Ο Σωτήρης Μουστάκας υπήρξε μία από τις πιο χαρακτηριστικές και αγαπημένες μορφές του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου. Ένας άνθρωπος που κατάφερε να συνδυάσει το γέλιο με τη συγκίνηση, τη λαϊκή απλότητα με τη βαθιά υποκριτική τέχνη. Για δεκαετίες ολόκληρες έκανε το κοινό να γελάει με τις ατάκες, τις γκριμάτσες και τη μοναδική εκφραστικότητά του, όμως πίσω από τον κωμικό ηθοποιό υπήρχε ένας άνθρωπος με δύσκολες εμπειρίες, αγώνες, πάθη, οικονομικές περιπέτειες και μια ζωή γεμάτη ένταση.

Από μικρός στα βάσανα και στην… φυλακή

Μουστάκας
ΜΠΟΝΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ/EUROKINISSI

Γεννήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 1940 στις Κάτω Πλάτρες της Λεμεσού στην Κύπρο. Ήταν το μικρότερο παιδί πολύτεκνης οικογένειας και μεγάλωσε μέσα σε δύσκολες οικονομικές συνθήκες. Από μικρός έδειξε ότι είχε καλλιτεχνική φύση. Αγαπούσε τη μουσική και έκανε σπουδές βιολιού, η μουσική του καριέρα όμως έληξε νωρίς, γιατί είχε ιδιαίτερη αδυναμία στον Σαίξπηρ και στον Τσάρλι Τσάπλιν. Ο τελευταίος επηρέασε βαθιά τον τρόπο που αντιλήφθηκε την κωμωδία, όχι για το εύκολο γέλιο που έβγαζε, αλλά σαν μια τέχνη που κρύβει μέσα της πόνο και ανθρωπιά.

Η εφηβεία του συνέπεσε με μία από τις πιο ταραγμένες περιόδους της Κύπρου. Σε ηλικία μόλις 15 ετών πήρε μέρος στον αγώνα της ΕΟΚΑ ενάντια στους Βρετανούς αποικιοκράτες. Μετέφερε μηνύματα, μοίραζε φυλλάδια και έγραφε συνθήματα στους τοίχους. Η δράση του δεν άργησε να αποκαλυφθεί. Συνελήφθη από τους Άγγλους και φυλακίστηκε για αρκετούς μήνες. Η εμπειρία αυτή τον σημάδεψε βαθιά. Αργότερα μιλούσε συχνά για εκείνα τα χρόνια με συγκίνηση, λέγοντας πως τότε έμαθε τι σημαίνει φόβος αλλά και αξιοπρέπεια. Παρά τις δυσκολίες, δεν εγκατέλειψε ποτέ το όνειρό του να γίνει ηθοποιός. Το ταλέντο του ήταν εμφανές ήδη από το σχολείο, όπου πρωταγωνιστούσε στις παραστάσεις. Δες ένα βίντεο – αφιέρωμα από την “Μηχανή του χρόνου” στην ΕΡΤ1:

Η γνωριμία με τον Σταυρίδη που του άνοιξε τον δρόμο, και ο Γολγοθάς της επιβίωσης

