Κατάφερε να ξεχωρίσει τη φετινή τηλεοπτική σεζόν μέσα από τον ρόλο της Στυλιανής στη σειρά «Να μ’ αγαπάς» του Alpha. Με φυσικότητα, ταλέντο και μια ιδιαίτερη παρουσία, κέρδισε το ενδιαφέρον του κοινού, τόσο μέσα από τη δουλειά της όσο και μέσα από την προσωπικότητά της. Πίσω όμως από τις κάμερες και τα τηλεοπτικά πλατό, υπάρχει μια γυναίκα που διανύει μία από τις πιο όμορφες περιόδους της ζωής της.
Η Αντριάνα Ανδρέοβιτς επιλέγει συνήθως να κρατά χαμηλούς τόνους σε ό,τι αφορά την προσωπική της ζωή, ωστόσο λίγο πριν το φινάλε της σειράς του Alpha, κάνει μια εξαίρεση και μιλά ανοιχτά για τα συναισθήματα που βιώνει, τον έρωτα που έχει μπει στη ζωή της και όσα την κάνουν πραγματικά ευτυχισμένη μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.
- Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Ζαχαριάδης
- Styling: Έλενα Οικονόμου
- Μακιγιάζ: Ζηνοβία Καραγκούνη
- Μαλλιά: Εφραίμ Δημήτρης

Special thanks στο θέατρο Φίλιπ (Θάσου 11, Αθήνα, 11257)για την ευγενική φιλοξενία
Παράλληλα, αποκαλύπτει μια άγνωστη ιστορία που αφορά το ιδιαίτερο όνομά της, ένα στοιχείο που από μικρή την έκανε να ξεχωρίζει και που μέχρι σήμερα προκαλεί απορίες σε όσους τη γνωρίζουν, ενώ δεν κρύβει ότι την έκανε στόχο για ρατσιστικά σχόλια από κακεντρεχείς, εντός κι εκτός χώρου.
Μίλησε μου για εσένα, πού γεννήθηκες και μεγάλωσες;
Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη και γύρω στα 6-7 πήγαμε στη Δράμα απ’ όπου κατάγεται η μαμά μου. Το χωριό μου είναι ο Πέπλος στον Έβρο, δίπλα στα σύνορα. Σπούδασα στο Μαθηματικό στην Πάτρα, ήθελα να γίνω ή αρχιτέκτονας ή μαθηματικός.
Η υποκριτική πώς προέκυψε;
Ήμουν σε μουσικό σχολείο και κάναμε θεατρικό παιχνίδι. Όταν ανεβάσαμε τον Μικρό Πρίγκιπα, τρελάθηκα που χρησιμοποιούσαμε τη μουσική μαζί με το σώμα για να πούμε μία ιστορία, μ’ άρεσε πολύ. Οπότε σκέφτηκα ότι μάλλον πρέπει να αφήσω τη μουσική και να πάω προς αυτή την κατεύθυνση, με κέρδισε η υποκριτική. Όταν ήμουνα δεύτερο ή τρίτο έτος του Μαθηματικού, άνοιξε το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας και είπα ότι αυτή είναι η ευκαιρία να τα συνδυάσω. Έκανα 4 χρόνια υποκριτική στην Πάτρα, έβγαλα το Μαθηματικό, και μετά ήρθα στην Αθήνα.
Όταν μπήκες στον χώρο συνάντησες δυσκολίες και εμπόδια;
Είναι πολύ δύσκολο να πεις ότι «μπαίνεις στον χώρο» και δεν ξέρω πότε είσαι… μέσα. Δηλαδή τα τελευταία 10 χρόνια έχω κάνει τηλεοπτικές σειρές, έχω παίξει στο θέατρο και στην Επίδαυρο, αλλά από την άλλη ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου ξημερώσει. Είναι ένας σκληρός χώρος, και σε δοκιμάζει συνεχώς. Τουλάχιστον εγώ έτσι το βιώνω, δεν με βοήθησε κανείς, και ό,τι έχω καταφέρει, το έχω κάνει μόνη μου. Αυτό είναι σκληρό, αλλά και όμορφο, γιατί δεν χρωστάω σε κανέναν.
Υπήρχαν «καλοθελητές», που σου έλεγαν ότι αν γίνεις «καλή» μαζί τους, θα σε βοηθήσουν;
Υπήρχαν και υπάρχουν. Επειδή όμως έχω τσαγανό, αυτό στην αρχή μου έκλεισε πολλές πόρτες. Στην πορεία έμαθα ότι μπορώ να το παίξω και λίγο «τρελούλα» και να κρατάω την αξιοπρέπειά μου, οπότε αυτό με βοήθησε.
