Δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια μετά τον μυστηριώδη θάνατο της Βρετανίδας Τζιν Χάνλον, μιας υπόθεσης που είχε συγκλονίσει όχι μόνο την Κρήτη αλλά και τη διεθνή κοινή γνώμη, η Δικαιοσύνη καλείται πλέον να δώσει απαντήσεις. Η δίκη που ξεκίνησε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Λασιθίου σηματοδοτεί την κορύφωση ενός πολύχρονου αγώνα της οικογένειάς της, η οποία δεν σταμάτησε ούτε στιγμή να αναζητά την αλήθεια για το τι πραγματικά συνέβη τον Μάρτιο του 2009. Η υπόθεση, που αρχικά είχε αντιμετωπιστεί ως ένας τραγικός πνιγμός, εξελίχθηκε με τα χρόνια σε ένα από τα πιο πολύκροτα θρίλερ της χώρας, καθώς νέα στοιχεία, μαρτυρίες και επιστημονικά ευρήματα ανέτρεψαν πλήρως το αρχικό σενάριο.

Το χρονικό της εξαφάνισης και ο εντοπισμός της σορού

Η Τζιν Χάνλον, 54 ετών τότε και μητέρα τριών παιδιών, είχε επιλέξει να αφήσει πίσω της τη ζωή στη Βρετανία και να εγκατασταθεί μόνιμα στην Κρήτη, ένα νησί που -όπως έλεγαν οι δικοί της άνθρωποι- είχε αγαπήσει από την πρώτη στιγμή. Είχε δημιουργήσει μια νέα καθημερινότητα, είχε βρει εργασία και, σύμφωνα με την οικογένειά της, ένιωθε ευτυχισμένη με τη ζωή που είχε χτίσει. Λίγες ημέρες αργότερα όμως, τα ίχνη της χάθηκαν. Το σώμα της εντοπίστηκε να επιπλέει στο λιμάνι του Ηρακλείου τον Μάρτιο του 2009. Οι πρώτες εκτιμήσεις απέδωσαν τον θάνατό της σε πνιγμό, με αποτέλεσμα η υπόθεση να θεωρηθεί ουσιαστικά λήξασα. Η οικογένειά της, ωστόσο, από την πρώτη στιγμή αρνήθηκε να αποδεχτεί αυτή την εκδοχή. Οι γιοι της επέμεναν πως τίποτα στη συμπεριφορά της μητέρας τους δεν παρέπεμπε σε αυτοκτονία ή δυστύχημα.

Με το πέρασμα των χρόνων, η υπόθεση άρχισε να παίρνει διαφορετική τροπή. Σημαντικό ρόλο έπαιξε η νέα έρευνα που πραγματοποιήθηκε, αλλά και το προσωπικό ημερολόγιο της Τζιν Χάνλον, μέσα από το οποίο η ίδια περιέγραφε όσα βίωνε τις τελευταίες ημέρες της ζωής της. Στις σελίδες του, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, περιέγραφε μια σύντομη σχέση που είχε ξεκινήσει με έναν άνδρα από τις Γούβες Ηρακλείου. Η γνωριμία τους κράτησε ελάχιστες ημέρες, όμως, όπως φέρεται να έγραφε η ίδια, όταν αποφάσισε να τη διακόψει, εκείνος δεν αποδέχθηκε την απόφασή της. Οι καταγραφές της κάνουν λόγο για πιεστική και εμμονική συμπεριφορά, ανεπιθύμητες εμφανίσεις, παρακολούθηση και συνεχείς απαιτήσεις για χρήματα. Το τελευταίο μήνυμα που πρόλαβε να γράψει στο ημερολόγιό της πριν χαθούν τα ίχνη της ήταν μία μόνο λέξη: «Help». Μια κραυγή βοήθειας που, σύμφωνα με την οικογένειά της, απέκτησε ιδιαίτερη σημασία όλα αυτά τα χρόνια.

Η ανατροπή από τα ιατροδικαστικά ευρήματα

Οι μεταγενέστερες επιστημονικές εξετάσεις ανέτρεψαν το αρχικό πόρισμα περί πνιγμού. Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στη δικογραφία, η Τζιν Χάνλον φέρεται να υπέστη σοβαρές κακώσεις στον αυχένα, με αποτέλεσμα τη διατομή του εγκεφαλικού στελέχους. Η εκτίμηση των ειδικών είναι ότι ο θάνατός της επήλθε στην ξηρά και πως στη συνέχεια το σώμα της μεταφέρθηκε στη θάλασσα, ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση πνιγμού. Η ιατροδικαστής Ελένη Κρανιώτη κατέθεσε στο δικαστήριο ότι το τραύμα προκλήθηκε από χτύπημα με θλων όργανο από πίσω, ενώ ανέφερε και τραύμα στην πλάτη που, κατά την κρίση της, αποτελεί ένδειξη άσκησης βίας.

Στο εδώλιο ο πρώην σύντροφός της

Σήμερα στο εδώλιο κάθεται ο πρώην σύντροφος της Τζιν Χάνλον, ο οποίος κατηγορείται για ανθρωποκτονία από πρόθεση. Ο ίδιος αρνείται κάθε εμπλοκή στην υπόθεση, δηλώνοντας ενώπιον του δικαστηρίου: «Δεν έχω κάνει τίποτα. Είναι αμαρτία να πάω φυλακή για όλη μου τη ζωή χωρίς να έχω κάνει κάτι». Σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι ο κατηγορούμενος πιθανότατα προκάλεσε τον θανάσιμο τραυματισμό της γυναίκας και στη συνέχεια μετέφερε το σώμα της στη θάλασσα.

Στην Κρήτη βρίσκονται ο Michael, ο Robert και ο David Porter, οι τρεις γιοι της άτυχης γυναίκας, οι οποίοι εδώ και 17 χρόνια δεν εγκατέλειψαν ποτέ την προσπάθεια να μάθουν τι συνέβη στη μητέρα τους. Κατά την κατάθεσή του, ο Robert Porter ήταν κατηγορηματικός ότι η μητέρα του δεν είχε κανέναν λόγο να αυτοκτονήσει. Όπως είπε στο δικαστήριο, η Τζιν Χάνλον αγαπούσε τη ζωή, είχε μόλις βρει δουλειά και ήταν ιδιαίτερα χαρούμενη για το νέο ξεκίνημα που έκανε στην Κρήτη. Ο αδελφός του, Michael Porter, στάθηκε τόσο στο προσωπικό ημερολόγιο της μητέρας του όσο και στο σημείο όπου εντοπίστηκε η σορός της, επισημαίνοντας ότι δεν θεωρεί τυχαίο το γεγονός πως βρέθηκε κοντά στο σημείο όπου είχε θεαθεί τελευταία φορά. Παράλληλα περιέγραψε την απογοήτευση που βίωσε η οικογένεια τα πρώτα χρόνια της έρευνας, λέγοντας ότι ένιωθαν πως κανείς δεν τους άκουγε και πως οι τοπικές κοινωνίες φοβούνταν να μιλήσουν.

Καθοριστική υπήρξε και η συμβολή του ιδιωτικού ερευνητή Χάρη Βεραμών, ο οποίος ανέλαβε την υπόθεση τα τελευταία χρόνια για λογαριασμό της οικογένειας. Μέσα από νέα έρευνα, μαρτυρίες και επανεξέταση των στοιχείων, συγκεντρώθηκε υλικό που, σύμφωνα με την πλευρά της οικογένειας, οδήγησε τελικά στην παραπομπή της υπόθεσης στο ακροατήριο. Ο ίδιος έχει δηλώσει πως θεωρεί ότι υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις εις βάρος του κατηγορουμένου, υποστηρίζοντας πως επρόκειτο για έναν άνθρωπο που δεν μπορούσε να αποδεχτεί την απόρριψη από την Τζιν Χάνλον και φέρεται να είχε αναπτύξει εμμονική συμπεριφορά απέναντί της.

Η συγκλονιστική στιγμή στο δικαστήριο

Ιδιαίτερη συγκίνηση προκάλεσε η εικόνα του Michael Porter μέσα στη δικαστική αίθουσα. Ο γιος της Τζιν Χάνλον κρατούσε ένα μικρό κουκλάκι της μητέρας του, πάνω στο οποίο είχε τοποθετήσει προσωπικά της αντικείμενα, ανάμεσά τους το δαχτυλίδι της αλλά και ένα μενταγιόν που περιέχει τις στάχτες των γονιών της. Λίγο πριν από τη διαδικασία είχε δηλώσει πως, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, η οικογένεια χρειάζεται πλέον να κλείσει αυτό το επώδυνο κεφάλαιο. «Κάναμε ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό για να φτάσουμε μέχρι εδώ. Ελπίζω η μητέρα μας να γνωρίζει ότι δεν σταματήσαμε ποτέ να παλεύουμε γι’ αυτήν», ανέφερε συγκινημένος.

Ο γιος της Τζιν

Η υπόθεση της Τζιν Χάνλον εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις πιο πολυσυζητημένες δικαστικές υποθέσεις των τελευταίων δεκαετιών στην Κρήτη. Έπειτα από 17 χρόνια αναμονής, νέων ερευνών και ανατροπών, η οικογένειά της βρίσκεται πλέον απέναντι στη Δικαιοσύνη, ελπίζοντας ότι αυτή τη φορά θα δοθούν οριστικές απαντήσεις για τον θάνατο της γυναίκας που βρέθηκε νεκρή να επιπλέει στο λιμάνι του Ηρακλείου και πως θα κλείσει ένας κύκλος που παρέμενε ανοιχτός σχεδόν δύο δεκαετίες.