Καθοριστική για τη ζωή του υπήρξε η γνωριμία με τον μεγάλο κωμικό Νίκο Σταυρίδη, ο οποίος διέκρινε αμέσως το χάρισμά του και τον ενθάρρυνε να ασχοληθεί επαγγελματικά με την υποκριτική. Ο Σωτήρης Μουστάκας τον πλησίασε λέγοντάς του πως θέλει να γίνει ηθοποιός. Εκείνος θαύμασε το θάρρος του 14χρονου τότε αγοριού και του είπε να πάει στην Αθήνα να τον βρει. Μεσολάβησε όμως η σύλληψή του και καθυστέρησε να πάει. Όταν όμως τελικά πήγε, έπιασε δουλειά ως σερβιτόρος για να βγάζει τα προς το ζην. Μετά από παρότρυνση του Σταυρίδη, έδωσε εξετάσεις στη Δραματική του Εθνικού Θεάτρου αλλά απέτυχε. Δεν το έβαλε όμως κάτω. Έδωσε ξανά εξετάσεις τις οποίες πέρασε με το ζόρι, αφού οι περισσότεροι καθηγητές δεν αποδέχονταν το πηγαίο χιούμορ του και τον απέρριπταν αποκαλώντας τον “καραγκιόζη”.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 έφυγε από την Κύπρο και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Η Ελλάδα εκείνης της εποχής ζούσε τη χρυσή περίοδο του κινηματογράφου και του θεάτρου. Για έναν νέο ηθοποιό, όμως, η πρωτεύουσα δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Ο Μουστάκας πέρασε δύσκολα χρόνια. Έμενε σε φτωχικά δωμάτια, έκανε μικροδουλειές για να επιβιώσει και συχνά δεν είχε χρήματα ούτε για φαγητό. Παρ’ όλα αυτά δεν το έβαλε κάτω. Τα οικονομικά του ήταν τόσο περιορισμένα που πολλές φορές έτρωγε στα γυρίσματα…”Θυμάμαι σε ένα γύρισμα με τον Σταυρίδη είχα φάει ένα δυο κομμάτια κεφτέδες και μετά στο διάλλειμα είχα φάει και τους υπόλοιπους. Ξαναρχίζουμε πάλι το γύρισμα και λένε, οι κεφτέδες που είναι; Τους έφαγα εγώ, είπα στον Σταυρίδη. Και τώρα πως θα συνεχίσουμε το γύρισμα; Έπρεπε να περιμένεις να τελειώσουμε… Την άλλη μέρα στο γύρισμα ο Σταυρίδης μου έφερε κεφτέδες για να μην φάω πάλι τους κεφτέδες” είχε πει διακωμωδώντας την φτώχια του…

Οι πρώτοι του ρόλοι ήταν μικροί, όμως η ιδιαίτερη φυσιογνωμία του και η εκρηκτική του ενέργεια δεν περνούσαν απαρατήρητες. Σταδιακά άρχισε να γίνεται γνωστός στο κοινό. Το πρόσωπό του, οι εκφράσεις του και ο τρόπος που χρησιμοποιούσε το σώμα και τη φωνή του τον έκαναν να ξεχωρίζει αμέσως.

Από την φτώχεια στην καταξίωση

Σωτήρης Μουστάκας
ΝΤΑΡΙΛΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ/EUROKINISSI

Ο Σωτήρης Μουστάκας δεν ήταν απλώς ένας κωμικός ηθοποιός. Ήταν ένας καλλιτέχνης με σπάνια σκηνική ενέργεια. Είχε την ικανότητα να προκαλεί γέλιο χωρίς υπερβολές. Ακόμη και όταν δεν μιλούσε, μπορούσε να «γεμίσει» τη σκηνή μόνο με το βλέμμα ή την κίνησή του. Αυτή η μοναδική του ικανότητα τον έκανε περιζήτητο στον κινηματογράφο των δεκαετιών του ’60 και του ’70. Συνεργάστηκε με σχεδόν όλους τους μεγάλους πρωταγωνιστές του ελληνικού σινεμά. Έπαιξε δίπλα στον Θανάση Βέγγο, τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, τον Νίκο Σταυρίδη, τη Ρένα Βλαχοπούλου και πολλούς ακόμη. Αν και συχνά είχε δεύτερους ρόλους, πολλές φορές έκλεβε την παράσταση. Το κοινό θυμόταν εκείνον ακόμη και όταν εμφανιζόταν για λίγα λεπτά.

