Σοκ και έντονο προβληματισμό προκαλεί νέα μαρτυρία 35χρονης μητέρας δύο παιδιών, η οποία περιγράφει τον εφιάλτη που ζει από τον σύντροφό της και καταγγέλλει επαναλαμβανόμενα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, απειλές και ξυλοδαρμούς που, όπως υποστηρίζει, συνεχίζονται εδώ και χρόνια χωρίς ουσιαστική προστασία.

Η γυναίκα μίλησε στην εκπομπή «Εξελίξεις Τώρα» και περιέγραψε έναν διαρκή φόβο για τη ζωή της, δηλώνοντας ξεκάθαρα «Αν αφεθεί ελεύθερος θα με σκοτώσει», περιγράφοντας μια κατάσταση που, όπως λέει, έχει επαναληφθεί πολλές φορές με την ίδια βίαιη κατάληξη. Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί το γεγονός ότι η 35χρονη καταγγέλλει πως σε προηγούμενη καταγγελία της στο Αστυνομικό Τμήμα Αγίων Αναργύρων της δόθηκε η οδηγία να καλέσει το 100, παρότι βρισκόταν ήδη εκεί, κάτι που φέρνει δυσάρεστους συνειρμούς με την υπόθεση της Κυριακής Γρίβα.

Η ανατριχιαστική ομοιότητα με την υπόθεση της Κυριακής Γρίβα

Θυμίζουμε πως η άτυχη κοπέλα πήγε στο ΑΤ Αγίων Αναργύρων για να καταγγείλει τον σύντροφό της, τής είπαν να καλέσει το 100, και από εκεί της απάντησαν πως «το περιπολικό δεν είναι ταξί». Λίγα λεπτά έπεφτε νεκρή από το χέρι του συντρόφου της. Η καταγγελία είχε συγκλονίσει το πανελλήνιο και είχε αναδείξει σοβαρά ζητήματα στην αντιμετώπιση περιστατικών έμφυλης βίας από τις Αρχές, ωστόσο φαίνεται πως δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά τίποτα από τότε.

Η 35χρονη περιγράφει ότι σε καταγγελία της στο παρελθόν εμφανίστηκε στο τμήμα χτυπημένη και σε κατάσταση σοκ, με τα παιδιά της να κλαίνε, όμως όπως υποστηρίζει δεν υπήρξε σύλληψη του συντρόφου της. Αντί για άμεση επέμβαση, όπως λέει, της ζητήθηκε να κλειδωθεί στο σπίτι και να καλέσει το 100 σε περίπτωση νέου περιστατικού, ενώ της εγκατέστησαν την εφαρμοφή panic button.

Τι καταγγέλλει η 35χρονη μητέρα

«Θεωρώ ότι δεν έχει αλλάξει τίποτα. Η αντιμετώπιση ήταν η ίδια, κάλεσε το 100. Γιατί να το κάνω, είμαι ήδη στο Τμήμα. Είναι απαράδεκτο να γυρνάει κάποιος και να λέει “κυρία μου, ο μόνος τρόπος για να τον πιάσουμε είναι να τον προκαλέσετε, να σας χτυπήσει πάλι”. Μου είπαν να τον βάλω στο σπίτι, να τον προκαλέσω και να έρθει το 100 για να γίνει σύλληψη. Η απάντησή μου ήταν “μέχρι να καλέσω εσάς, ξέρετε πόσα λεπτά θα μου πάρει για να εξηγήσω τι έχει γίνει; Κάθε φορά αυτό γίνεται, μου επιτίθεται, με χτυπάει, σας παίρνω τηλέφωνο και φεύγει. Δεν γίνεται ποτέ σύλληψη. Μου λέτε να με σκοτώσει, για να έρθετε να με πάρετε σαν πτώμα;”. Το ακούω από πολλές γυναίκες, δεν ξέρω τι γίνεται στο τμήμα, πρέπει να γίνεται πιο άμεση παρέμβαση, παίζονται ζωές γυναικών», αναφέρει η 35χρονη. Η ίδια έχει σκεφτεί να φύγει από την Αθήνα μάλιστα, ωστόσο δεν έχει πού να πάει.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, ο σύντροφός της έχει φτάσει στο σημείο να την πνίξει και να την απειλήσει ακόμη και μπροστά στα παιδιά της, ενώ περιγράφει ότι κάθε επεισόδιο ακολουθούσε περίοδο «ηρεμίας», σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, μέχρι την επόμενη έκρηξη βίας. Η 35χρονη απευθύνθηκε σε κοινωνική υπηρεσία δήμου, η οποία κινητοποιήθηκε άμεσα και ενημέρωσε την αστυνομία, οδηγώντας τελικά στη σύλληψη του 37χρονου.

