Όταν ο ελληνικός κινηματογράφος γνώριζε τη χρυσή του εποχή, υπήρχε ένας άνθρωπος που μπορούσε να κάνει τον θεατή να ξεσπάσει σε γέλια χωρίς να χρειαστεί να κάνει ούτε μια υπερβολική γκριμάτσα. Μόνο με ένα βλέμμα, μια παύση ή μια χαρακτηριστική ατάκα, ο Κώστας Χατζηχρήστος κέρδιζε το κοινό. Για τους περισσότερους θα μείνει για πάντα ο «Ζήκος» της ταινίας “Της Κακομοίρας” και ο αφελής αλλά πανέξυπνος «Θύμιος ο Βλάχος». Πίσω όμως από τον αγαπημένο κωμικό κρυβόταν μια ζωή που είχε περισσότερο δράμα παρά κωμωδία.
Παιδικά χρόνια μέσα στην φτώχεια και την βιοπάλη

Ο Κώστας Χατζηχρήστος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1921, ως το ενδέκατο από τα δεκατρία παιδιά μιας οικογένειας προσφύγων. Οι γονείς του είχαν ξεριζωθεί από την Κωνσταντινούπολη και, μετά τους διωγμούς του ελληνισμού, εγκαταστάθηκαν αρχικά στην Καβάλα και στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη. Λίγο αργότερα η πολύτεκνη οικογένεια μετακόμισε στο Παγκράτι, όπου ο μικρός Κώστας μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια αλλά και σε ένα σπίτι γεμάτο αγάπη. Η μητέρα του πάλευε καθημερινά για να μεγαλώσει τα παιδιά της, ενώ ο πατέρας του προσπαθούσε να εξασφαλίσει τα απαραίτητα. Ο ίδιος έλεγε αργότερα ότι από μικρός έμαθε τι σημαίνει να στερείσαι, αλλά και να αγωνίζεσαι χωρίς να χάνεις την αξιοπρέπειά σου.
Οι γονείς του ονειρεύονταν να ακολουθήσει ένα σταθερό επάγγελμα. Έτσι φοίτησε στη Σχολή Ανθυπασπιστών της Σύρου και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Καβάλα. Όλα έδειχναν ότι θα ακολουθούσε στρατιωτική καριέρα. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο νεαρός με τη στολή θα γινόταν λίγα χρόνια αργότερα ο πιο αγαπητός κωμικός της Ελλάδας.
Ιστορίες από το Μέτωπο…
Λίγες μέρες μετά την αποφοίτησή του ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και πολέμησε στο Αλβανικό μέτωπο …Ο πόλεμος του 1940 ανέτρεψε κάθε σχέδιο. Υπηρέτησε στον στρατό και βίωσε τις δύσκολες ημέρες της Κατοχής. Εκείνα τα χρόνια γνώρισε την πείνα, τον φόβο και την αβεβαιότητα. Παρά τις δυσκολίες, δεν έχασε ποτέ το χιούμορ του. Οι συμπολεμιστές του θυμούνταν ότι ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές κατάφερνε να τους κάνει να γελούν.
Ο ηθοποιός έλεγε για εκείνη την περίοδο της ζωής του: “Μου άρεσε ο στρατός, ήθελα να γίνω αξιωματικός και τελικά έγινα. Θυμάμαι ότι στη Σύρα βγαίναν οι ανθυπασπιστές και μετά στην Καβάλα οι ανθυπολοχαγοί. Αυτό έκανα κι εγώ και τελικά έγινα ανθυπολοχαγός. Εκεί με έπιασε και ο πόλεμος. Πήγα στην Αλβανία και χιλιοταλαιπωρήθηκα γιατί μετά το πρώτο δεκαπενθήμερο έπαθα κρυοπαγήματα, αλλά ευτυχώς ελαφριάς μορφής. Παρ’ όλα αυτά δεν μπορούσα να περπατήσω. Τότε με έστειλαν στα μετόπισθεν, μετά στο Πόγραδετς και μετά στην Κορυτσά». Ο Χατζηχρήστος θυμόταν πολλά περιστατικά από το αλβανικό μέτωπο και τα διηγούταν αργότερα στους συναδέλφους του στο θέατρο: «Αυτό που δε θα ξεχάσω ποτέ είναι ένα απόγευμα, μόλις άρχιζε να σουρουπώνει. Είχαμε βγει περίπολο. Σε κάποια στιγμή είδα κάτι να σαλεύει σε κάτι θάμνους. ‘Αλτ!’, φωνάζω, και ξεπετάγονται δυο Ιταλοί φωνάζοντας ‘φρατέλο, φρατέλο’. ‘Ρίχ’ τους’, ακούω τη φωνή του λοχαγού πίσω μου. Έντρομοι οι Ιταλοί μου φωνάζουν ‘φρατέλο, φρατέλο’. Τι να κάνω τώρα; Βλέπεις υποχωρούσαμε τότε, γιατί είχαν μπει οι Γερμανοί. Τους σημαδεύω, αλλά βλέπω ότι είχα να κάνω με δυο αμούστακα παιδιά, σχεδόν στην ηλικία μου. Αϊ στο διάολο λέω, και τους πάω πίσω ζωντανούς».
Ένας αξιωματικός στρατού… από σπόντα ηθοποιός

Τι περίεργα παιχνίδια που παίζει η ζωή! Η αρχή της γερμανικής Κατοχής θα τον βρει στη Νάουσα παντρεμένο με την πρώτη του σύζυγο. Το ζευγάρι θα φύγει για σύντομο διάστημα στη Γερμανία αναζητώντας δουλειά, αν και θα επιστρέψει στην Ελλάδα σε μερικούς μήνες γλιτώνοντας περαιτέρω περιπέτειες. Και ήταν ακριβώς μέσα στις κακουχίες της Κατοχής που θα αρχίσει η εμπλοκή του με το θέατρο, κι αυτό από σπόντα: το 1943 κάπου στη Λάρισα, για να γλιτώσει από τους Γερμανούς που τον κυνηγούσαν, κρύφτηκε σε ένα θέατρο. Δεν κάθισε όμως στην πλατεία, αλλά ανέβηκε στη σκηνή και άρχισε να αυτοσχεδιάζει. Ο κόσμος κάτω άρχισε να παραληρεί από το γέλιο κι αυτή ήταν η πρώτη του πετυχημένη εμφάνιση στο θέατρο!