Τεράστια υπήρξε και η παρουσία του στο θέατρο. Η επιθεώρηση έγινε ουσιαστικά το «σπίτι» του. Εκεί μπορούσε να αυτοσχεδιάζει, να σατιρίζει, να τραγουδά και να επικοινωνεί άμεσα με το κοινό. Οι παραστάσεις στις οποίες συμμετείχε γνώριζαν τεράστια επιτυχία. Το κοινό πήγαινε πολλές φορές μόνο και μόνο για να δει τον Μουστάκα στη σκηνή. Ιδιαίτερη σχέση είχε και με την τηλεόραση. Οι νεότερες γενιές τον γνώρισαν μέσα από σειρές όπως οι «Απαράδεκτοι» και οι «Δέκα Μικροί Μήτσοι». Παρότι οι εμφανίσεις του δεν ήταν πάντα πρωταγωνιστικές, είχε αυτό το σπάνιο χάρισμα να μετατρέπει κάθε σκηνή σε αξέχαστη στιγμή. Πίσω όμως από τη λαμπερή εικόνα του κωμικού υπήρχε ένας άνθρωπος με μεγάλες εσωτερικές αγωνίες. Ο ίδιος είχε παραδεχτεί ότι πολλές φορές ένιωθε μοναξιά. Οι κωμικοί ηθοποιοί συχνά κρύβουν βαθιά ευαισθησία, και ο Μουστάκας ήταν χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ήταν άνθρωπος παρορμητικός, συναισθηματικός και συχνά αυτοκαταστροφικός.

Ο Μουστάκας δεν περιορίστηκε ποτέ μόνο στην κωμωδία. Όταν του δόθηκε η ευκαιρία να παίξει δραματικούς ρόλους, απέδειξε ότι διέθετε τεράστιο υποκριτικό εύρος. Στο θέατρο ερμήνευσε ακόμη και Σαίξπηρ, αποδεικνύοντας ότι μπορούσε να σταθεί ισάξια σε απαιτητικούς δραματικούς ρόλους. Πολλοί συνάδελφοί του θεωρούσαν πως ήταν από τους πιο αδικημένους ηθοποιούς της γενιάς του, γιατί το κοινό τον είχε ταυτίσει κυρίως με την κωμωδία. Σημαντικό κεφάλαιο στην καριέρα του ήταν η συνεργασία του με τον Γιώργο Λαζάνη και άλλους μεγάλους δημιουργούς της επιθεώρησης. Εκεί κατάφερε να εξελιχθεί σε έναν από τους κορυφαίους κωμικούς της Ελλάδας. Οι ατάκες του περνούσαν στην καθημερινότητα του κόσμου και οι χαρακτήρες του γίνονταν λαϊκά σύμβολα. Οι άνθρωποι του θεάτρου θυμούνται πως ήταν εργασιομανής. Μπορούσε να δουλεύει ασταμάτητα, να κάνει παραστάσεις, γυρίσματα και περιοδείες χωρίς να ξεκουράζεται. Είχε τρομερή αγάπη για τη σκηνή. Έλεγε συχνά ότι μόνο όταν έβγαινε μπροστά στο κοινό ένιωθε πραγματικά ζωντανός.

Το χαμένο Όσκαρ και η πρόταση από το Χόλιγουντ

Μουστάκας
ΧΑΣΙΑΛΗΣ ΒΑΙΟΣ/EUROKINISSI

Μετά την πρώτη του εμφάνιση στο θεατρικό σανίδι, τράβηξε την προσοχή και του Μιχάλη Κακογιάννη, ο οποίος του εμπιστεύτηκε τον ρόλο του τρελού του χωριού στην περίφημη διεθνή παραγωγή «Αλέξης Ζορμπάς» (1964). Η τεράστια προβολή του Ζορμπά που έφτασε μέχρι τα Όσκαρ, του άνοιξε διάπλατα τις πόρτες για καριέρα στο Χόλιγουντ, όταν η Fox του πρότεινε συμβόλαιο για να παίξει σε μια ταινία με τον Μάικλ Κέιν. Αν και πρωτάρης στο πανί, ο Μουστάκας παίζει με τόση μαεστρία τον Μιμυθό, που προτείνεται από τους Αμερικανούς παραγωγούς της ταινίας για το Όσκαρ του Β’ Ανδρικού Ρόλου. Η υποψηφιότητά του κόπηκε για… δύο λεπτά! Τόσα παραπάνω έπρεπε να εμφανιστεί ο Μουστάκας στην ταινία, για να πιάσει το μίνιμουμ όριο χρόνου για διεκδίκηση Όσκαρ. Χρόνια αργότερα, τα 30 λεπτά που είχε ορίσει ως όριο η Ακαδημία στο καταστατικό της, έγιναν… οκτώ. Δες βίντεο από την συμμετοχή του στον Ζορμπά:

