Κάποιοι ηθοποιοί ξεχωρίζουν για το ταλέντο τους και κάποιοι γίνονται σύμβολα μιας ολόκληρης εποχής. Ο Μάνος Κατράκης ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία. Με τη βαθιά, χαρακτηριστική φωνή του, το διαπεραστικό βλέμμα και την επιβλητική παρουσία του, κατάφερε να αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στο ελληνικό θέατρο και τον κινηματογράφο.
Πίσω όμως από τον σπουδαίο πρωταγωνιστή, υπήρχε ένας άνθρωπος που έζησε τα πάντα, τη φτώχεια, την επιτυχία, τις πολιτικές διώξεις, την εξορία, τον έρωτα, τις προσωπικές απώλειες, ακόμη και τον εθισμό στον τζόγο. Δεν λύγισε ποτέ, ούτε όταν αποκλείστηκε από τη δουλειά του επειδή αρνήθηκε να απαρνηθεί τις ιδέες του, ούτε όταν η ζωή τον έφερε αντιμέτωπο με τραγικές δοκιμασίες. Η ζωή του ήταν γεμάτη με πάθη, το μεγαλύτερο του από αυτά ήταν το θέατρο. Από τα 18 στο σανίδι κι ο μόνος που τον κατέβασε από αυτό ήταν ο θάνατος. Εκτός από εραστής της υποκριτικής ήταν και ένας αφοσιωμένος κομμουνιστής. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που έζησε με πάθος, πλήρωσε ακριβά τις επιλογές του και έφυγε αφήνοντας πίσω του έναν μύθο που παραμένει ζωντανός μέχρι σήμερα.
Τα παιδικά χρόνια στην Κρήτη και η φτώχεια στην Αθήνα
Ο Μάνος Κατράκης γεννήθηκε στις 14 Αυγούστου 1908 στο Καστέλι Κισσάμου Χανίων. Ήταν το μικρότερο από τα πέντε παιδιά του εμπόρου Χαράλαμπου Κατράκη και της Ειρήνης. Πριν συμπληρώσει τα 10 του χρόνια η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα, καθώς οι δουλειές του πατέρα δεν πήγαιναν και τόσο καλά και θεώρησαν πως η πρωτεύουσα θα προσέφερε περισσότερες επαγγελματικές ευκαιρίες από τη Μεγαλόνησο.
Η ζωή στις φτωχογειτονιές της πρωτεύουσας μόνο εύκολη δεν ήταν. Από μικρός αναγκάστηκε να γνωρίσει τι σημαίνει στέρηση, όμως ποτέ δεν έχασε την αισιοδοξία του. Αργότερα έλεγε ότι οι δυσκολίες τον έμαθαν να καταλαβαίνει τους ανθρώπους και να δίνει αλήθεια στους ρόλους του. Το 1919, ο Μάνος ο οποίος από μικρός είχε δείξει το υποκριτικό ταλέντο του, εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο θεατρικό σανίδι. Έκανε το ντεμπούτο του σε ηλικία μόλις 18 ετών, στην παράσταση «Για την αγάπη της»
Το ποδόσφαιρο πριν από το θέατρο
Ελάχιστοι γνωρίζουν ότι πριν γίνει ηθοποιός, ο Μάνος Κατράκης ονειρευόταν να γίνει ποδοσφαιριστής. Έπαιζε αρχικά στην ομάδα του «Κεραυνού» και μετά στον «Αθηναϊκό». Κάποια στιγμή σε νεαρή ηλικία αναγκάζεται να γίνει ο προστάτης της οικογένειας, καθώς ο πατέρας του λείπει πια συνεχώς και ο μεγαλύτερος αδελφός του Γιάννης είναι ήδη ξενιτεμένος στην Αμερική. “Είχα μια μάνα που ανεβαίνοντας την σκάλα του σπιτιού καταλάβαινε από τα βήματά μου αμέσως αν είμαι χαρούμενος ή στενοχωρημένος και έπαιρνε ανάλογη στάση απέναντί μου. Όταν δηλαδή ήμουνα στενοχωρημένος άρχιζε να μου τραγουδάει και να μου χορεύει, άλλοτε πήγαινε πίσω πίσω σα να μου κρύβει κάτι με τα χεράκια της και ξαφνικά με ρώταγε ‘ίντα έχεις Μανώλη μου’ ‘τι έχεις παιδί μου’ όταν εγώ δεν ανταποκρινόμουνα στα χαιδέματά της και στα κέφια της”