Τότε συνειδητοποίησε πως δεν του ταίριαζε η στρατιωτική καριέρα και αφιέρωσε τη ζωή του στο θέατρο. Όπως είχε δηλώσει: “Σκεφτόμουν ότι πάντα κάποιος θα με διατάζει κι αυτό δεν μπορούσα να το καταπιώ”… Ο Χατζηχρήστος είχε τρυπώσει εν αγνοία του στον περιοδεύοντα θίασο του Λουκή Μυλωνά και μπορεί να μην τον ανακάλυψαν τελικά οι Γερμανοί, τον ανακάλυψε εντούτοις το θέατρο. Γιατί ο αυτοσχεδιασμός του πάνω στο σανίδι και το άφθονο γέλιο του κόσμου ανάγκασαν τον Μυλωνά να τον εντάξει αμέσως στον μπουλούκι του. Έτσι απλά και ταπεινά ξεκίνησε ο αυτοδίδακτος ηθοποιός τις εμφανίσεις του μέσα στις στάχτες της Κατοχής. Στα μέσα της δεκαετίας, με τον πρώτο του γάμο να είναι ήδη παρελθόν, ο Χατζηχρήστος εγκαθίσταται στην Αθήνα και συμμετέχει σε πλήθος θιάσων βαριετέ. Αν και οι περιπέτειες των αριστερών φρονημάτων ηθοποιού δεν έλεγαν να πάρουν τέλος, καθώς στον εμφύλιο πόλεμο λίγο έλειψε να χάσει τη ζωή του.
Ο ίδιος θυμόταν ακόμα μια μεγάλη λαχτάρα που πέρασε ενώ έπαιζε στο θέατρο λόγω των πολιτικών του φρονημάτων: «Λοιπόν, Εμφύλιος κι εγώ παίζω σε ένα θεατράκι στη Λάρισα στο θίασο του Λουκά Μυλωνά, ενώ στο ζωντανό πιάνο έπαιζε ο μέγας Λυκούργος Μαρκέας, που μου έσωσε και τη ζωή. Λοιπόν, όπως εγώ κάνω τα νούμερά μου, ακούω το Μαρκέα που μου λέει τραγουδιστά: ‘Κώσταααα, φύγεεεε, έρχονται … να σεεε φάνεεεε οι ΕΑΟάδες’. Η ΕΑΟ (Ελληνικές Αντικομουνιστικές Ομάδες) τότε σκότωνε στα ίσα. Παρατάω το νούμερο στη μέση, πηδάω απ’ τη σκηνή και χάνομαι απ’ την πίσω μεριά των παρασκηνίων, κι έτσι γλίτωσα από σίγουρο θάνατο, αφού σε λίγα λεπτά το θεατράκι γέμισε από ένοπλους ΕΑΟάδες. Αλλά εγώ άφαντος! Αμ πώς!’’. Σε άλλη συνέντευξή του με την Δάφνη Μπόκοτα στην εκπομπή “Εκτός” της ΕΡΤ αφηγείται άλλη μια περιπετειώδη νύχτα στο θέατρο που τον κυνήγησαν ως κομμουνιστή. Δες το βίντεο:
Ο Βασιλιάς της κωμωδίας και του αυτοσχεδιασμού
Εργάστηκε αρχικά στο βαριετέ «Μισούρι» στον Πειραιά και στη συνέχεια το 1944, ενώ ήδη είχε χωρίσει από την πρώτη του γυναίκα, στον θίασο της Νίτσας Γαϊτανάκη, όπου συμμετείχε στο έργο «Το Στραβόξυλο» του Δημήτρη Ψαθά. Η φυσικότητά του πάνω στη σκηνή εντυπωσίασε τους πάντες. Δεν είχε σπουδάσει υποκριτική, όμως διέθετε αυτό που οι άνθρωποι του θεάτρου αποκαλούν «έμφυτο ένστικτο».
Την περίοδο 1945-48 εμφανίστηκε σε οπερέτες και βαριετέ, ενώ το 1949 εντάχτηκε στο μουσικό θίασο της Κούλας Νικολαΐδου, όπου έκανε την πρώτη του μεγάλη επιτυχία ερμηνεύοντας τον Θύμιο, τον κουτοπόνηρο επαρχιώτη, ένα ρόλο που εμπνεύστηκε ο αδελφός της δεύτερης συζύγου του, ο Κώστας Νικολαΐδης. Από το 1951 έγινε περιζήτητος στις επιθεωρήσεις και τις μεγάλες μουσικές σκηνές. Στον κινηματογράφο ξεκίνησε το 1952 με την ταινία « Ο Πύργος των Ιπποτών». Η πρώτη μεγάλη επιτυχία ήταν «Ο Ηλίας του 16ου» (1959), ενώ την ίδια χρονιά καθιέρωσε και στην οθόνη το θεατρικό του ήρωα, τον Θύμιο με την ταινία “Ο Θύμιος τα έκανε θάλασσα” (1959)». Μεγάλη επιτυχία για την ταινία εκείνη την εποχή αφού ήρθε στην 4η θέση ανάμεσα σε 51 ελληνικές ταινίες της σαιζόν κόβοντας 77.118 εισιτήρια. Δες σκηνή από την ταινία “Ο Ηλίας του 16ου” με την θρυλική ατάκα στην οικιακή βοηθό “επειδή εσένα σου τραβάει η ψυχούλα σου κανα ψαχουλεματάκι” χάρισε απλόχερα το γέλιο στον κόσμο. :
Έλαβε μέρος ως ηθοποιός σε 76 ταινίες. Ανάμεσα σε αυτές οι: «Γκόλφω (1955)», «3 Τρελοί ντετέκτιβ” (1957)», «Μαρία η Πενταγιώτισσα (1957)», «Λαός και Κολωνάκι (1959)», «Η Λίζα το ‘σκασε (1959)» «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες», «Της κακομοίρας (1963)», «Ο Καζανόβας(1963)», “Ο παράς και ο φουκαράς (1964)», “Η σωφερίνα(1964)», «Ο απίθανος (1970)», «Θύμιος ο δαιμόνιος ντετέκτιβ(1971)»κ.α.. Επίσης ήταν παραγωγός σε 3 ταινίες, έγραψε το σενάριο σε 4 ταινίες και σκηνοθέτησε 9 ταινίες, τις 3 σε συνεργασία Α.Τεγόπουλο. Δες σκηνή από την ταινία “Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες” με τον Ντίνο Ηλιόπουλο:
