο κατάστρωμα περίπου στις πέντε το πρωί, μία ώρα πριν το πλοίο φτάσει στο λιμάνι του Πειραιά. Από εκείνο το σημείο και μετά τα ίχνη του χάθηκαν χωρίς καμία εξήγηση.
Για να διερευνηθούν οι συνθήκες της εξαφάνισής του, διατάχθηκε ένορκη διοικητική εξέταση στη στρατιωτική μονάδα όπου υπηρετούσε, προκειμένου να εξακριβωθεί αν είχε συμβεί κάτι που σχετιζόταν με τη θητεία του. Μέχρι σήμερα η υπόθεση παραμένει ανεξιχνίαστη. Αν ο Τάκης βρίσκεται στη ζωή, σήμερα θα είναι 30 ετών.
Γιώργος Παρασκευόπουλος
Ο Γιώργος Παρασκευόπουλος ήταν μόλις 10 ετών όταν εξαφανίστηκε στις 24 Ιουνίου 1992 στο βουνό κοντά στο χωριό Δήμητρα Γορτυνίας, σε μία υπόθεση που συγκλόνισε ολόκληρη την Ελλάδα και παραμένει μέχρι σήμερα ανεξιχνίαστη.
Οι γονείς του, που κατοικούσαν στην Κρήτη, είχαν στείλει τον μικρό Γιώργο για καλοκαιρινές διακοπές στο χωριό του παππού και της γιαγιάς του. Την ημέρα της εξαφάνισης, ο παππούς του ήταν άρρωστος με πυρετό, όμως έπρεπε να ανέβει στη στάνη του στο βουνό. Η θεία του παιδιού έδωσε στον Γιώργο τα φάρμακα του παππού και τον έστειλε μαζί του. Σε κάποια στιγμή της διαδρομής, ο ηλικιωμένος άφησε τον εγγονό του σε μια πηγή για να γεμίσει δύο παγούρια με νερό και συνέχισε προς τα πρόβατα. Όταν επέστρεψε, το παιδί είχε εξαφανιστεί. Θεώρησε πως είχε επιστρέψει μόνο του στο χωριό και δεν ενημέρωσε κανέναν, ούτε ακόμη και τον αδελφό του που τον επισκέφθηκε αργότερα στη στάνη.
Η εξαφάνιση αποκαλύφθηκε μόλις το επόμενο βράδυ, όταν ο παππούς επέστρεψε στο χωριό και διαπιστώθηκε ότι ο Γιώργος δεν είχε γυρίσει ποτέ. Αμέσως ξεκίνησαν μεγάλες έρευνες με τη συμμετοχή στρατιωτών, κατοίκων της περιοχής, συγγενών αλλά και ειδικών ερευνητών από την Ελβετία. Παρά τις εκτεταμένες αναζητήσεις, δεν βρέθηκε κανένα ίχνος του παιδιού. Το μόνο στοιχείο που εντοπίστηκε αργότερα ήταν τα παγούρια του, σε δύσβατο σημείο του βουνού.
Κάτοικος γειτονικού χωριού υποστήριξε αργότερα ότι είχε δει ένα παιδί που έμοιαζε στον Γιώργο να κατεβαίνει από το βουνό προς τον κεντρικό δρόμο, όμως τότε δεν έδωσε σημασία και δεν το ανέφερε στις Αρχές. Μίλησε για αυτό μόνο όταν ο Μητροπολίτης της περιοχής κάλεσε όποιον γνώριζε κάτι να το αποκαλύψει, απειλώντας ακόμη και με αφορισμό όσους σιωπούσαν.
Χρόνια αργότερα, ένας βοσκός εντόπισε σε απομονωμένο σημείο ένα παιδικό αθλητικό παπούτσι, το οποίο θεωρήθηκε πιθανό να ανήκε στον Γιώργο. Ωστόσο, δεν βρέθηκαν άλλα στοιχεία που να μπορούν να ρίξουν φως στην τύχη του παιδιού.
Οι συγγενείς του, στην προσπάθειά τους να βρουν απαντήσεις, είχαν αρχικά στραφεί στο ενδεχόμενο απαγωγής και πραγματοποίησαν μόνοι τους έρευνες σε καταυλισμούς Ρομά σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Παρά τις προσπάθειες όλων αυτών των χρόνων, κανένα σενάριο δεν επιβεβαιώθηκε και η οικογένεια εξακολουθεί να αγνοεί τι πραγματικά συνέβη στον μικρό Γιώργο. Αν βρίσκεται σήμερα στη ζωή, είναι 34 ετών.
Νεκτάριος Κορδός
Ο Νεκτάριος Κορδός εξαφανίστηκε στις 14 Αυγούστου 1989 από το χωριό Κάτω Αμπελόκηποι Μεσσηνίας, όταν ήταν μόλις 7 ετών. Ήταν το τρίτο παιδί του Γιάννη και της Βασιλικής Κορδού.