Αν γυρνούσες τον χρόνο πίσω, θα χειριζόσουν λίγο πιο διπλωματικά κάποιες καταστάσεις;
Ναι. Στην ουσία ποτέ δεν μετάνιωσα και δεν θα μετανιώσω, γιατί θεωρώ ότι δεν έχει και νόημα. Αλλά πήρα το μάθημα ότι έτσι είναι η κατάσταση, δεν μπορείς να φαντάζεσαι ότι είναι αλλιώς, και πρέπει να βρεις τρόπο να χειριστείς τα πράγματα, χωρίς να προσβάλλεις την αξιοπρέπειά σου.
Σκέφτηκες κάποια στιγμή να τα παρατήσεις;
Στη δεύτερη υπερκόπωση που έπαθα, το είπα, αλλά το πήρα πίσω πολύ σύντομα. Δυστυχώς δεν μπορώ να με φανταστώ να αποχωρίζομαι την τέχνη. Είχα σκεφτεί να μην ασχοληθώ με την τηλεόραση, αλλά μετά με ξανακέρδισε, μετά σκέφτηκα να αφήσω λίγο το θέατρο λόγω κούρασης ή λίγων χρημάτων κάποιες φορές, αλλά πάλι… έχασα τη μάχη. Είναι σαν μία σχέση που συνέχεια συγχωρώ τα λάθη της, συνέχεια ωριμάζει και χρειάζεται πολύ κόπο.

Δύο υπερκοπώσεις, πώς έγινε αυτό;
Στη δουλειά μας, τουλάχιστον σε μένα, ή θα πέφτουν όλα μαζί ή μπορεί να μην έχεις και τίποτα. Δεν είναι εύκολο να πεις «όχι», ακόμα κι αν πρέπει να κάνεις 3-4 δουλειές μαζί. Μπορεί να είναι κάτι που δεν θες να χάσεις ή να μην έχεις να πληρώσεις το νοίκι. Κάπως έτσι προέκυψε η υπερκόπωση, δεν είναι δύσκολο…
Τι σε κέρδισε στον χώρο;
Μου άρεσε πάντα να φαντάζομαι και μεγαλώνοντας ο πραγματικός κόσμος σου κόβει όλο και πιο πολύ αυτή τη δυνατότητα. Οι καλλιτέχνες μπορεί να δουλεύουμε σαν τους τρελούς, αλλά ταυτόχρονα έχουμε τη δυνατότητα μέσα από τη δουλειά μας να στοχαζόμαστε. Αυτό το ερέθισμα, καθώς και το γεγονός ότι είναι… συλλογικό σπορ, με εμπνέει ακόμα περισσότερο.
Το όνομα «Ανδρέοβιτς», τι ιστορία έχει από πίσω;
Πολύ μεγάλη ιστορία, την οποία έχει γράψει κιόλας ο μπαμπάς μου σε δύο βιβλία, απ’ τις εκδόσεις Γκοβόστη, που λέγονται «Μίσια» και «Μίσια – Το Καζακί» και θέλω να τα κάνω ταινία κάποια στιγμή. «Μίσια» ήταν το χαϊδευτικό του προπάππου μου, που τον έλεγαν Μιχάλη και ήταν Ρώσος αριστοκράτης. Πολέμησε και με τις δύο πλευρές στην Οκτωβριανή επανάσταση, έφυγε από τη Ρωσία και κατέληξε στον Πειραιά, στην Τρούμπα. Από εκεί ταξίδεψε στο Πέπλο Έβρου, εκεί γνώρισε μία Πόντια, την προγιαγιά μου, με την οποία ερωτεύτηκαν και παντρεύτηκαν. Από τότε εμείς κρατάμε το επώνυμό του τιμής ένεκεν, ανεξάρτητα από το αν κανένας μας δεν ξέρει ρωσικά, ούτε έχει πάει στη Ρωσία.
Επειδή είναι ένα ξένο επώνυμο, είχες δεχτεί ποτέ bullying για αυτό;
Ναι, και τεράστιο ρατσισμό από την παιδική ηλικία, κυρίως από ενήλικες. Ήμουν αριστούχα, απουσιολόγος για έξι χρόνια, και πάλι με ρωτούσαν αν μιλάω ελληνικά.