Από το 1945 έως το 1948 συμμετείχε σε οπερέτες και μουσικές παραστάσεις, αποκτώντας πολύτιμη εμπειρία. Ήταν εργατικός, πειθαρχημένος και πρόθυμος να κάνει κάθε είδους ρόλο. Οι παλαιότεροι ηθοποιοί διέκριναν ότι διέθετε κάτι σπάνιο, μπορούσε να προκαλέσει γέλιο χωρίς να γελοιοποιείται ο ίδιος. Από το 1959, με τη δημοτικότητά του να βρίσκεται στο απόγειο εξαιτίας και του κινηματογράφου, συγκρότησε δικούς του θιάσους και άρχισε να ανεβάζει μια σειρά επιτυχημένων κωμωδιών και πανάκριβων επιθεωρήσεων συνεργαζόμενος με τα μεγαλύτερα ονόματα του μουσικού θεάτρου. Το 1965 ύστερα από μια επιτυχημένη περιοδεία στην Αμερική εγκαταστάθηκε στο δικό του θέατρο «Χατζηχρήστου», όπου συνέχισε τη δραστηριότητα του.
Μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες στη θεατρική του καριέρα ήταν «Ο Άνθρωπος που γύρισε από τα πιάτα», που πρωτοανέβηκε το χειμώνα του 1968-69 με συνθιασάρχες την Άννα Φόνσου και τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο. Η πορεία του στο θέατρο συνεχίστηκε απρόσκοπτη μέχρι το 1983. Μετά από ένα διάστημα απουσίας, επέστρεψε και πάλι την περίοδο 1994-95, παίζοντας και για μία ακόμη φορά στο θέατρο «Χατζηχρήστος». Υπήρξε ο «Βασιλιάς του αυτοσχεδιασμού» και ο σωτήρας πολλών ατάλαντων σεναριογράφων. Δες σκηνή από την ταινία “Ο άνθρωπος που γύρισε από τα πιάτα” που μετέφερε από το θέατρο στον κινηματογράφο:
Ο απίστευτος Καζανόβας Χατζηχρήστος είχε ήδη μετρήσει πάμπολλες εφήμερες περιπέτειες με δεσποινίδες και κυρίες, και είχε γίνει ήδη ερωτικός θρύλος στα μπουλούκια των ηθοποιών που όργωναν τη χώρα. Σε εκείνες μάλιστα τις πρώτες στιγμές της θεατρικής του καριέρας γνώρισε και έγινε αχώριστος με τον Νίκο Ρίζο. Οι δυο ηθοποιοί έμεναν στο ίδιο δωμάτιο και μοιράζονταν, εκτός από τις ίδιες καλλιτεχνικές ανησυχίες, και το ίδιο πουλόβερ. Έπαιζαν μάλιστα στα ζάρια ποιος θα το πλύνει και ποιος θα το βάλει, μόνο που τα ζάρια ήταν «πειραγμένα» από τον Χατζηχρήστο κι έτσι κέρδιζε πάντα αυτός…
Ο Θύμιος που κατέκτησε την Ελλάδα
Το 1949 γνώρισε τη Μαίρη Νικολαΐδου με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Ντιριντάουα. Εκείνη δεν έγινε μόνο η δεύτερη σύζυγός του, αλλά έπαιξε σημαντικό ρόλο και στην καλλιτεχνική του πορεία. Ο αδελφός της, ο Κώστας Νικολαΐδης, υπήρξε η έμπνευση για τον χαρακτήρα που έμελλε να γράψει ιστορία, τον Θύμιο. Στο θέατρο “Βερντέν”, όπου εμφανιζόταν τότε ο Χατζηχρήστος, δοκίμασε για πρώτη φορά να υποδυθεί έναν καλοκάγαθο χωρικό με έντονη επαρχιώτικη προφορά. Ο κόσμος ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Ο Θύμιος γεννήθηκε εκείνο το βράδυ και έμελλε να τον ακολουθήσει για δεκαετίες. Σε αντίθεση με άλλους κωμικούς χαρακτήρες της εποχής, ο Θύμιος δεν σατίριζε την επαρχία. Ήταν ένας τίμιος άνθρωπος που ερχόταν αντιμέτωπος με την πονηριά της πόλης. Ο θεατής γελούσε με τις καταστάσεις, αλλά στο τέλος καταλάβαινε ότι ο πιο σοφός ήταν εκείνος που όλοι θεωρούσαν αφελή.
Αυτή η φιγούρα αγαπήθηκε όσο λίγες. Ο Χατζηχρήστος υποδύθηκε τον Θύμιο σε πολλές θεατρικές παραστάσεις και κινηματογραφικές ταινίες, μετατρέποντάς τον σε έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους χαρακτήρες του ελληνικού θεάματος. Δες σκηνή από την ταινία “Ο Θύμιος τα έχει 400”:
Η χρυσή εποχή του κινηματογράφου και του “Ζήκου”
Αν το πρώτο κεφάλαιο της ζωής του Κώστα Χατζηχρήστου ήταν η άνοδος, το δεύτερο ήταν η απόλυτη καθιέρωση. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 και κυρίως μέσα στη δεκαετία του ’60, ο Έλληνας ηθοποιός έγινε συνώνυμο της λαϊκής κωμωδίας. Το κοινό δεν πήγαινε απλώς να δει μια ταινία του, πήγαινε να δει τον ίδιο, σχημάτιζε ουρές έξω από τα θέατρα, ενώ οι κινηματογραφικές προτάσεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Κανείς όμως δεν μπορούσε να φανταστεί ότι η τεράστια επιτυχία θα συνοδευόταν αργότερα από οικονομικές καταστροφές, προσωπικές απώλειες και πέντε γάμους που θα απασχολούσαν τον Τύπο της εποχής.