Από τη διεθνή προβολή του «Ζορμπά» ο Μουστάκας εξασφαλίζει πρόσκληση για το Hollywood, καθώς η Fox του προτείνει συμβόλαιο για να παίξει σε μια ταινία με τον Μάικλ Κέιν. Ο ίδιος είχε χαρακτηρίσει την άρνησή του ως μια «μεγάλη χαμένη ευκαιρία», καθότι προτίμησε τότε το θέατρο και την παράσταση «Μία Ιταλίδα στην Κυψέλη». Ο «Αλέξης Ζορμπάς» κέρδισε άλλα δύο Όσκαρ, αυτά της καλλιτεχνικής διεύθυνσης και της φωτογραφίας (για ασπρόμαυρη ταινία), ενώ αποτελεί μάλλον ιστορική «ανορθογραφία» για το θεσμό ότι δεν κέρδισε και αυτό της μουσικής για το συρτάκι του Μίκη Θεοδωράκη. Ο Ζορμπάς μπορεί να μην χάρισε μια υποψηφιότητα για Όσκαρ στον Σωτήρη Μουστάκα, ήταν όμως το διαβατήριο για να γνωρίσουν κόσμος και κριτικοί ένα νέο μεγάλο υποκριτικό ταλέντο και τελικά το εφαλτήριο για μια λαμπρή καριέρα, που θα αναδείκνυε τον Μουστάκα σε κορυφαίο κωμικό της γενιάς του στο θέατρο και την επιθεώρηση.

Από κομπάρσος… κορυφαίος πρωταγωνιστής

Σπουδαστής ακόμα, έκανε το θεατρικό του ντεμπούτο το 1961, στο έργο «Χαραυγή» του Δημήτρη Μπόγρη, ενώ την επόμενη χρονιά θα εμφανιστεί επίσημα πια στο έργο «Μια πόρτα, δραχμές πεντακόσιες» με τον θίασο του Κώστα Ρηγόπουλου και της Κάκιας Αναλυτή. Παρά τον μικρό του ρόλο, εντυπωσίασε κοινό και κριτικούς, με αποτέλεσμα οι προτάσεις τόσο για θέατρο όσο και για κινηματογράφο να πέφτουν η μια μετά την άλλη.

Συνεργάστηκε με κορυφαίους θιάσους, κυρίως σε κωμικούς ρόλους, ενώ σημαντικές για την πορεία του ήταν και οι συνεργασίες με την Κατίνα Παξινού και τον Αλέξη Μινωτή. Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 έπαιξε στις «Όρνιθες» του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν, αλλά και στον «Ασυλλόγιστο» του Μολιέρου. Το 1976 συγκρότησε δικό του θίασο, ανεβάζοντας ενδεικτικά έργα όπως «Το κλουβί με τις τρελές», «Βιολιστής στη Στέγη», «Ο καλός στρατιώτης Σβέικ», κ.α.