Διέθετε μεγάλο ταλέντο, όμως μια σοβαρή περιπέτεια υγείας τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τα γήπεδα. Εκείνη η εξέλιξη, που τότε έμοιαζε καταστροφική, στάθηκε τελικά η αφορμή για να στραφεί στο θέατρο. Γρήγορα πάντως το ταλέντο του θα ανακαλυφθεί. Εμφανίζεται για πρώτη φορά σε θεατρική σκηνή στην Αθήνα το 1927. Ο σκηνοθέτης Κώστας Λελούδας θα ενθουσιαστεί από το μπρίο και τη δυναμικότητα του νεαρού και έτσι ένα χρόνο αμέσως μετά θα παίξει στην πρώτη βουβή ταινία «Το λάβαρο του ’21» (1928). Ταυτόχρονα σχεδόν συμμετέχει σε θεατρικές παραστάσεις τοπικών θιάσων, όπως του «Θιάσου Νέων» του Ανδρέα Παντόπουλου και του θιάσου της Μαρίκας Κοτοπούλη, μέχρις ότου καταφέρνει να μπει στο Εθνικό Θέατρο (1931).
Από κει και πέρα όλα άλλαξαν ραγδαία για τον Κατράκη. Η δεκαετία του ’30 έφερε την καταξίωσή του στο θεατρικό σανίδι, τη γνωριμία του με εξέχουσες προσωπικότητες του καιρού, όπως ήταν η φιλία του με τον μαέστρο Δημήτρη Μητρόπουλο, αλλά και τον πρώτο του γάμο, σε ηλικία 25 ετών, με την επίσης ηθοποιό, Άννα Λώρη. Από το 1933 έπαιξε κατά σειρά με τους θιάσους Λουδοβίκου Λούη, Δημήτρη Μυράτ, Βασίλη Αργυρόπουλου και Μαρίκας Κοτοπούλη μέχρι το 1935, όταν επαναπροσλήφθηκε από το Εθνικό θέατρο. Ο γάμος του τέλειωσε σύντομα και γρήγορα ήρθε ο πόλεμος κι η κατοχή. Συμμετείχε στο μέτωπο και πολέμησε γενναία, αλλά δραματικά γεγονότα στιγμάτισαν την τότε ζωή του. Ένας δεύτερος γάμος που κι αυτός δεν ορθοπόδησε, ο χαμός κατά τη γέννα των μοναδικών δίδυμων παιδιών του. Το 1943, όταν ανέλαβε Πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών συνέβαλε τα μέγιστα στην ίδρυση του Κρατικού θεάτρου Θεσσαλονίκης.
Ο Κατράκης εντάχθηκε στο ΕΑΜ και στο ΚΚΕ κατά τη διάρκεια της Κατοχής, και πολέμησε στην Εθνική Αντίσταση. Η πεισματική άρνησή του να υπογράψει “δήλωση μετάνοιας και αποκήρυξης των κομμουνιστικών ιδεών” οδήγησε σε διώξεις, βασανιστήρια και εξορία στη Μακρόνησο και τον Άη Στράτη για σχεδόν επτά χρόνια. Η φιλία του και η κοινή πορεία με συναγωνιστές του, όπως ο Γιάννης Ρίτσος και ο Γιάννης Χοντζέας, τον βοήθησαν να αντιμετωπίσει τις δραματικές αυτές στιγμές. Ταυτόχρονα είχε τη δύναμη να εμψυχώνει όποιον σύντροφό του συναντούσε στη Μακρόνησο και στον Άη Στράτη. Όταν πια στις αρχές της δεκαετίας του ’50 επιστρέφει στην Αθήνα οριστικά, το μετεμφυλιακό κλίμα είναι βαρύ. Λίγες πόρτες ανοιχτές, λίγες δουλειές. Αναγκάζεται να εργαστεί ευκαιριακά, στο ραδιόφωνο στην αρχή, αλλά σιγά-σιγά κατορθώνει να πάρει μικρούς ή μεγαλύτερους ρόλους στο θέατρο και στον κινηματογράφο.