Στη συνεργασία του με τον ελληνικό κινηματογράφο της εποχής, ο Χατζηχρήστος βρέθηκε στο επίκεντρο μιας ολόκληρης βιομηχανίας που άνθιζε. Η Φίνος Φιλμ και άλλες παραγωγές της εποχής αξιοποίησαν το ταλέντο του σε δεκάδες ταινίες, όπου σχεδόν πάντα ενσάρκωνε τον «λαϊκό ήρωα» που μπλέκει σε απίθανες καταστάσεις αλλά καταφέρνει στο τέλος να βγει νικητής.
Ο πιο εμβληματικός του ρόλος ήταν αναμφίβολα ο «Ζήκος» στην ταινία «Της Κακομοίρας» (1963). Ο χαρακτήρας αυτός δεν ήταν απλώς ένας κωμικός τύπος. Ήταν η προσωποποίηση του μικρού Έλληνα της μεταπολεμικής κοινωνίας: οξύθυμος αλλά τίμιος, φτωχός αλλά περήφανος, αυθόρμητος αλλά βαθιά ηθικός. Δες σκηνή από την ταινία “Της κακομοίρας” με τον Νίκο Ρίζο:
Ο ίδιος είχε παραδεχτεί σε συνέντευξη του: «πολύ λίγα κείμενα είπα όπως ήταν». Χαρακτηριστικά όταν έπαιζε στο θέατρο τον «Μπακαλόγατο» ένας λάθος του φροντιστή τον ανάγκασε να προσθέσει μια καινούργια ατάκα. Ήταν η σκηνή που σύμφωνα με το σενάριο μια πελάτισσα, την οποία υποδυόταν η Έλσα Ρίζου, πήγαινε στο μαγαζί του και του ζητούσε φακές. Ο φροντιστής είχε ξεχάσει να βάλει στο σκηνικό το σακί με τις φακές και ο Χατζηχρήστος της απαντά και την αιφνιδιάζει “Δεν έχουμε φακές”…
Ο Αυλωνίτης, που έπαιζε στη θεατρική παράσταση, ρώτησε αυθόρμητα «τι γίναν οι φακές» και ο Χατζηχρήστος του απάντησε «τι να γίνουν οι φακές, δε φταίνε οι φακές, τα μαμούνια φταίνε. Πήρε ένα μαμούνι από μια φακή στον ώμο και από εδώ πάνε και οι άλλοι και πήραν την κατηφόρα και άντε τώρα να προλάβεις στην κατηφόρα τις φακές» και οι θεατές ξέσπασαν σε ασταμάτητα γέλια. Έτσι η ατάκα καθιερώθηκε…Η ταινία μεταφέρθηκε από το θέατρο στον κινηματογράφο χωρίς όμως τον Βασίλη Αυλωνίτη που σύμφωνα με τις φήμες της εποχής διαφώνησε με τον Κώστα Χατζηχρήστο και αποχώρησε. Δες την σκηνή με την θρυλική ατάκα του Κώστα Χατζηχρήστου:
Η Άννα Φόνσου μιλώντας για το χιούμορ που είχε ο Κώστας Χατζηχρήστος στην ζωή και στην σκηνή είχε αναφέρει στην εκπομπή «Μηχανή του Χρόνου»: «Θυμάμαι μια φορά με είχε κρεμάσει στη σκηνή, ήμουν με τον Παπαγιαννόπουλο στη σκηνή, και τον είχαν ζητήσει στο τηλέφωνο που είχε στο καμαρίνι… Μιλούσε ένα τέταρτο στο τηλέφωνο και μου ‘κανε νόημα να συνεχίσουμε να μιλάμε. Κοντεύαμε να τρελαθούμε εμείς και μπήκε και είπε στον κόσμο συγγνώμη αλλά μιλούσα στο τηλέφωνο» και όπως ήταν λογικό όσοι παρακολουθούσαν την παράσταση γελούσαν και χειροκροτούσαν για το πηγαίο χιούμορ του…
Οι ατάκες του Χατζηχρήστου που ως επί το πλείστον ήταν αυθόρμητες, έγιναν μέρος της καθημερινής γλώσσας. Το «Έλα ρε μπάρμπα, κάνε μας τη χάρη» και οι εκρήξεις του με τον Σταυρίδη πέρασαν στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου. Η επιτυχία της ταινίας ήταν τόσο μεγάλη που εξακολουθεί να προβάλλεται μέχρι σήμερα, θεωρούμενη μία από τις κορυφαίες ελληνικές κωμωδίες όλων των εποχών. Δες σκηνή από την ταινία “Τζιπ περίπτερο και αγάπη” με τον Νίκο Σταυρίδη και τον Νίκο Ρίζο:
Ο ηθοποιός που γέμιζε τις αίθουσες
Ο Χατζηχρήστος όμως λάτρευε και το θέατρο, έστηνε παραστάσεις, έγραφε και σκηνοθετούσε έργα. Το όνομά του πάνω στην αφίσα ήταν αρκετό για να γεμίσει τα θέατρα της Αθήνας. Παρά την επιτυχία, δεν εγκατέλειψε ποτέ τη λαϊκή του ταυτότητα. Δεν προσπάθησε να γίνει «σταρ» με την έννοια της εποχής. Αντίθετα, παρέμεινε προσιτός, κάτι που ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη σχέση του με το κοινό. Δες σπάνια συνέντευξη του Κώστα Χατζηχρήστου στον “Πρωινό Καφέ” με την Ελένη Μενεγάκη το 1997:
Η μεγάλη κατρακύλα, ο εθισμός στο αλκοόλ και η αποτοξίνωση
Από τη δεκαετία του ‘70, ο Κώστας Χατζηχρήστος αραίωσε τις εμφανίσεις του, λόγω προσωπικών προβλημάτων. Μετά τον θάνατο της τέταρτης γυναίκας του, Ελένης Πανταζή στα 42 της χρόνια, καταρρέει και βρίσκει παρηγοριά στο ποτό, το οποίο τον περιθωριοποιεί για αρκετά χρόνια. Τελευταία του εμφάνιση εκείνη την περίοδο της απομόνωσής του ήταν στην επιθεώρηση «Ανδρέα προχώρα, σε θέλει άλλη χώρα». «Ένιωσα αχαριστία γιατί δεν πέρασε ένας να ρωτήσει τι κάνω. Ήμουν ένας άνθρωπος μόνος. 7 παρά τέταρτο κάθε απόγευμα άρχιζα να πίνω. Κατανάλωνα 1,5 – 2 μπουκάλια ουίσκι την ημέρα. Το ουίσκι το πρωτοέμαθα στη Δράμα. Πονούσε το δόντι μου και έπαιζα ένα έργο που ήταν όλο πάνω μου. Μου έδωσαν να κάνω γαργάρα με ουίσκι. Εγώ το κατάπια και μου άρεσε. Ε, αυτό ήταν. Μετά από χρόνια μπήκα στο ΓΝΑ για αποτοξίνωση και έφαγα 3.500 ενέσεις. Έκατσα 68 ημέρες. Ήταν στιγμές που έλεγα θα πηδήξω από το παράθυρο», είχε πει σε συνέντευξή του.