Το 2006 ο Σωτήρης Μουστάκας εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο θέατρο της Επιδαύρου με το έργο «Θεσμοφοριάζουσες» του Αριστοφάνη. Δύο χρόνια αργότερα, το 2008, θα ξαναπαίξει στην Επίδαυρο, αυτή τη φορά στο ρόλο του Τρυγαίου στο έργο «Ειρήνη». «Αγαπούσα πάντα τον Αριστοφάνη. Από τα πρώτα χρόνια των σπουδών μου στο θέατρο με γοήτευε. Τον διάβαζα και σκεφτόμουν ότι θα ήθελα να έρθει ο καιρός να ερμηνεύσω τους ήρωές του. Ξέρω καλά ότι καθένα από τα έργα του μπορεί να τα προσεγγίσει κανείς διαφορετικά. Εξαρτάται από τους σκηνοθέτες αλλά και από την προσωπικότητα του ηθοποιού» έλεγε στις συνεντεύξεις του. Ο Σωτήρης Μουστάκας είχε την μοναδική ικανότητα της άμεσης επικοινωνίας με το κοινό, χάρη στην πλούσια εκφραστικότητά του, τις ατάκες του και τους αυτοσχεδιασμούς του.

Το 1967 θα συμμετάσχει σε έντεκα ελληνικές κινηματογραφικές παραγωγές, ενώ το 1969 θα παίξει για πρώτη φορά σε ταινία της Φίνος Φιλμ με το έργο «Πεθαίνω Κάθε Ξημέρωμα» του Νίκου Φώσκολου. Μεγάλη στιγμή στην καριέρα του θεωρείται η εξαιρετική ερμηνεία του στην ταινία «Ένας Νομοταγής Πολίτης» (1974) του Ερρίκου Θαλασσινού, όπου ο Μουστάκας υποδύεται τον ρόλο ενός σεμνού, τίμιου, αφελή και παθητικού πολίτη. Όπως είχε πει και ο ίδιος «πρόκειται για την καλύτερη ταινία που έχω γυρίσει». Δες βίντεο από την ταινία “Ένας νομοταγής πολίτης”.

Το φάρμακο “χασίσι” για το στομάχι… Η επική γκάφα του!

Αξέχαστη έχει μείνει και η… γκάφα με τον Νίκο Φέρμα. Τον κλασικό μάγκα του ελληνικού κινηματογράφου, ο οποίος βέβαια ήταν έτσι και στην πραγματική του ζωή. Έτσι μιλούσε ενώ αγαπούσε αρκετά το χασίσι. Σε μια θεατρική παράσταση μοιράστηκαν το ίδιο καμαρίνι. Ο Φέρμας, ακόμα και όταν απαγορεύτηκε το χασίσι, κάπνιζε όλη μέρα «δεν είναι καπνός χόρτο είναι. Κάνει καλό και στο στομάχι. Είναι ανθός. Τράβα μία και θα αρχίσεις να πετάς. Και τα πλάνα θα σου ’ρχονται το ένα μετά το άλλο σαν σύννεφα που τα κυνηγάει ο νοτιάς»! Νέος στην ηλικία τότε ο Μουστάκας, στα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα, δεν ήξερε καν τι πάει να πει χασίσι. Όταν ρώτησε τον Φέρμα τι ήταν αυτό που έβαζε μέσα στο τσιγάρο του, εκείνος του απάντησε πως ήταν φάρμακο για το στομάχι! Μετά από μερικές ημέρες ο Μουστάκας ένιωθε πόνους στο στομάχι και ζήτησε από τον Φέρμα λίγο από το φάρμακο του. Ο Φέρμας έκπληκτος διαπίστωσε πως ο Μουστάκας δεν είχε καταλάβει ότι κάπνιζε χόρτο και χωρίς κανένα δισταγμό του είπε: «Μα καλά ρε Κύπριε δεν κατάλαβες τι είναι; Χασίσι είναι».