Το 1951 – 1952 διοργανώνει «ποιητικές απογευματινές» στο θέατρο Μουσούρη. Το 1952 πρωταγωνίστησε στον «Προμηθέα» του Αισχύλου με τον Θυμελικό θίασο του Καρζή σε Δελφούς και Αθήνα, όπου μετά την παράσταση δέχεται την έκφραση συγχαρητηρίων από τους Βασιλείς. Ακολούθως πρωταγωνίστησε στον θίασο της Κοτοπούλη και το 1953 οργάνωσε δικό του θίασο. Από το 1954 ήταν πρωταγωνιστής του «Θεάτρου Αθηνών» και από το επόμενο έτος του «Εθνικού Λαϊκού Θεάτρου», στο οποίο ανέβαιναν συνεχώς παραστάσεις και με μεγάλη επιτυχία.
Η φωνή που έγινε θρύλος
Από τις πρώτες κιόλας εμφανίσεις του οι σκηνοθέτες κατάλαβαν ότι είχαν απέναντί τους έναν σπάνιο καλλιτέχνη. Η βαθιά βραχνή φωνή του, το επιβλητικό παράστημα και η λιτή υποκριτική του δημιουργούσαν μια μοναδική σκηνική παρουσία. Δεν χρειαζόταν υπερβολές. Μόνο μια ματιά ή μια φράση ήταν αρκετή για να καθηλώσει το κοινό. Δες απόσπασμα από την εκπομπή “Μουσική Βραδιά” του Γιώργου Παπαστεφάνου,αφιερωμένη στον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Οδυσσέα Ελύτη: Άξιον Εστί. “Τρίτο Ανάγνωσμα. Η μεγάλη Έξοδος” Απαγγελία: Μάνος Κατράκης
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί θεωρούν μέχρι σήμερα πως ο Μάνος Κατράκης υπήρξε η πιο αναγνωρίσιμη ανδρική φωνή στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου. Δες μια από τις πρώτες ταινίες του ηθοποιού με τίτλο “Τζέην Έυρ” το 1962 με την Χριστίνα Σύλβα:
Οι πολιτικές του ιδέες που άλλαξαν τη ζωή του
Η Κατοχή αποτέλεσε σημείο καμπής. Ο Κατράκης συμμετείχε ενεργά στην Αντίσταση μέσα από το ΕΑΜ, πιστεύοντας ότι ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να μένει αμέτοχος απέναντι στα μεγάλα γεγονότα της εποχής του. Μετά τον Εμφύλιο, η επιλογή του αυτή είχε βαρύ τίμημα. Το 1941 βρίσκεται στο έπος της Αλβανίας. Γίνεται ένας από τους ήρωες εκεί. Είδε με τα μάτια του τον διοικητή του να αυτοκτονεί επειδή δεν άντεξε τον αφοπλισμό της μονάδας του. Γύρισε στην Αθήνα κι έζησε στην απόλυτη φτώχεια και στην εξαθλίωση. Δες ένα βίντεο με αφήγηση του ιστορικού Κώστα Λαγού για εκείνη την περίοδο και την αυτοκτονία του διοικητή του:
Το 1943 γίνεται πρόεδρος του σωματείου των Ελλήνων ηθοποιών και γράφεται στο Κόμμα. Κι εκεί υπέγραψε συμβόλαιο ζωής. Δες σκηνή από την ταινία με τον Γιάννη Φέρτη “Αυτοί που μίλησαν με τον θάνατο” το 1970:
Ποτέ δεν θα υπέγραφε δήλωση μετάνοιας, ποτέ δεν αποκήρυξε αυτό που ήταν. «Μην υπογράψεις κερατά, μην υπογράψεις ότι είσαι αυτό που δεν είσαι» του έλεγε η μάνα του, ενώ τον ξεπροβόδιζε στην ουρά για τη Μακρόνησο. Ο τελευταίος δημοσιογράφος που μίλησε στον Μάνο Κατράκη, ο Σταμάτης Φιλιππούλης, περιγράφει τι του είπε ο σπουδαίος θεατράνθρωπος όταν τον εξόριζαν στη Μακρόνησο και τον Άη Στράτη σε μια εκπομπή της ΕΡΤ το 1984. Δες βίντεο:
Το 1947 χάνει την θέση του στο Θέατρο και για 5 χρόνια πέρασε στα μαρτύρια. Φυλακές, βασανισμοί, εξορίες. Ο ίδιος έλεγε πως αυτά τα χρόνια ήταν οι καλύτερες διακοπές του. Στα απόνερα του Μακαρθισμού, ο κομμουνιστής ηθοποιός βραβεύεται στο φεστιβάλ του Σαν Φρανσίσκο για τον ρόλο του ως Κρέοντα στην Αντιγόνη. Το ταλέντο του ξεπερνούσε ωκεανούς, ξεπερνούσε ψυχρούς πολέμους. Δες αφιέρωμα στον Μάνο Κατράκη από εκπομπή της κρατικής τηλεόρασης παραγωγής 1982.