Ο “παραμυθάς” Δον Ζουάν με τους 5 γάμους και το τραγικό χτύπημα της μοίρας!
Ενώ δεν ήταν εμφανίσιμος άντρας, ο μεγάλος κωμικός ηθοποιός είχε πολλές κατακτήσεις, δεν άφηνε θηλυκή γάτα να περάσει και να μην την φλερτάρει, αρκεί να ήταν όμορφη, ο Χατζηχρήστος είχε γούστο στις γυναίκες. Οι γυναίκες που βρέθηκαν στο πλευρό του είτε σαν σύζυγοι, είτε σαν σύντροφοι, ήταν όμορφες και πληθωρικές….Ο ίδιος είχε πει σε συνέντευξή του για την επιτυχία του στο γυναικείο φύλο “το παραμύθι παίζει τον κυριότερο λόγο”….Το παν για μια γυναίκα είναι το παραμύθι. Η γυναίκα θέλει να νιώθει ότι συνάντησε το βασιλόπουλο που θα την κάνει βασίλισσα. Το μόνο που μένει στον άνδρα που δεν είναι πρίγκιπας, να την πείσει ότι είναι…Κομμάτι δύσκολο αλλά που και που σου πετυχαίνει άμα προσπαθήσεις”. Ο Χατζηχρήστος δεν δυσκολευόταν να τις γοητεύσει. Η προσωπική ζωή του Χατζηχρήστου υπήρξε το ίδιο έντονη με την καλλιτεχνική του πορεία. Αρραβωνιάστηκε μια φορά, παντρεύτηκε πέντε φορές, κάτι που απασχόλησε ιδιαίτερα τον Τύπο της εποχής.
Ήταν αρραβωνιασμένος με την ηθοποιό Ντίνα Τριάντη με την οποία έπαιζαν μαζί στην ταινία “Της κακομοίρας” και σε άλλες ταινίες, αλλά δεν παντρεύτηκαν ποτέ. Ο πρώτος του γάμος έγινε στη Βόρεια Ελλάδα την περίοδο της κατοχής. Η κοπέλα που παντρεύτηκε ήταν η Νίτσα, ένα κορίτσι που καταγόταν από τη Νάουσα. Έμειναν μαζί αρκετά χρόνια, ώσπου ήρθαν στην Αθήνα. Τότε γνώρισε την Κούλα Νικολαίδου και ερωτεύτηκε την αδελφή της, Μαίρη Νικολαϊδου με την οποία παντρεύτηκε και απέκτησε μια κόρη, την Τέτα Χατζηχρήστου σύζυγο του Πέτρου Φυσσούν.
Αν και παντρεμένος όμως, δεν μπορούσε να μείνει μακριά από τις γυναίκες. Το 1952 συγκρότησε τον δικό του θίασο και συνεργάστηκε με την ηθοποιό Καίτη Ντιριντάουα, ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της επιθεώρησης. Ένα βράδυ που έπαιζαν μαζί, της εξομολογήθηκε τον έρωτά του και της ζήτησε να πάνε για φαγητό. Η Ντιριντάουα δέχτηκε και από τότε έκαναν δεσμό, ο Χατζηχρήστος το 1959 είχε ήδη πάρει διαζύγιο από την δεύτερη γυναίκα του και έκανε με την Ντιριντάουα τον τρίτο του γάμο. Το ζευγάρι έμεινε μαζί δεκαέξι χρόνια και απέκτησαν μια κόρη, την Μαριαλένα, αλλά η Ντιριντάουα δεν μπορούσε να ανεχτεί τις απιστίες του και το 1975 του ζήτησε διαζύγιο. Ο Χατζηχρήστος παντρεύτηκε για τέταρτη φορά με την Ελένη Πανταζή.
Παρά τη λάμψη, τη φήμη, τα χρήματα που έβγαλε και έχασε αλλά και τα αμέτρητα ειδύλλιά του, ο μεγάλος μας κωμικός πέρασε τα τελευταία χρόνια δύσκολα και βασανιστικά. Πλάι στην οικονομική του καταστροφή, δέχτηκε και το μεγαλύτερο πλήγμα της ζωής του, όταν έχασε εντελώς αναπάντεχα τη σύζυγό του Ελένη Πανταζή στα 42 της χρόνια και αυτό τον διέλυσε: «Ο θάνατος της τρίτης γυναίκας μου με έκανε κομμάτια. Άρχισα να πίνω χωρίς κανένα μέτρο. Ζούσα μόνο για να πίνω. Αρρώστησα. Χάθηκα από τη θεατρική ζωή. Έπινα συντροφιά με τον σκύλο μου». Την εποχή αυτή χάνει και το θέατρό του κι έτσι το ποτό είναι η μόνη παρηγοριά. Ο Χατζηχρήστος ενώ ήταν παντρεμένος είχε σχέσεις με γυναίκες του καλλιτεχνικού χώρου που απασχόλησαν τον Τύπο, χωρίς όμως όλοι οι δεσμοί να οδηγηθούν σε γάμο. Το όνομά του συνδέθηκε κατά καιρούς με γνωστές ηθοποιούς της εποχής, κάτι που τροφοδοτούσε συνεχώς τα κοσμικά ρεπορτάζ.