Στην παρακμή της βιντεοκασέτας

Την δεκαετία του ’80, μαζί με την παρακμή του κινηματογράφου, θα στραφεί σε ταινίες βιντεοκασέτας που ναι μεν τον στήριξαν οικονομικά, αλλά δεν του πρόσφεραν κάτι ερμηνευτικά. Θα πρωταγωνιστήσει σε δεκάδες βιντεοταινίες και σε κάποιες φτηνές κινηματογραφικές παραγωγές του τύπου “Πάτερ Γκομένιος”, “Ο Ροζ Γάτος” και “Ο Τσιτσιολίνας”. Παραγωγές στα όρια του αχαρακτήριστου, που δεν άρμοζαν με το ταλέντο του Μουστάκα, αλλά εξασφάλιζαν αρκετά έσοδα και μάλιστα σε χρόνο ρεκόρ, καθώς τα γυρίσματα κρατούσαν το πολύ δέκα μέρες. Και ο Μουστάκας είχε ανάγκη τα χρήματα αφού έπρεπε να εξυπηρετεί τα μεγάλα του χρέη από το πάθος του για τον τζόγο. Δες βίντεο από την βιντεοκασέτα “Ροζ γάτος”:

Η τελευταία του συμμετοχή στον κινηματογράφο ήταν, όπως και η πρώτη, σε μια διεθνή παραγωγή, στην ταινία «Ελ Γκρέκο» του Γιάννη Σμαραγδή. Ο ρόλος του ζωγράφου Τιτσιάνο, δασκάλου του Ελ Γκρέκο, έμελλε να είναι το κύκνειο άσμα του Σωτήρη Μουστάκα, που δυστυχώς δεν πρόλαβε να δει στους κινηματογράφους. Δες βίντεο από την τελευταία του ταινία “Ελ Γκρέκο” και την απίστευτη ερμηνεία του:

Το πάθος με τον τζόγο και η απαγωγή από τους τοκογλύφους

Ο Μουστάκας είχε δυο μεγάλα πάθη, το κυνήγι, το ψαροντούφεκο και τον τζόγο… “Μου έλεγε πάω για τσίχλες” έλεγε σε μια συνέντευξή της η κόρη του Αλεξία Μουστάκα. Παρά τη μεγάλη δημοφιλία του, δεν απέκτησε ποτέ την οικονομική άνεση που θα περίμενε κανείς. Η εποχή εκείνη δεν εξασφάλιζε μεγάλα έσοδα στους ηθοποιούς, ενώ και ο ίδιος δεν ήξερε να διαχειρίζεται τα χρήματά του. Ζούσε έντονα, ξόδευε εύκολα και πολλές φορές παρασυρόταν από το πάθος του για τον τζόγο.Ο τζόγος και ειδικά το πάθος του για το καζίνο αποτελεί ένα ολόκληρο κεφάλαιο στη ζωή του Σωτήρη Μουστάκα. Όπως και άλλοι γνωστοί συνάδελφοί του, έμπλεξε με τον τζόγο, απ’ τον οποίο έχασε σχεδόν όλα τα χρήματα που έβγαλε από το σινεμά και το θέατρο. Ο εθισμός του τον έφερε στα άκρα, ενώ κινδύνευσε ακόμη και η ζωή του όταν δανείστηκε από τοκογλύφους, που σύχναζαν έξω από το καζίνο της Πάρνηθας και όταν δεν μπόρεσε να τα επιστρέψει τον απήγαγαν απειλώντας να τον “εξαφανίσουν”.

Τελικά, ο θεατρικός παραγωγός Αλέξανδρος Παρίσης, φίλος και συνεργάτης του Μουστάκα, όπως αποκάλυψε, έδωσε τα χρήματα, για να τον επιστρέψουν μέσα σε ένα πορτμπαγκάζ αυτοκινήτου.«Ήταν αρκετά σπάταλος και γι΄αυτό ως το τέλος της ζωής του είχε απωλέσει πολλά από τα χρήματα που είχε κερδίσει» είχε πει ο καλός του φίλος και θεατρικός επιχειρηματίας Αλέξανδρος Παρίσης: «Ήταν όμως ένας εθισμός που μια μέρα παραλίγο να του κοστίσει την ζωή, αφού τον απήγαγαν. Όσα χρήματα και να έπαιρνε, πήγαινε στο καζίνο και τα ακούμπαγε. Μια φορά είχε πάρει κάτι χρήματα από κάποιους τοκογλύφους που ήταν έξω από το καζίνο. Ήταν Σάββατο και είχαμε διπλές παραστάσεις. Αναγκάστηκα και τους έδωσα 2.500.000 δραχμές και μου τον έφεραν μέσα στο πορτμπαγκάζ ενός αυτοκινήτου Opel, που τον είχαν κλείσει για να τον «εξαφανίσουν». Ωστόσο, ο Σωτήρης, ξαναλέω, ήταν πολύ καλός άνθρωπος”