Οι τρεις γάμοι που λίγοι θυμούνται
Οι περισσότεροι συνδέουν τον Μάνο Κατράκη αποκλειστικά με τη Λίντα Άλμα. Στην πραγματικότητα, όμως, πριν από εκείνη είχε παντρευτεί δύο ακόμη φορές. Οι δύο πρώτοι γάμοι του δεν άντεξαν στον χρόνο. Ο Μάνος Κατράκης κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου βρέθηκε να πολεμά γενναία στην πρώτη γραμμή. Το 1941 που επέστρεψε στην Αθήνα, συνάντησε τρομερές δυσκολίες, όπως αντιμετώπιζαν, δηλαδή και όλοι οι Έλληνες εκείνη την περίοδο. Εκείνος ο χειμώνας ήταν ο πιο δύσκολος και σκληρός χειμώνας της γερμανικής Κατοχής. Τροφή δεν υπήρχε και οι Αθηναίοι έψαχναν φαγητό στα σκουπίδια και πέθαιναν καθημερινά στους δρόμους της πόλης.
Και η οικογένεια του Μάνου Κατράκη φυσικά και επηρεάστηκε από την όλη κατάσταση. Μάλιστα, ο ηθοποιός φρόντιζε και τη μητέρα του, την οποία αγαπούσε πολύ. Έχοντας μάλιστα ξαναπαντρευτεί, τη Νένα Βρακοτσώλη, προσπαθούσε να βρει τρόπους για το προς το ζην, ακόμη και πουλώντας τα κοστούμια του. Το χειρότερο, όμως, ήταν η εγκυμοσύνη της γυναίκας του, που δεν κατάφερε να κρατήσει από τις κακουχίες τα δίδυμα που κυοφορούσε. Τα έχασε στον όγδοο μήνα της κύησης κι ενώ ο Κατράκης είχε ξεπουλήσει τα πάντα.
Ο εθισμός στον τζόγο και οι οικονομικές δυσκολίες
Χτυπημένος από τη μοίρα και απελπισμένος, εκείνη την εποχή θα κολλήσει και με τον τζόγο, παίζοντας «31». Την πρώτη φορά κέρδισε, τις υπόλοιπες, όπως συνήθως συμβαίνει, έχασε. Χρόνια αργότερα, θα στραφεί προς τις ιπποδρομίες, ακουμπώντας τα χρήματά του στα άλογα, που υπεραγαπούσε. Μαζί με τον Βασίλη Αυλωνίτη, θα φτιάξουν ένα αχτύπητο δίδυμο στις Τζιτζιφιές. Στο κοινό έδινε πάντα την εικόνα του αυστηρού, αλύγιστου άνδρα. Εκείνου που δύσκολα άφηνε τα συναισθήματά του να φανούν. Όσοι όμως τον γνώρισαν από κοντά περιγράφουν έναν άνθρωπο ευαίσθητο, γενναιόδωρο, με χιούμορ και έντονα πάθη.