Ο πέμπτος και τελευταίος γάμος του ήταν με τη Βούλα Αρβανιτάκη, η οποία έμεινε δίπλα του στα πιο δύσκολα χρόνια της ζωής του. Εκείνη στάθηκε συνοδοιπόρος του σε μια περίοδο όπου η καριέρα του είχε αρχίσει να φθίνει και τα οικονομικά προβλήματα να μεγαλώνουν. Παρά τους πολλούς γάμους, όσοι τον γνώρισαν έλεγαν ότι ο Χατζηχρήστος δεν ήταν επιπόλαιος. Ερωτευόταν βαθιά και πίστευε κάθε φορά ότι θα είναι η τελευταία του επιλογή. Αυτή η ένταση στα συναισθήματα ήταν και ένας από τους λόγους που η προσωπική του ζωή είχε τόσες ανατροπές. Δες συνέντευξη της τελευταίας του συζύγου Κώστα Χατζηχρήστου, Βούλας στα “Αποκαλυπτικά”:
Το αστείρευτο ταλέντο του “βλάχου” που μάγευε τον Καραμανλή!
Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και στις αρχές του ’70, ο Χατζηχρήστος ήταν πλέον ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους Έλληνες ηθοποιούς. Οι ταινίες του προβάλλονταν συνεχώς στους κινηματογράφους, ενώ η τηλεόραση άρχισε να τον καθιερώνει ακόμη περισσότερο στο ευρύ κοινό. Ο πολιτικός άντρας που ο Χατζηχρήστος θαύμαζε και αγαπούσε ιδιαίτερα, ήταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, με τον οποίο ήταν φίλοι. Σε πολλές παραστάσεις του μάλιστα εκείνος που τον θαύμαζε στον ρόλο του “Θύμιου” έδινε το παρόν τιμώντας τον με την παρουσία του. «Εγώ θαυμάζω τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, γιατί νομίζω ότι ήταν κι είναι πάντα μια εγγύηση σταθερότητας στον τόπο. Θυμάμαι όταν ήταν αυτοεξόριστος στο Παρίσι, εγώ ήμουν για ένα διάστημα εκεί και τον έβλεπα. Θυμάμαι ότι εγώ τότε γύριζα την ταινία, «Ο ταυρομάχος προχωρεί» σε ένα μέρος που το έλεγαν νομίζω «Πατέ μπουλού» και ο Καραμανλής έμενε στο «Εντεσέν» ή κάπως έτσι …Θυμάμαι ότι ήταν λάτρης του ούζου και αγαπούσε τα φυστίκια Αιγίνης. Πάντοτε του πήγαινα ούζο και φυστίκια” έλεγε για τον μεγάλο μας εθνάρχη.
Αν ο Χατζηχρήστος μιλούσε ιταλικά ή γαλλικά η τύχη του θα ήταν σαφώς διαφορετική στο παγκόσμιο καλλιτεχνικό στερέωμα, αν και παρά τον περιορισμό της γλώσσας, η φήμη του κατάφερε να υπερβεί τα ασφυκτικά όρια της χώρας μας ως το αρχέτυπο του αφελή «χωριάτη» που βρίσκει αφόρητη τη ζωή στην πόλη. Ο άνθρωπος που έβαλε άλλοτε στο στόμα της ελληνικής κοινωνίας ατάκες όπως τα «τίποτας», «ασουπή», «αμ’ πώς;», «τ’ άκοσες πολί μου» και τόσες ακόμα, έβαλε σκοπό ζωής να φέρει το γέλιο στα χείλη του Έλληνα παρά τα δεινά και τη φτώχεια του λαού και τα κατάφερε και με το παραπάνω. Ανεπιτήδευτος και απροσχημάτιστος τόσο στο σανίδι και το πανί όσο και την προσωπική του ζωή, ο καλοπροαίρετος «βλάχος» ήταν ωστόσο πάντα πολλά περισσότερα από τον κουτοπόνηρο Θύμιο ή τον ψευτοαστυνομικό του «Ηλία του 16ου». Ήταν πάντα ο Χατζηχρήστος που ερμήνευε τους ρόλους με κέφι, μπρίο και υποκριτική αθωότητα σε μια κοινωνία που προσπαθούσε να ορθοποδήσει. Άνθρωπος-ορχήστρα τόσο στο θέατρο όσο και το σινεμά, ο Χατζηχρήστος μέτρησε δεκαετίες καριέρας στην ελληνική showbiz συμμετέχοντας σε 100 περίπου ταινίες και ακόμα περισσότερες παραστάσεις, γνωρίζοντας τη λαϊκή εκείνη απήχηση που μόνο οι πραγματικά μεγάλοι γεύονται.
Οι επώδυνες συνέπειες στην υγεία του από την οικονομική κατάρρευση
Πίσω όμως από τη λάμψη, άρχισαν να φαίνονται τα πρώτα σύννεφα. Οι μεγάλες θεατρικές του παραγωγές απαιτούσαν τεράστια έξοδα, ενώ η ανάγκη του για καλλιτεχνική ανεξαρτησία τον οδήγησε σε οικονομικά ρίσκα που σταδιακά θα αποδεικνύονταν καταλυτικά για την πορεία του. Το κοινό δεν τα έβλεπε ακόμη αυτά. Για εκείνους, ο Χατζηχρήστος παρέμενε ο άνθρωπος που μπορούσε να τους κάνει να γελάσουν με έναν απλό μορφασμό. Όμως η επόμενη περίοδος της ζωής του θα ήταν πολύ πιο δύσκολη από όσο φαινόταν πάνω στη σκηνή.