Ο έρωτας με την Μαρία Μπονέλου και ο γάμος
Σωτήρης Μουστάκας: Η φυλακή, ο αγώνας για επιβίωση, το μεγάλο πάθος για τον τζόγο και η… απαγωγή

Από τους πιο πιστούς και αφοσιωμένους οικογενειάρχες… Στην προσωπική του ζωή ο μεγάλος έρωτας ήταν η ηθοποιός Μαρία Μπονέλου. Οι δυο τους γνωρίστηκαν μέσα από το θέατρο και γρήγορα έγιναν αχώριστοι. Η σχέση τους κράτησε πολλά χρόνια και χαρακτηριζόταν από έντονο πάθος αλλά και δυσκολίες. Παντρεύτηκαν και απέκτησαν μία κόρη, την Αλεξία, την οποία ο Μουστάκας λάτρευε. Η Μαρία Μπονέλου στάθηκε δίπλα του στις καλές αλλά και στις κακές στιγμές και εκείνος επίσης ήταν πάντα στο πλευρό της. Ο Μουστάκας ήταν άνθρωπος με εκρήξεις, έντονο ταμπεραμέντο και αρκετές αδυναμίες. Υπήρχαν περίοδοι όπου αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα, κυρίως λόγω της σχέσης του με τον τζόγο και τα καζίνο. Ήταν γνωστό ότι αγαπούσε πολύ το παιχνίδι και αρκετές φορές έχασε μεγάλα ποσά. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μπλέξει σε χρέη και να πιεστεί ψυχολογικά.

Παρά τα προβλήματα, όσοι τον γνώριζαν έλεγαν ότι ήταν γενναιόδωρος, βοηθούσε φίλους και συναδέλφους και πολλές φορές έδινε χρήματα ακόμη κι όταν ο ίδιος δεν είχε. Δεν κρατούσε κακία και είχε παιδική αφέλεια. Ίσως αυτός ήταν και ο λόγος που ο κόσμος τον αγαπούσε τόσο πολύ, γιατί πίσω από τον σπουδαίο ηθοποιό έβλεπε έναν αυθεντικό άνθρωπο.

Η τελευταία του επιθυμία
Σωτήρης Μουστάκας: Η φυλακή, ο αγώνας για επιβίωση, το μεγάλο πάθος για τον τζόγο και η… απαγωγή
ΜΠΟΝΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ/EUROKINISSI

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του άρχισαν να εμφανίζονται σοβαρά προβλήματα υγείας. Έδινε μάχη με τον καρκίνο, αλλά δεν ήθελε να σταματήσει να δουλεύει. Συνέχιζε τις πρόβες και τις παραστάσεις ακόμη και όταν η κατάστασή του ήταν επιβαρυμένη. Η δύναμη ψυχής του εντυπωσίαζε όσους βρίσκονταν κοντά του. Τον Ιούνιο του 2007, κατά τη διάρκεια προβών για παράσταση του Αριστοφάνη, αισθάνθηκε έντονη αδιαθεσία και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Ο Σωτήρης Μουστάκας άφησε την τελευταία του πνοή στις 4 Ιουνίου 2007, σε ηλικία 67 ετών. Κατά την επιθυμία του, η σορός του σκεπάστηκε με τη γαλανόλευκη στην κηδεία του στο κοιμητήριο Χαλανδρίου. Λιγότερο από τρεις μήνες αργότερα, στις 30 Αυγούστου 2007, έφυγε από τη ζωή και η σύζυγός του Μαρία Μπονέλου, η οποία αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Η κοινή πορεία τους έμοιαζε σαν να μην μπορούσε να συνεχιστεί χωριστά.