Όπως είχε δηλώσει και ο ίδιος: «Στη λέσχη αυτή παίζανε “31”. Ξέρεις η Ελλάδα είχε γεμίσει τυχερά παιχνίδια την εποχή εκείνη. Όλα τα ψαρομάγαζα, όλες οι αγορές παντού, όπου σύχναζε ο φτωχόκοσμος ήταν γεμάτα ρουλέτες και “31”. Με κρατάνε που λες στη λέσχη και με βάζουν να παίξω. Κέρδισα την πρώτη μέρα. Μετά σηκώθηκα πήγα σπίτι μου με το παραδάκι στην τσέπη. Γλυκάθηκα όμως, ξαναπήγα και κόλλησα κι εγώ στη λέσχη, όπως καταλαβαίνεις, αλλά μάλλον μου τα έτρωγε, παρά κέρδιζα. Εκεί πέρα, αλλά και σε όλες τις λέσχες της εποχής, σύχναζαν κάθε είδους άνθρωποι. Μαυραγορίτες, προδότες, καταδότες, άνθρωποι της αντίστασης που εκτελούσαν κάποια αποστολή, άνθρωποι φτωχοί και πεινασμένοι που όλες τους τις ελπίδες τις είχαν αφημένες στη θεά τύχη. Ακόμα και Γερμανοί μπαίνανε. Μια και η λέσχη δε με σήκωνε, άρχισα να σκέφτομαι με ποιο τρόπο θα ενίσχυα τον μισθό μου που, όπως σου είπα άντε να έφτανε για ένα πιάτο φαΐ…». Έτσι ξεκίνησε να πουλά για ένα διάστημα ψάρια στην αγορά. Παρότι είχε γνωρίσει μεγάλη επιτυχία, δεν κατάφερε ποτέ να συγκεντρώσει μεγάλη περιουσία. Όσα κέρδιζε, συχνά τα ξόδευε χωρίς δεύτερη σκέψη ή βοηθούσε ανθρώπους που είχαν ανάγκη. Δες μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις του στην ΕΡΤ το 1982:
Ο ίδιος αναφέρει στη βιογραφία του: «Τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα. Ο μισθός του Εθνικού Θεάτρου είχε καταντήσει ίσα- ίσα για ένα πιάτο φαΐ. Πού να φτάσει να θρέψεις, μάνα, αδελφή, γυναίκα έγκυο. Η γυναίκα μου τελικά έκανε αποβολή οκτώ μηνών, είχε δίδυμα. Αρχίσαμε να πουλάμε ότι είχαμε. Τελειώσανε και αυτά. Τώρα…»;
Η γνωριμία με την Λίντα Άλμα που του άλλαξε τη ζωή
Η Λίντα Άλμα, – “τα ωραιότερα πόδια του χορού” όπως έλεγαν όλοι όσοι την ήξεραν- που τον γνώρισε το 1955, όταν ίδρυσε το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο και τον είδε πάνω στο σανίδι, μαγεύτηκε. Όπως είχε εκμυστηρευτεί η λιγερόκορμη χορεύτρια, «με τα πρώτα λόγια που είπε, σα να χτύπησε η καρδιά μου». Ο αθεόφοβος, το προκαλούσε αυτό το σκίρτημα πάνω στη σκηνή. Αλλά για την Άλμα, προφανώς ήταν κάτι περισσότερο. Αφού θα συζήσουν για 25 χρόνια, κάνοντας εκείνη υπομονή και αντέχοντας τις παρασπονδίες του, θα παντρευτούν το 1979, σε ένα εκκλησάκι, «στις στροφές του Ευταξία», δίπλα από την Ελευσίνα, σε πολύ στενό κύκλο. Όμως και ο Κατράκης τη λάτρεψε όσο τίποτε άλλο, ενώ παραδέχθηκε ότι της έδωσε κυρίως «πίκρες», παρότι, όπως έλεγε, «τελικά πέρα από τη Λίντα δεν υπάρχει τίποτα άλλο πια. Ούτε υπήρξε, ούτε υπάρχει». Σε συνέντευξή της η ίδια έχει περιγράψει την πρώτη φορά που συναντήθηκαν: «Τον γνώρισα, όταν ίδρυε το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο, στο Πεδίο του Άρεως. Τον γνώρισα βλέποντας μια παράστασή του. (…) Δεν τον είχα ξαναδεί στο θέατρο. Έπαιζε στο Θέατρο Αθηνών το “Τέλος του ταξιδιού” του Σέριφ, μαζί με τον Κωνσταντάρα, που τον ήξερα πολύ καλά. “Έλα να δεις αυτή την παράσταση”, μου είπε. Εκεί τον πρωτοείδα. Μ’ εντυπωσίασε πολύ και σαν ηθοποιός και σαν παρουσία και θέλησα να τον γνωρίσω από κοντά. Με τα πρώτα λόγια που μου είπε, σαν να χτύπησε η καρδιά μου. Ήταν κάτι καινούριο για μένα – κι ας είχα γνωρίσει με την Πιάφ τόσους μεγάλους».