Πώς το διαχειριζόσουν τότε; Σε πλήγωνε;
Πάρα πολύ, ήταν μεγάλο τραύμα. Γιατί οι μεγάλοι διδάσκουν και τα παιδιά. Οπότε όταν ξεκινάει από τους γονείς αυτή η ρατσιστική διάθεση, μετά μπορείς να τη δεις και στους συμμαθητές σου. Προφανώς όχι σε όλους, υπήρχαν και σοβαροί άνθρωποι, οι οποίοι με βοήθησαν πολύ, και φυσικά οι γονείς μου, οι οποίοι ήταν «σπαθιά». Μετά βέβαια αυτό έπαψε να με ενδιαφέρει και δεν έχανα τον χρόνο μου με αυτούς τους ανθρώπους. Τώρα όταν συναντάω ρατσιστή θα στεναχωρηθώ που με κρίνει χωρίς να με γνωρίσει και θα τον λυπηθώ που ζει μες στο μίσος.
Τι ήταν αυτό που σε τράβηξε προς την τηλεόραση;
Είναι μία τέχνη που δεν την πολυμαθαίνουμε στις σχολές μας, από την εμπειρία αποκτάς την αίσθηση. Θέλει εντελώς άλλη υποκριτική η κάμερα από το θέατρο και στην Ελλάδα γενικά είμαστε μία θεατρογενής χώρα. Οπότε όταν μπήκα στην τηλεόραση, την ερωτεύτηκα, γιατί βρήκα κάτι καινούριο. Όσο αυτό συνέχιζε, μου άρεσε πάρα πολύ το ότι μπορεί με ελάχιστα πράγματα, από αντιδράσεις και βλέμματα, να βγει κάτι πολύ δυνατό.
Σε σνόμπαραν στο θέατρο, επειδή εμφανίστηκες στην τηλεόραση, όπως συνέβαινε στο παρελθόν;
Ο πρώτος που με σνόμπαρε ήμουν εγώ. Έλεγα, «Στην τηλεόραση; Είναι δυνατόν;», μέχρι που το έκανα. Βέβαια όταν το έλεγα είχαν τελειώσει οι ωραίες σειρές, τρελαινόμουν για την καλή κωμωδία, και με την κρίση αυτό είχε αποκλειστεί εντελώς. Αλλά σιγά σιγά, κατάλαβα ότι χωράει και το δικό μου χιούμορ, μπορώ να βρω καινούργια πράγματα να κάνω. Άλλαξε το μέσο, ενώ άλλαζε η δική μου αντίληψη μεγαλώνοντας. Νομίζω ότι η τηλεόραση σήμερα είναι σε πολύ καλύτερο επίπεδο, σε σχέση με 10 χρόνια πίσω. Φυσικά μπορούν να γίνουν βήματα μπροστά.
Πώς προέκυψε η συμμετοχή σου στη σειρά «Να μ’ αγαπάς»;
Όταν ζήτησαν να με δουν για τον ρόλο της Στυλιανής είχαν ήδη κλείσει τον Γιώργο Τριανταφυλλίδη, και μας ήθελαν σαν ζευγάρι. Κάναμε μία ακρόαση όπου συνειδητοποιήσαμε ότι επικοινωνούμε πολύ καλά, είχαμε χημεία. Δεν μπορούσα να πω όχι. Φυσικά δεν ήξερα ότι θα έχει τόσο μεγάλη επιτυχία το «Να μ’ αγαπάς», αλλά με άφηνε κιόλας να συνδυάσω τα πράγματα που ήδη είχα κλείσει στο θέατρο και ήταν ένας ρόλος που μου άρεσε εξαρχής. Μου άρεσε και όλη η διαδρομή της Στυλιανής, ότι αυτή η γυναίκα είναι φτωχή, ζει με τον άντρα της και μηχανεύεται τρόπους για να αποκτήσει λεφτά μαζί του, να κάνουν ένα παιδί, και ξαφνικά γίνεται κυρία Καλλιγά. Ήμουν πολύ τυχερή γιατί αυτή η σειρά βρήκε αναγνώριση από τον κόσμο.

Σε σταματάνε στο δρόμο για να σου πουν ότι θέλουν και δεύτερη σεζόν;
Χαμός γίνεται, εννοείται. Μακάρι να περνούσε απ’ το χέρι μου, τι να πω…
Η οικογένεια Καλλιγά πως θα αντιδράσει όταν θα μάθει ότι ήσουν «τσιράκι» του Άγγελου Μανιάτη;
Δεν ξέρω, γιατί πλέον η Στυλιανή έχει βοηθήσει και τον Αχιλλέα. Ήδη την είχε απειλήσει ο άντρας της ότι αν μάθει ότι κατασκοπεύει ξανά, αυτός θα είναι απέναντί της. Οπότε ελπίζω τώρα που σταμάτησε, να μην πάρει άλλες διαστάσεις, καθώς η Στυλιανή θέλει να περιφρουρήσει και το παιδί της.