Την ημέρα της εξαφάνισής του βρισκόταν μαζί με την οικογένειά του στα κτήματά τους. Κάποια στιγμή το παιδί ξέφυγε από την προσοχή των δικών του και βγήκε στον δρόμο. Σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων του χωριού, ο μικρός εθεάθη στα πίσω καθίσματα ενός μεγάλου σκουρόχρωμου αυτοκινήτου, από όπου φέρεται να χαιρετούσε τους περαστικούς. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα τα ίχνη του χάθηκαν οριστικά και κανείς δεν έμαθε ποτέ τι απέγινε.
Ο πατέρας του Νεκτάριου έφυγε από τη ζωή χωρίς να καταφέρει να μάθει την αλήθεια για την τύχη του παιδιού του, έχοντας πάντα την ελπίδα ότι θα το ξαναδεί. Αν ο Νεκτάριος βρίσκεται σήμερα στη ζωή, είναι 34 ετών.

Βόμβα στην υπόθεση της Χριστίνας Εξαρχουλέα – Διεθνές ένταλμα 8,5 χρόνια μετά την εξαφάνισή της και νέες αποκαλύψεις
Το «καταραμένο» σπίτι στο Μαρκόπουλο
Το λεγόμενο «καταραμένο σπίτι» στο Μαρκόπουλο συνδέθηκε με δύο μυστηριώδεις εξαφανίσεις που εξακολουθούν να προκαλούν ανατριχίλα και πολλά αναπάντητα ερωτήματα. Από την ίδια κατοικία όπου έμενε ο αγνοούμενος αθλητικός παράγοντας Κώστας Κολιαβασίλης, εξαφανίστηκε περίπου έναν χρόνο αργότερα και ο Ελληνοελβετός πιλότος Νίκος Χρυσολούρης, ενισχύοντας τα σενάρια γύρω από μια σκοτεινή υπόθεση που παραμένει ανεξιχνίαστη.

Η εξαφάνιση του 48χρονου Κώστα Κολιαβασίλη από το Μαρκόπουλο, στις 31 Μαρτίου 2012, απασχόλησε έντονα τις Αρχές αλλά και την εκπομπή «Φως στο Τούνελ». Ο Κολιαβασίλης ήταν γνωστός και αγαπητός στην τοπική κοινωνία ως παράγοντας της ποδοσφαιρικής ομάδας «ΜΑΡΚΟ». Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το τελευταίο διάστημα πριν χαθεί δεχόταν πιέσεις από άτομα που προσπαθούσαν να τον πείσουν να επενδύσει μεγάλο χρηματικό ποσό, περίπου 180.000 ευρώ.
Λίγο πριν εξαφανιστεί, είχε αναφέρει στην αδελφή του και σε φίλους ότι επρόκειτο να συναντήσει συγκεκριμένα πρόσωπα στο Πόρτο Ράφτη, προκειμένου να παραλάβει επενδυτικά ομόλογα. Το απόγευμα της ημέρας που χάθηκαν τα ίχνη του, η σύντροφός του τον άκουσε να μιλά στο κινητό του και να λέει: «Εντάξει φίλε, έρχομαι». Στη συνέχεια έφυγε με το μαύρο Opel Astra που οδηγούσε, χωρίς να επιστρέψει ποτέ.
Την επόμενη ημέρα, το αυτοκίνητό του εντοπίστηκε εγκαταλελειμμένο σε απομονωμένη περιοχή στον Κουβαρά. Παρά το γεγονός ότι το όχημα εξετάστηκε από τις Αρχές, παρέμεινε για περίπου 14 μήνες έξω από το Αστυνομικό Τμήμα Μαρκοπούλου χωρίς να εντοπιστεί ένα κρίσιμο στοιχείο: το κινητό τηλέφωνο του αγνοούμενου, το οποίο βρέθηκε αργότερα κάτω από το κάθισμα του οδηγού από τους ίδιους τους συγγενείς του.
Το κινητό εξετάστηκε εργαστηριακά και, εκτός από το γενετικό υλικό του Κολιαβασίλη, εντοπίστηκε και DNA άγνωστης γυναίκας, η ταυτότητα της οποίας δεν εξακριβώθηκε ποτέ. Παράλληλα, η έρευνα αποκάλυψε ότι ο 48χρονος είχε ανταλλάξει μηνύματα με συγκεκριμένο άτομο, το οποίο φέρεται να απέκρυψε σημαντικό μέρος των συνομιλιών του από την Αστυνομία, προκαλώντας επιπλέον υποψίες.
Χρόνια αργότερα εμφανίστηκε ένας άνδρας που ισχυρίστηκε ότι είχε δει τον Κολιαβασίλη ζωντανό στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου δήθεν ζούσε με πλαστά στοιχεία. Ωστόσο, η πληροφορία αυτή αποδείχθηκε αναξιόπιστη, καθώς ο μάρτυρας αντιμετώπιζε σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα και φερόταν να συνδέεται με πρόσωπα που σχετίζονταν με την υπόθεση. Η εκδοχή αυτή θεωρήθηκε προσπάθεια αποπροσανατολισμού των ερευνών.