Η διαφορά ηλικίας τους ξεπερνούσε τα είκοσι χρόνια, όμως αυτό δεν στάθηκε εμπόδιο. Αντίθετα, εκείνη γοητεύτηκε από την προσωπικότητά του και εκείνος βρήκε στο πρόσωπό της έναν άνθρωπο που στάθηκε δίπλα του στις πιο δύσκολες στιγμές. Δες ένα βίντεο με το ιστορικό ζευγάρι στον χορό Γιάννη Φλερύ – Λίντα Άλμα από την ταινία της Φίνος Φιλμ “Χαρούμενο ξεκίνημα” το 1954:
Όσοι τους έζησαν από κοντά μιλούσαν για ένα ζευγάρι που δεν χρειαζόταν πολλά λόγια. Η σχέση τους βασίστηκε στον αλληλοσεβασμό, στη φροντίδα και στην απόλυτη εμπιστοσύνη. Το ζευγάρι έζησε πολλά σκαμπανεβάσματα, η αμοιβαία αγάπη, όμως, παρέμεινε ζωντανή και τους κρατούσε δεμένους, έως το 1984 που ο Μάνος Κατράκης έφυγε από τη ζωή χτυπημένος από τον καρκίνο.
«Ήταν όλος ο κόσμος μου»
Ο Μάνος Κατράκης σπάνια μιλούσε δημόσια για την προσωπική του ζωή. Όταν όμως αναφερόταν στη Λίντα Άλμα, τα λόγια του ήταν συγκλονιστικά. Είχε δηλώσει ότι η σύντροφός του είχε γίνει για εκείνον τα πάντα: οικογένεια, φίλη, σύντροφος και στήριγμα. Ήταν η γυναίκα που στάθηκε δίπλα του στις δύσκολες εποχές των διώξεων, της επαγγελματικής αβεβαιότητας και αργότερα της ασθένειας. Ο Μάνος Κατράκης, αναφέρει στη βιογραφία του για την Άλμα: «Η Λίντα αντικατέστησε ό,τι είναι δυνατόν να υπάρξει αγαπημένο σ’ έναν άνθρωπο. Μάνα. Πατέρα. Ερωμένη. Σύζυγο. Φιλενάδα. Θύμα. Τι να σου πω. Υπηρέτη. Αφέντη. Τι να σου πω. Δηλαδή, δε νομίζω ότι βρίσκονται εύκολα τέτοιοι άνθρωποι. Είναι ένα πλάσμα άλλου κόσμου! […] Εγώ της έδωσα μάλλον πίκρες. Όμως, τη λατρεύω. Και τελικά πέρα από τη Λίντα δεν υπάρχει τίποτα άλλο πια. Ούτε υπήρξε, ούτε υπάρχει. Κι αυτό από τον πρώτο καιρό που την γνώρισα». Δες σκηνή από την ταινία “Με φόβο και πάθος” το 1972 με τους Νίκο Κούρκουλο και Ελένη Ερήμου:
Η γενναιοδωρία που έγινε θρύλος
Πολλοί συνάδελφοί του έχουν περιγράψει έναν άνθρωπο που δεν μπορούσε να πει «όχι» όταν κάποιος του ζητούσε βοήθεια. Δεν ήταν λίγες οι φορές που δάνειζε χρήματα γνωρίζοντας ότι πιθανότατα δεν θα του επιστρέφονταν ποτέ. Άλλοτε πλήρωνε αθόρυβα τα έξοδα ανθρώπων του θεάτρου που περνούσαν δύσκολες στιγμές, χωρίς να το μάθει κανείς. Για τον ίδιο, η αξιοπρέπεια είχε μεγαλύτερη αξία από τα χρήματα.
Η τραγική απώλεια που δεν ξεπέρασε ποτέ
Παρότι ο Μάνος Κατράκης και η Λίντα Άλμα ονειρεύονταν να αποκτήσουν οικογένεια, η ζωή είχε διαφορετικά σχέδια. Η Λίντα Άλμα αποκάλυψε χρόνια αργότερα ότι είχε μείνει έγκυος σε δίδυμα παιδιά. Η εγκυμοσύνη όμως δεν εξελίχθηκε όπως περίμεναν και το ζευγάρι έχασε τα μωρά. Ήταν μία από τις μεγαλύτερες προσωπικές δοκιμασίες που βίωσαν μαζί. Εκείνος δεν μιλούσε σχεδόν ποτέ γι’ αυτό δημόσια. Οι άνθρωποι όμως του στενού τους περιβάλλοντος έλεγαν ότι η απώλεια αυτή τους σημάδεψε και τους ένωσε ακόμη περισσότερο. Δες μια μεγάλη κινηματογραφική σκηνή από το έργο “Τα χρόνια της θύελλας” και μια συγκλονιστική ερμηνεία του το 2012:
Οι ταινίες που τον έκαναν αθάνατο
Ο Μάνος Κατράκης δεν υπήρξε απλώς ένας δημοφιλής ηθοποιός. Συνεργάστηκε με τους σημαντικότερους Έλληνες και ξένους σκηνοθέτες και πρωταγωνίστησε σε έργα που θεωρούνται πλέον κλασικά. Ανάμεσα στις πιο σημαντικές κινηματογραφικές στιγμές της καριέρας του ξεχωρίζουν οι ταινίες: «Συνοικία το Όνειρο», «Ηλέκτρα», «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται», «Ταξίδι στα Κύθηρα», «Αλέξης Ζορμπάς», συμμετοχή σε διεθνή παραγωγή, «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο». Δες βίντεο από την μεγάλη παράσταση του Εθνικού Θεάτρου “Οιδίπους Τύραννος” που έκανε παγκόσμια περιοδεία και είχε παντού αποθεωτική υποδοχή. Η μαγνητοσκόπησή της έγινε το 1974 στην Ιαπωνία με τους Μάνο Κατράκη, Αλέκα Κατσέλη:
Κάθε ρόλος του είχε κάτι κοινό: μια σπάνια αλήθεια. Δεν υποδυόταν τους ήρωες. Τους ζούσε. Δες σκηνή από την ταινία “Ιστορίες μιας ζωής” με την Τασσώ Καββαδία και την Ζωή Λάσκαρη:
Η συνεργασία με τους μεγαλύτερους δημιουργούς
Στην πολύχρονη πορεία του συνεργάστηκε με κορυφαίες προσωπικότητες του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου. Οι συνάδελφοί του έλεγαν ότι ήταν απαιτητικός στις πρόβες, αλλά ποτέ προσβλητικός. Δεν ανεχόταν την προχειρότητα, πρώτα απ’ όλα από τον ίδιο του τον εαυτό. Πίστευε ότι ο ηθοποιός οφείλει να σέβεται το κοινό και να ανεβαίνει στη σκηνή μόνο όταν έχει πραγματικά κάτι να πει.
Οι συγκλονιστικές εξομολογήσεις του
Σε συνεντεύξεις του μιλούσε με απλότητα για τη ζωή. Έλεγε ότι δεν φοβήθηκε ποτέ τη φτώχεια, γιατί τη γνώρισε από παιδί. Δεν μετάνιωσε ποτέ που δεν υπέγραψε δήλωση μετανοίας, παρά το γεγονός ότι αυτό του στέρησε χρόνια δημιουργίας. Πίστευε ότι ο άνθρωπος πρέπει να μένει πιστός στις αξίες του, ακόμη κι όταν το τίμημα είναι βαρύ.
Ίσως γι’ αυτό πολλοί τον χαρακτήριζαν όχι μόνο μεγάλο ηθοποιό, αλλά και μεγάλο σαν άνθρωπο. “Θαρρώ πως κάτι ακόμα θα κάνω πριν τελειώσει ολότελα η ζωή μου για αυτό που υπηρετώ. Είναι φυσικό οι δυνάμεις του ανθρώπου να αντέχουν ως ένα σημείο. Διαμαρτύρομαι έντονα που έδωσαν το θέατρό μου στο Πεδίον του Άρεως αυτό που δημιούργησα εγώ. Σέβομαι τον καλλιτέχνη που το πήρε, τον σέβομαι σαν καλλιτέχνη αλλά δεν τον σέβομαι σαν άνθρωπο” έλεγε σε μια συνέντευξή του στην ΕΡΤ το 1982 που είχε δώσει μέσα από το σπίτι του:
Για την ιστορία να πούμε ότι το 1955, ο Μάνος Κατράκης ίδρυσε το «Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο» στο Πεδίον του Άρεως. Το 1967 η τελευταία παράσταση (Γκόλφω) παίχτηκε το καλοκαίρι. Η χούντα αφαίρεσε την άδεια λειτουργίας του θεάτρου και το έκλεισε. Το 1975 – 1976, ο χώρος παραχωρήθηκε στην Αλίκη Βουγιουκλάκη, η οποία ανακαίνισε το θέατρο και ανέβασε παραστάσεις από το καλοκαίρι του 1976.