«Στον τάφο μου θέλω την Ελληνική Σημαία». Ο σπουδαίος ηθοποιός, είχε αποκαλύψει παλαιότερα σε συνεντευξή του ο σκηνοθέτης Γιάννης Σμαραγδής όταν ενημέρωσε τον Σωτήρη Μουστάκα, ότι θα χρειαστεί να μικρύνουν οι σκηνές που ερμήνευε στην ταινία του «El Greko» και πιο συγκεκριμένα ότι έκοψε αυτό που έλεγε ο Τιτσιάνο, ο ζωγράφος που υποδυόταν, ότι ο «πίνακας αυτός είναι ελληνικός», ο αείμνηστος ηθοποιός τον κάλεσε στο τηλέφωνο και του είπε…. «Ό, τι άλλο θέλεις να κόψω, αλλά μην μου πάρεις από το στόμα αυτού του ρόλου τη λέξη ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ!! Θέλω να την πω για πολλούς λόγους αυτή τη λέξη!!» «Αργότερα έμαθα» συνέχισε ο κ. Σμαραγδής,«ότι είχε πει: «πάνω από τον τάφο μου θέλω την Ελληνική σημαία!» και σχολίασε: «Ήταν μεγάλος πατριώτης, μεγάλος καλλιτέχνης και πολύ σπουδαίος άνθρωπος !».

Ο Σωτήρης Μουστάκας άφησε πίσω του τεράστιο καλλιτεχνικό έργο. Ταινίες, θεατρικές παραστάσεις, τηλεοπτικές εμφανίσεις και αμέτρητες στιγμές γέλιου που παραμένουν ζωντανές μέχρι σήμερα. Οι νεότεροι τον ανακαλύπτουν ακόμη μέσα από επαναλήψεις παλιών ελληνικών ταινιών και καταλαβαίνουν αμέσως γιατί θεωρείται θρύλος. Το σπουδαιότερο στοιχείο του ήταν ίσως η αυθεντικότητα. Δεν προσποιήθηκε ποτέ κάτι που δεν ήταν. Παρέμεινε λαϊκός, αυθόρμητος και ανθρώπινος μέχρι το τέλος. Δεν προσπάθησε να χτίσει εικόνα «σταρ». Αντίθετα, έμοιαζε πάντα σαν ένας άνθρωπος της διπλανής πόρτας που βρέθηκε τυχαία πάνω στη σκηνή και γεννήθηκε για να κάνει τον κόσμο να γελά. Στην πραγματικότητα, όμως, ήταν πολύ περισσότερα από ένας κωμικός. Ήταν ένας σπουδαίος ηθοποιός με δραματικό βάθος, ένας άνθρωπος που κουβαλούσε τις μνήμες της Κύπρου, της φτώχειας, της φυλακής, του αγώνα και της προσωπικής πάλης. Ίσως γι’ αυτό το γέλιο του είχε πάντα κάτι το αληθινό και το συγκινητικό.

Ο Σωτήρης Μουστάκας αδικήθηκε από τον ελληνικό κινηματογράφο, αλλά αδίκησε και ο ίδιος το ταλέντο του, κυρίως από τη συμμετοχή του σε πληθώρα ταινιών και βιντεοκασετών που έπαιξε μετά το 1980. Ωστόσο, η αγάπη του για την υποκριτική και το θέατρο ήταν δεδομένη. Όπως είχε δηλώσει εύστοχα, «η ηθοποιία είναι σαν ένα απάτητο κι ανεξερεύνητο βουνό. Σκαρφαλώνεις με κόπο, φτάνεις στην κορυφή και βλέπεις ότι υπάρχει κι άλλη κορυφή, κι ύστερα κι άλλη. Όταν πεις έφτασα, το έχεις χάσει το παιχνίδι». Πόσο δε μάλλον όταν το βουνό διαθέτει και καζίνο… Δες σπάνιο βίντεο από την κηδεία του: