Ο θάνατος του Άγγελου Αντωνόπουλου, που έφυγε από τη ζωή το περασμένο Σάββατο, σε ηλικία 94 ετών και του οποίου η κηδεία πραγματοποιήθηκε σήμερα, Τετάρτη 3 Ιουνίου, σκόρπισε θλίψη στον καλλιτεχνικό κόσμο και σε όσους αγάπησαν το έργο του. Πίσω από τη σπουδαία πορεία του στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, υπήρχε ένας άνθρωπος που επέλεξε να κρατήσει την προσωπική του ζωή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, μιλώντας σπάνια για όσα σημάδεψαν την καρδιά του.
Ανάμεσα στις πιο ιδιαίτερες σελίδες της ζωής του ήταν ο μοναδικός γάμος που έκανε ποτέ, αλλά και μια επιθυμία που, όπως ο ίδιος είχε παραδεχθεί, δεν εκπληρώθηκε ποτέ και τον συνόδευε μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Ο κεραυνοβόλος έρωτας με τη Νινέτα
Ο Άγγελος Αντωνόπουλος ανέβηκε τα σκαλιά της εκκλησίας μόνο μία φορά. Ο γάμος του πραγματοποιήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1960, έχοντας μάλιστα στο πλευρό του ως κουμπάρους δύο από τα πιο εμβληματικά πρόσωπα του ελληνικού θεάτρου, την Τζένη Καρέζη και τον Κώστα Καζάκο. Η γνωριμία του με τη Νινέτα είχε όλα τα χαρακτηριστικά ενός κινηματογραφικού έρωτα. Βρισκόμενος στη Νάξο για επαγγελματικές υποχρεώσεις, ο ηθοποιός γνώρισε τη νεαρή τότε κοπέλα και γοητεύτηκε αμέσως από την ομορφιά και την παρουσία της. Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος και δεν άργησε να οδηγήσει το ζευγάρι στον γάμο.
Παρότι η κοινή τους πορεία ως σύζυγοι δεν είχε μεγάλη διάρκεια, οι δυο τους κατάφεραν να διατηρήσουν μια σχέση αμοιβαίας εκτίμησης και σεβασμού. Ο χωρισμός τους δεν στάθηκε εμπόδιο ώστε να παραμείνουν κοντά ως φίλοι, κάτι που ο ίδιος ο ηθοποιός θεωρούσε ιδιαίτερα σημαντικό.
Το απωθημένο που δεν ξεπέρασε ποτέ
Αν και έζησε μια γεμάτη ζωή, με σπουδαίες συνεργασίες, επιτυχίες και αναγνώριση, υπήρχε ένα κομμάτι που έλειπε από το προσωπικό του παζλ. Ο Άγγελος Αντωνόπουλος δεν έκρυψε ποτέ ότι θα ήθελε να είχε αποκτήσει ένα παιδί. Σε συνεντεύξεις του είχε μιλήσει με συγκίνηση για αυτό το ανεκπλήρωτο όνειρο, εξηγώντας πως όσο περνούσαν τα χρόνια η απουσία αυτή γινόταν πιο έντονη μέσα του. Δεν τον απασχολούσε μόνο η έννοια της πατρότητας, αλλά κυρίως η ανθρώπινη επαφή, οι καθημερινές στιγμές, οι συζητήσεις και το μοίρασμα των εμπειριών που θα μπορούσε να έχει με ένα παιδί.
«Θα ήθελα πάρα πολύ να έχω ένα παιδί. Δεν ήρθε το παιδί στη ζωή μου όταν ήμουν νέος. Τώρα όμως σε αυτή την ηλικία μελαγχολώ. Ήθελα να έχω ένα παιδάκι. Να κουβεντιάζουμε, να πηγαίνουμε σινεμά, να μου λέει τους πρώτους ερωτικούς της ερεθισμούς, να τα κουβεντιάζουμε μαζί, να λέμε διάφορα, να της λέω κι εγώ αναμνήσεις. Τέτοια πράγματα, ανθρώπινα και ωραία», είχε αναφέρει χαρακτηριστικά.
Ήταν ίσως η μοναδική επιθυμία που δεν εκπληρώθηκε ποτέ για έναν άνθρωπο που αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του στην τέχνη και άφησε πίσω του μια σπουδαία παρακαταθήκη. Ένα προσωπικό παράπονο που ο ίδιος δεν δίσταζε να εξομολογείται με ειλικρίνεια, αποκαλύπτοντας μια πιο ευάλωτη και βαθιά ανθρώπινη πλευρά του χαρακτήρα του. Σήμερα, φίλοι, συνάδελφοι και θαυμαστές αποχαιρετούν έναν σπουδαίο ηθοποιό, που άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στον ελληνικό πολιτισμό, αλλά και έναν άνθρωπο που, πίσω από τα χειροκροτήματα και τη λάμψη της σκηνής, κουβαλούσε τις δικές του μικρές ανεκπλήρωτες επιθυμίες.
Η τελευταία του τηλεοπτική εμφάνιση
Τον Οκτώβριο του 2022 ο Άγγελος Αντωνόπουλος είχε μιλήσει στην κάμερα του «Στούντιο 4» για το ξεκίνημά του στην υποκριτική, ενώ εμφανίστηκε μετανιωμένος για το γεγονός ότι δεν απέκτησε ποτέ παιδί.
«Όταν ήμουνα νέος, έβαζα τη σκούφια μου στραβά και σφύριζα. Δεν με ένοιαζε και πολύ. Σήμερα μπορεί να μελαγχολώ, που δεν έχω ένα παιδί δικό μου. Κάποιο βράδυ πήγα στο Εθνικό Θέατρο και είδα τον “Θείο Βάνια”. Με ένα φοβερό θίασο, μεγάλο θίασο, μεγάλους ηθοποιούς και με τη σκηνοθεσία του Κουν. Έμεινα έκθαμβος. Κι όχι μόνο, αλλά είπα, «τώρα εγώ τι κάνω;». Και πήρα τη μεγάλη απόφαση, κατέβηκα στο υπόγειο, βρήκα τον Κουν και του είπα «Θέλω να γίνω ηθοποιός». Ο Κουν καταδέχτηκε και με άκουσε με προσοχή. Και έτσι αρχίζει το μεγάλο ταξίδι», είχε αφηγηθεί ο ηθοποιός.
«Ο δρόμος της υποκριτικής είναι ένας δρόμος ανηφορικός και κατηφορικός. Μπήκα μεγάλος στη δουλειά αυτή. Πιο πριν έκανα ένα σωρό δουλειές, βοηθός σε εμπόρια, διάφορα. Ομολογώ ότι δεν είχα καμία σχέση και αποτύγχανα συνεχώς. Τόσο που κάποια στιγμή από αδιέξοδο είπα ότι πρέπει να πάω να κάνω αυτό που θέλω, αυτό που με βασανίζει. Μια μέρα με συνάντησε κάποιος κύριος και μου λέει, «Είδα την ταινία σας». Και μου λέει, «Δώσε μου το τηλέφωνό σας, εμένα με λένε Βασίλη Γεωργιάδη». Αντιλαμβάνεστε. Και ο Βασίλης με φώναξε στο «Χώμα που βάφτηκε κόκκινο».
Άμα έχεις μια ωριμότητα σαν άνθρωπος, ξέρεις να υποδέχεσαι αυτό που σε βρίσκει. Εγώ ήμουν πρωταγωνιστής στο θέατρο και μία Κυριακή απόγευμα βγήκα στη σκηνή και οι θεατές είχαν έρθει με γαρδένιες. Αιφνιδιάστηκα βέβαια. Και κυρίως ήρθα σε δύσκολη θέση, για τους συναδέλφους που ήταν απάνω στη σκηνή. Γιατί ήταν συνάδελφοι με μεγάλη καριέρα, με μεγάλο εκτόπισμα. Τι να έκανα όμως; Τους δικαιολογήθηκα, τους είπα «Παίζω σε ένα σίριαλ που τώρα βρίσκεται στο δεύτερο μήνα και φαίνεται έχει κάποια επιτυχία».
Παίξαμε με την Αλίκη. Είχε μεγάλη επιτυχία. Παίξαμε με την Καρέζη. Επίσης μεγάλη επιτυχία. Με την Τζένη συνδεθήκαμε και φιλικά, πάρα πολύ. Τα βράδια μετά το θέατρο μαζευόμαστε εκεί στο σπίτι της, μπροστά στο τζάκι και λέγαμε διάφορα, πολλά. Πολλές φορές μαλώναμε για πολιτικά θέματα. Και με την Τζένη και με τον Καζάκο, κι εγώ μάλιστα… πιο πολύ. Ύστερα η Τζένη ερχότανε και στο σπίτι μου, στην εξοχή, με υπομονή. Έστρωνε το τραπέζι, παίζαμε εκεί πέρα. Ήταν γοητευτική όταν θύμωνε. Πολύ. Περνούσαμε πάρα πολύ καλά στην εξοχή. Γενικά, ήταν τόσο τεράστιο το εκτόπισμά της. Που εμένα με βρήκε ανυπόφορο αυτό το πράγμα. Με τάραξε. Με συγκλόνισε. Η απουσία ήταν τεράστια», είχε περιγράψει ο Άγγελος Αντωνόπουλος.




">
">
">
">
">
">
">
">