Ακόμη πιο ανατριχιαστική θεωρείται η σύμπτωση ότι στο ίδιο σπίτι όπου διέμενε ο Κολιαβασίλης, εξαφανίστηκε σχεδόν έναν χρόνο αργότερα και ο 50χρονος Νίκος Χρυσολούρης, χωρίς επίσης να αφήσει ίχνη πίσω του. Οι οικογένειες των αγνοουμένων πιστεύουν πως πίσω από τις εξαφανίσεις ενδέχεται να βρίσκονται οργανωμένα κυκλώματα που δρουν στην περιοχή των Μεσογείων και συνδέονται με οικονομικά συμφέροντα, εκβιασμούς και βίαιες πρακτικές.
Παρά τα χρόνια που έχουν περάσει, η υπόθεση παραμένει ανοιχτή, με τους συγγενείς να συνεχίζουν να αναζητούν δικαιοσύνη και απαντήσεις για το τι πραγματικά συνέβη στους δύο άνδρες…
Χρήστος Μερεντίτης
Η υπόθεση της εξαφάνισης του 36χρονου Χρήστου Μερεντίτη στο Κορωπί, τον Μάιο του 2014, συγκαταλέγεται στις πιο σκοτεινές και πολύπλοκες αστυνομικές ιστορίες της Αττικής.
Ο Μερεντίτης ήταν άνθρωπος της δουλειάς, με δραστηριότητα στις χωματουργικές εργασίες και ιδιόκτητο εξοπλισμό βαρέων μηχανημάτων. Είχε εγκαταστήσει την επαγγελματική του βάση στο Κορωπί, ενώ παράλληλα είχε διαμορφώσει έναν μικρό χώρο-αποθήκη σε οικόπεδο στην περιοχή του Αγίου Ιωάννη, γνωστή και ως «Μετανοείτε», όπου περνούσε αρκετό χρόνο.
Την περίοδο εκείνη η προσωπική του ζωή βρισκόταν σε ευχάριστη φάση, καθώς ετοιμαζόταν να παντρευτεί την αρραβωνιαστικιά του Ντίνα, η οποία ήταν έγκυος και περίμενε το πρώτο τους παιδί. Το βράδυ της 5ης Μαΐου 2014 έφυγε από το σπίτι του λέγοντας ότι θα κοιμηθεί στο εξοχικό του στο Κορωπί, καθώς το επόμενο πρωί είχε δουλειές. Ήταν η τελευταία φορά που τον είδε η οικογένειά του.
Το επόμενο πρωί το κινητό του δέχτηκε κλήσεις χωρίς απάντηση και στη συνέχεια απενεργοποιήθηκε οριστικά. Όταν οι συγγενείς του έφτασαν στο οικόπεδο, βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια σοκαριστική εικόνα: ίχνη αίματος στο δάπεδο μιας μικρής αποθήκης και έναν κάλυκα από όπλο 9 χιλιοστών. Το αίμα ταυτοποιήθηκε ότι ανήκε στον ίδιο, ενώ βρέθηκε και λοστός με ίχνη αίματος που δεν μπόρεσαν να αναλυθούν επαρκώς.
Σε μια κρίσιμη στιγμή, ο πατέρας του, φοβούμενος πιθανή νέα εγκληματική ενέργεια ή κλοπή του εξοπλισμού, μετακίνησε βαριά μηχανήματα στον χώρο, γεγονός που κατέστρεψε ενδεχόμενα ίχνη και δυσχέρανε σημαντικά το έργο της αστυνομικής έρευνας.
Αρχικά οι εκτιμήσεις έκαναν λόγο για εξαφάνιση τη νύχτα της Δευτέρας, όμως μαρτυρία από τοπικό κατάστημα ανέφερε ότι ο Μερεντίτης είχε εμφανιστεί ζωντανός το πρωί της Τρίτης 6 Μαΐου, πληρώνοντας μια οφειλή και αποχωρώντας, γεγονός που μετατοπίζει το χρονικό παράθυρο της εξαφάνισης.
Οι έρευνες στράφηκαν σε επαγγελματικές και οικονομικές διαφορές, κυρίως γύρω από υποθέσεις μηχανημάτων, αγοραπωλησίες φορτηγών και πιθανές οφειλές. Επιπλέον, διερευνήθηκε η εμπλοκή προσώπων από τον επαγγελματικό του κύκλο, μεταξύ των οποίων και άτομα που συνδέονταν με οχήματα και συνεργεία στην περιοχή. Παρόλα αυτά, η υπόθεση δεν μπόρεσε ποτέ να δεθεί δικαστικά, καθώς έλειπαν βασικά στοιχεία όπως το σώμα, το όπλο και αδιάσειστα ίχνη στο σημείο.
Χρόνια αργότερα, η υπόθεση παραμένει ανεξιχνίαστη, με την οικογένεια να συνεχίζει να αναζητά απαντήσεις και δικαίωση.


">
">
">
">
">
">
">
">