Η μάχη με τον καρκίνο
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ο Μάνος Κατράκης διαγνώστηκε με καρκίνο στον πνεύμονα. Η συνεχής καταπόνηση του οργανισμού του δημιούργησε με τον καιρό προβλήματα και η υγεία του εξασθένησε. Μανιώδης καπνιστής, σχεδόν μέχρι το τέλος της ζωής του, αρνήθηκε να ακολουθήσει αυστηρό πρόγραμμα θεραπείας. Έτσι, λίγο μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων της τελευταίας ταινίας, στην οποία πρωταγωνίστησε -το “Ταξίδι στα Κύθηρα” με σκηνοθέτη τον Θόδωρο Αγγελόπουλο- άφησε την τελευταία του πνοή στις 2 Σεπτεμβρίου του 1984, σε ηλικία 76 ετών. Μέχρι το τέλος της ζωής του ήταν μέλος του ΚΚΕ. Κηδεύτηκε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. “Ταξίδι στα Κύθηρα” του Θόδωρου Αγγελόπουλου: Μια σκηνή, που δεν ξέρεις ποια λόγια, είναι πιο βαριά. Αυτά που λέγονται, η, αυτά που δεν λέγονται!
Παρεμπιπτόντως, το “Ταξίδι στα Κύθηρα” υπήρξε το κύκνειο άσμα και για τους δύο τεράστιους ηθοποιούς που πρωταγωνιστούν στη συγκεκριμένη σκηνή. Ο Μάνος Κατράκης, πάντως, πρόλαβε να δει την ταινία στις αίθουσες, σε αντίθεση με τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο, ο οποίος έφυγε 8 ημέρες πριν την πρεμιέρα της στη μεγάλη οθόνη – η ταινία βγήκε πιθανώς όχι τυχαία στις ελληνικές αίθουσες στις 21 Απρίλη 1984.
Οι συνεργάτες του θυμούνται ότι δεν ήθελε ποτέ να προκαλεί οίκτο. Αντίθετα, προσπαθούσε να διατηρεί το χιούμορ και την αξιοπρέπειά του ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές. Σαν προφητική ακούγεται η σκηνή από την ταινία “Ταξίδι στα Κύθηρα”. Ο γέρος μιλάει στον θάνατο γιατί νιώθει κοντά του την ανάσα του. Λίγους μήνες μετά από την ολοκλήρωση της ταινίας ο Κατράκης θα αφήσει την τελευταία του πνοή:
Η είδηση του θανάτου του βύθισε στο πένθος τον καλλιτεχνικό κόσμο. Χιλιάδες άνθρωποι συνόδευσαν τον σπουδαίο ηθοποιό στην τελευταία του κατοικία, αποχαιρετώντας όχι μόνο έναν κορυφαίο καλλιτέχνη, αλλά έναν άνθρωπο που έζησε με συνέπεια απέναντι στις αρχές του.
Η κληρονομιά που άφησε
Περισσότερα από σαράντα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Μάνος Κατράκης εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς. Δες ένα βίντεο αφιερωματικό στην διαδρομή του μεγάλου ηθοποιού:
Οι ταινίες του προβάλλονται ακόμη, οι θεατρικές του ερμηνείες διδάσκονται και οι νεότεροι ηθοποιοί συνεχίζουν να τον αναφέρουν ως πρότυπο. Γιατί ο Μάνος Κατράκης δεν άφησε πίσω του μόνο αξέχαστους ρόλους. Άφησε το παράδειγμα ενός ανθρώπου που προτίμησε να πληρώσει το τίμημα των επιλογών του παρά να προδώσει όσα πίστευε. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο έργο της ζωής του. Δες βίντεο από την ταινία “Η ώρα της αλήθειας” το 1969 με τον Βύρωνα Πάλλη και την Αφροδίτη Γρηγοριάδου:




">
">
">
">
">
">
">
">