Και ήταν ακριβώς η μεγάλη του αγάπη για το θέατρο και η τελειομανία του που θα τον φτάσουν στο χείλος του γκρεμού, καθώς παρά την ανεπανάληπτη εμπορική επιτυχία των παραστάσεών του, τα υπέρογκα έξοδα ήταν πάντα περισσότερα. Μια από τις παραγωγές του που άφησαν εποχή και ταυτοχρόνως τον κατέστρεψαν οικονομικά ήταν το «Καζινό Ντε Παρί» (1963), ένα χολιγουντιανών προδιαγραφών υπερθέαμα με αυθεντικό παριζιάνικο καμπαρέ, αυτοκίνητα και αεροπλάνα πάνω στη σκηνή να πλαισιώνουν τα μπαλέτα.
«Εκατόν δεκαοχτώ άτομα κάθε βράδυ να πληρώνονται. Τα ’χε βάλει η Ντιριντάουα κάτω με μολύβι και χαρτί και μου λέει: ‘Κάθε βράδυ φουλ να είσαι, θα χάνεις και τριάντα οχτώ χιλιάρικα’», είχε πει χαρακτηριστικά ο Χατζηχρήστος για την παράσταση που τον έφερε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Ο θιασάρχης Χατζηχρήστος αναγκάζεται να βάλει ακριβό εισιτήριο και υποχρεώνει τους άρρενες θεατές του να προσέρχονται στο θέατρο με γραβάτα. Το κοινό άρχισε σιγά σιγά να αναζητεί άλλες και φτηνότερες λύσεις διασκέδασης, στέλνοντας την παράσταση στα Τάρταρα και τον Χατζηχρήστο στο επιχειρηματικό φιάσκο. Τότε ήταν που θα υποστεί το πρώτο του εγκεφαλικό και μάλιστα επί σκηνής. Αυτή θα είναι εν πολλοίς η αρχή του τέλους για τον θεατρικό επιχειρηματία Χατζηχρήστο, που πλέον είναι βουτηγμένος στα χρέη, κάτι που θα καταλήξει χρόνια αργότερα στο να χάσει το θέατρό του και να διαμένει πια σε δωμάτια ξενοδοχείων. Ούτε τα δικαιώματα από τις κινηματογραφικές του δουλειές δεν μπορούσαν να τον σώσουν, καθώς τα έξοδα των θεατρικών του παραστάσεων ήταν πάντα περισσότερα, πολύ περισσότερα: Ο ίδιος έλεγε: «Πρέπει να μάθει όλος ο κόσμος κάτι που ίσως δεν ξέρει. Ότι εγώ δεν παίρνω ούτε μία δραχμή παρόλο που οι ταινίες μου είναι σε συνεχή προβολή. Και έφτασε στο σημείο μέσα σε μία βδομάδα να παιχτούν τρεις ταινίες μου μαζεμένες. Δεν ξέρω ποιοι είναι αυτοί οι κύριοι και κονομάνε, αλλά πάντως είναι άδικο για μένα. Ο κόσμος μπορεί βλέποντας τις ταινίες μου να νομίζει ότι ο Χατζηχρήστος τα κονομάει χοντρά. Λάθος. Άλλοι τα κονομάνε και όχι εγώ. Και γι’ αυτό εκφράζω κάποιο παράπονο γι’ αυτή τη μεταχείριση. Τέλος πάντων»…
Η απόλυτη παρακμή! Άστεγος και αλκοολικός στα τελευταία χρόνια της ζωής του!

Στα τέλη της πορείας του, ο Κώστας Χατζηχρήστος δεν ήταν πια μόνο ο αγαπημένος κωμικός του ελληνικού κοινού. Ήταν ένας άνθρωπος που είχε ζήσει στο απόγειο της δόξας, είχε ρισκάρει τα πάντα για το θέατρο και είχε βρεθεί αντιμέτωπος με τις συνέπειες των επιλογών του. Η ιστορία του δεν ήταν μόνο μια καλλιτεχνική διαδρομή, αλλά και μια ανθρώπινη διαδρομή γεμάτη κόστος. Ακαταμάχητος στο ωραίο φύλο, ο Χατζηχρήστος γέμιζε θέατρα και κινηματογράφους αλλά και την καρδιά του ταυτοχρόνως με έρωτες και αγάπη, αν και η ζωή δεν του φέρθηκε πάντα όπως έπρεπε. Κι αυτό γιατί τις δύο τελευταίες δεκαετίες της ζωής του τις πέρασε στην ανέχεια, γνωρίζοντας έναν τέτοιο οικονομικό μαρασμό που ενδεχομένως κανένας άλλος ηθοποιός δεν έζησε όπως εκείνος. Οι πολυδάπανες παραστάσεις και τα υπέρογκα έξοδα της προσωπικής του ζωής τον έφεραν συχνά στο χείλος του οικονομικού γκρεμού, «μπαίνοντας μέσα με τα τσαρούχια», όπως έλεγε με το χαρακτηριστικό του στιλ, την ώρα που έμενε τώρα στο ξενοδοχείο “Ακροπόλ” στην Βασιλέως Κωνσταντίνου και είχε ήδη χάσει το «σπίτι μου», όπως έλεγε το Θέατρο Χατζηχρήστου.
Ακόμα και η ύστατη επιθυμία του να επιστρέψει στον χώρο του για να παίξει για τελευταία φορά δεν ικανοποιήθηκε ποτέ…
Ο Χατζηχρήστος επένδυσε μεγάλο μέρος της καριέρας του στο να δημιουργήσει δικές του θεατρικές παραγωγές υψηλών απαιτήσεων. Δεν αρκούνταν σε απλές παραστάσεις, ήθελε θέαμα, σκηνικά μεγάλης κλίμακας και εντυπωσιακές παραγωγές που θα ξεπερνούσαν τα δεδομένα της εποχής. Αυτή η φιλοδοξία, όμως, είχε τεράστιο οικονομικό κόστος. Οι παραγωγές του απαιτούσαν μεγάλα κεφάλαια, τα οποία συχνά δεν μπορούσαν να καλυφθούν από τα έσοδα. Σταδιακά, τα χρέη άρχισαν να συσσωρεύονται και η οικονομική πίεση έγινε ασφυκτική.