Τον πλούτο που αποκτήσατε σαν ζευγάρι θα τον χάσει η Στυλιανή κάποια στιγμή;
Έχω ακούσει κι εγώ κάτι τέτοιο. Υπάρχει όλος αυτός ο χαμός τώρα με τη διαθήκη, που επηρεάζει και εμάς ως κληρονόμους, οπότε περιμένουμε να δούμε όντως πού θα καταλήξει η ομάδα των σεναριογράφων.
Πώς φαντάζεσαι την ζωή της Στυλιανής μετά τον θάνατο του Μάκη;
Η Στυλιανή θα αγαπάει τον Μάκη της μέχρι την τελευταία της ανάσα και το παιδί τους θα είναι η μεγάλη της ελπίδα και χαρά, η «βενζίνη» της για το μέλλον και τη ζωή. Μέσα σε όλη αυτή την αναπάντεχη αδικία θα νιώθει τυχερή, γιατί πρόλαβαν να δημιουργήσουν κάτι μαζί. Πιστεύω πως θα εγκαταλείψει τα πλούτη και την αίσθηση ότι θέλει να είναι μια Καλλιγά, θα κρατήσει το όνομα του Μάκη και θα δουλεύει στην πανσιόν, επειδή της αρέσει να φροντίζει τον κόσμο. Και θα προσπαθήσει να μεγαλώσει το παιδί τους, όπως της είπε ο Μάκης, να είναι ευτυχισμένο. Μόνο αυτό.
Για τη Στυλιανή ήταν ζητούμενο ο γάμος και το παιδί. Για την… Αντριάνα;
(γελάει) Ο γάμος δεν είναι κάτι που με αφορά στο τυπικό επίπεδο, αλλά στο ουσιαστικό. Είναι πολύ ωραίο να έχεις έναν σύντροφο ζωής, είναι πολύ ωραία μία βαθιά συντροφικότητα στη ζωή, αν και δύσκολη. Ένα παιδάκι θα ήθελα όμως πολύ.
Υπάρχει κάποιος άνθρωπος με τον οποίο μοιράζεσαι τις δυσκολίες, τα παράπονα και τις χαρές;
Ναι, εδώ και 8 χρόνια.
Θα την περιέγραφες σαν μία σχέση ζωής;
Ναι, αλλά αυτό που μένει είναι ο αγώνας σε μία σχέση. Όλοι αλλάζουμε μεγαλώνοντας και τίποτα δεν είναι δεδομένο, ωστόσο είναι σίγουρα ένας άνθρωπος που δεν θα ήθελα να αποχωριστώ, είτε είναι ερωτικός σύντροφος, είτε φίλος.
Το ενδεχόμενο ενός παιδιού το έχετε συζητήσει ή το αφήνετε, κι αν έρθει;
Είναι και η δουλειά που κάνουμε στη μέση, κι επειδή είμαι γυναίκα είναι πιο δύσκολο, γιατί θα πρέπει να αποσυρθώ για ένα διάστημα. Αλλά θέλω να δω πώς μπορεί να συμβεί και πότε. Το θεωρώ πολύ σπουδαίο δώρο, αν μπορείς να κάνεις ένα παιδάκι και γενικά να φτιάξεις μια οικογένεια. Θα ήθελα να μεταφέρω την αγάπη που έχω λάβει.
Με τον σύντροφό σου κάνετε την ίδια δουλειά;
Όχι, είναι εκτός του χώρου.

Ο Μάκης ήθελε ως άντρας να πάρει επιβεβαίωση, γι’ αυτό εμφανίστηκε στη σχέση σας η Θεανώ. Εσύ έχεις συναντήσει κάποιον σύντροφο ο οποίος ήθελε επιβεβαίωση και «έπαιζε»;
Δεν μου έχει συμβεί ευτυχώς, αλλά παλιότερα εγώ είχα αυτή την ανάγκη. Ωριμάζοντας σταμάτησα να το θέλω. Εξ ιδίων έκρινα τα αλλότρια, δεν ήθελα να θίξω κανέναν.
Μίλησέ μου για τα θεατρικά σου σχέδια. Απ’ ότι κατάλαβα, έχεις πολλά πράγματα στα σκαριά;
Έχουμε μια παράσταση τώρα το καλοκαίρι με το Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός και συνεχίζουμε την περιοδεία που έχει ξεκινήσει πριν το Πάσχα με το «Χάσαμε τη θεία, στοπ». Περιμένω να δω τι θα αποφασίσουμε για τη νέα χρονιά, αν και είμαι πτώμα στην κούραση αυτή τη στιγμή. Ελπίζω να κάνω λίγο… ελληνικό καλοκαίρι, να έχω την ευκαιρία να δω μία ωραία παραλία.




">
">
">
">
">
">
">
">