Η γυναίκα περιγράφει ότι για πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωσε ασφάλεια, λέγοντας πως κοιμήθηκε ήρεμα και μπόρεσε να πάει τα παιδιά της στο σχολείο χωρίς τον συνεχή φόβο ότι μπορεί να εμφανιστεί ξανά. Όπως λέει, η καθημερινότητά της είχε γίνει ένας συνεχής αγώνας επιβίωσης, ενώ ακόμη και απλές στιγμές, όπως μια βόλτα ή η οδήγηση με τα παιδιά της, συνοδεύονταν από φόβο και επιφυλακή.

«Δεν μπορώ να το περιγράψω αυτό που νιώθω, η αλήθεια είναι. Αλλά κοιμάμαι ήρεμα, ξυπνάω ήρεμα και σήμερα που πήγα τα παιδιά στο σχολείο, έβαλα πρώτη φορά μουσική στο αυτοκίνητο, κάτι που δεν το έκανα. Και λέω μέσα μου είναι τόσο ωραία η ζωή και αυτό δεν αξίζει σε κανέναν να μην μπορεί να γελάσει, να πάει μια βόλτα, να απολαύσει τον ήλιο, τον καιρό, τα απλά πράγματα. Και λέω όχι, αυτό πρέπει να σταματήσει. Και λέω αφού έχει γίνει η αρχή, πρέπει αυτοί οι άνθρωποι να τιμωρούνται», αναφέρει η 35χρονη.

Για να συμπληρώσει: «Με έχει χτυπήσει μπροστά στα παιδιά. Μου είχε βάλει και άλλες φορές τα χέρια στο λαιμό, με έχει σπρώξει μπροστά στα παιδιά και επειδή πήρε τα κλειδιά μου και το κινητό μου, πάω να τον τραβήξω και έφυγαν όλα τα νύχια από το χέρι μου. Με τόση δύναμη, δηλαδή, με έσπρωξε. Δεν κατάφερα να τον κρατήσω και όπως ήμουν μέσα στα αίματα, γιατί τα παιδιά έκλαιγαν, πήγα στην αστυνομία. Πήγα μες στα αίματα. Τους είπα δεν αντέχω, με ξέρουν, έχει γίνει πλέον σαν το δεύτερο σπίτι μου η αστυνομία».

«Μετά, σαν να μην έχει συμβεί τίποτα, ερχόταν σπίτι, όλα καλά. Έφερνε, ας πούμε, κάποιο δώρο για μένα και καλά να με καλοπιάσει, θεωρώντας ότι εντάξει τώρα είναι μια χαρά. Αν αφεθεί ελεύθερος, φοβάμαι. Φοβάμαι και για μένα και για τα παιδιά. Δεν ξέρω τι θα γίνει μετά. Αν αφεθεί ελεύθερος, νομίζω ότι θα φύγω. Δε γίνεται να ζω με το φόβο. Η πρώτη μέρα μετά τη σύλληψή του δεν το πίστευα ότι είναι μέσα και όταν βγήκα με τα παιδιά να τα πάω στις δραστηριότητές τους, κοίταγα δεξιά κι αριστερά. Νόμιζα ότι είναι κάπου και θα έρθει πάλι να κάνει φασαρία. Δεν το πίστευα. Μετά συνειδητοποιούσα ότι ηρέμησε, είναι μέσα, είμαστε ασφαλείς», δήλωσε κλείνοντας στην εκπομπή του MEGA.