Παρά την καλλιτεχνική επιτυχία πολλών έργων του, η οικονομική πραγματικότητα ήταν αμείλικτη. Το θέατρό του οδηγήθηκε σε απώλεια και ο ίδιος βρέθηκε σε δύσκολη οικονομική θέση, γεγονός που τον σημάδεψε βαθιά. Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο Χατζηχρήστος δεν είχε στα τελευταία του ούτε σπίτι για να μείνει, περνώντας τη στερνή αυτή περίοδο της ζωής του στο απρόσωπο και αφιλόξενο των ξενοδοχείων. Σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις παραπονέθηκε μάλιστα: «Χαρτιά δεν ξέρω. Από ιππόδρομο δεν έχω ιδέα. Πού πήγαν όλα αυτά τα χρήματα;», αλλά και μετά: «Από τα χέρια μου πέρασαν πολλά χρήματα. Έπρεπε να κρατώ πισινή. Ούτε χαρτοπαίκτης ήμουνα, ούτε ιπποδρομιάκιας. Ήμουν αυτός που όταν τέλειωνε η παράσταση έπαιρνα όλο τον θίασο και πηγαίναμε να γλεντήσουμε όλοι μαζί».
Καταβεβλημένος και χτυπημένος πια από την επάρατη νόσο, θα αποσυρθεί από τη δημόσια ζωή βρίσκοντας παρηγοριά στο ουίσκι, το οποίο θα τον αφήσει στο περιθώριο για αρκετά χρόνια. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 κάνει τη μεγάλη του επιστροφή τόσο στο θέατρο όσο και τον κινηματογράφο, αν και πια δεν είναι παρά σκιά του παλιού καλού εαυτού του. Αποτοξινωμένος τώρα με τη βοήθεια φίλων αλλά και της τελευταίας του συζύγου, θα εμφανιστεί σποραδικά στο σανίδι μέχρι το 1997, που είναι και η τελευταία του θεατρική σεζόν. “Είχα μπει στο στάδιο της απογνώσεως και του τελειώματος… Το υποσχέθηκα στον Καραμανλή ότι θα κόψω το ποτό, πάει και τελείωσε!” λέει σε τηλεοπτική του συνέντευξη στον Κώστα Τσαρούχα που μιλάει για την εξάρτησή του από το αλκοόλ και τις επώδυνες συνέπειές του. Δες το βίντεο:
Η αυλαία της ζωής του και το μεγάλο παράπονο
Τα χρόνια έχουν βαρύνει τον μεγάλο μας ηθοποιό, όπως και η μάχη με τον καρκίνο. Το κοινό γελάει μεν, αλλά διακριτικά, καθώς πλέον είναι φανερό ότι το θεατρικό του τέλος είναι κοντά… Παρότι επέστρεψε κατά διαστήματα, δεν είχε πλέον την ίδια δύναμη και αντοχή. Το σώμα του άρχιζε να προδίδει έναν άνθρωπο που είχε ζήσει μια ζωή γεμάτη ένταση, δουλειά και συνεχή πίεση. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του κύλησαν πιο ήσυχα, μακριά από τις μεγάλες θεατρικές σκηνές και τις κινηματογραφικές παραγωγές. Ο άνθρωπος που κάποτε γέμιζε θέατρα βρέθηκε σε μια πιο ιδιωτική πραγματικότητα, κοντά στους δικούς του ανθρώπους.
Παρά τις δυσκολίες, δεν έχασε ποτέ το χιούμορ του. Οι κοντινοί του άνθρωποι έλεγαν ότι ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές μπορούσε να πει μια ατάκα που να ελαφρύνει το κλίμα, σαν να αρνιόταν να αποχωριστεί τον ρόλο που τον καθιέρωσε στη συνείδηση του κοινού. Στα τελευταία χρόνια, η παρουσία της τελευταίας του συζύγου του της Βούλας, υπήρξε καθοριστική. Η προσωπική του ζωή, που στο παρελθόν είχε χαρακτηριστεί από έντονες αλλαγές και γάμους, σταδιακά βρήκε μια πιο σταθερή μορφή. Οι κόρες του και οι άνθρωποι που τον αγαπούσαν στάθηκαν δίπλα του, ιδιαίτερα σε περιόδους που η υγεία του δεν του επέτρεπε να έχει την ανεξαρτησία που είχε κάποτε.
Ο Κώστας Χατζηχρήστος έφυγε από τη ζωή αφήνοντας πίσω του μια τεράστια πολιτιστική κληρονομιά. Ο θάνατός του δεν ήταν απλώς η απώλεια ενός ηθοποιού, αλλά το τέλος μιας ολόκληρης εποχής για την ελληνική κωμωδία. Ο Κώστας Χατζηχρήστος πέθανε στις 3 Οκτωβρίου 2001 στην Αθήνα από λοίμωξη του αναπνευστικού, έπειτα από δύο μήνες που παρέμεινε στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Πριν εγκαταλείψει τον κόσμο, πρόλαβε να εκδηλώσει την πικρία και το παράπονό του: «Δεν γελάω καθόλου. Ο Χατζηχρήστος της ζωής δεν έχει καμία συγγένεια με τον Χατζηχρήστο της σκηνής»
Η είδηση προκάλεσε συγκίνηση σε χιλιάδες ανθρώπους που μεγάλωσαν με τις ταινίες του και τις ατάκες του. Η σορός του εκτέθηκε σε λαικό προσκύνημα στο παρεκκλήσι του Αγίου Ελευθερίου στην Μητρόπολη Αθηνών και η κηδεία του δημοσία δαπάνη στο Α’ Νεκροταφείο:




">
">
">
">
">
">
">
">