Η ιστορία ξεκίνησε στην Καβάλα, στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Ένας εργολάβος οικοδομών και παλαίμαχος ποδοσφαιριστής προσπαθούσε τότε να σταθεί ξανά στα πόδια του μετά τον θάνατο της συζύγου του σε τροχαίο δυστύχημα.

Είχε μείνει μόνος με τέσσερα παιδιά και το βάρος της οικογένειας είχε περάσει αποκλειστικά στους δικούς του ώμους.

Εκείνη την περίοδο γνώρισε την 20χρονη φοιτήτρια Ανδρομάχη. Τα σπίτια τους βρίσκονταν κοντά και η γνωριμία τους εξελίχθηκε σε σχέση. Όταν όμως ο άνδρας αποφάσισε να βάλει τέλος σε αυτή, τα πράγματα πήραν διαφορετική τροπή.

Περιπολικό
Eurokinissi

Η απόρριψη και η απειλή που προηγήθηκε

Ο άνδρας φέρεται να ξεκαθάρισε στην Ανδρομάχη ότι δεν επιθυμούσε να συνεχίσει την εν λόγω σχέση καθώς οι οικογενειακές του υποχρεώσεις και τα τέσσερα παιδιά του βρίσκονταν σε πρώτο πλάνο.

Η νεαρή γυναίκα, σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά αργότερα, δεν αποδέχθηκε εύκολα την απόφασή του.

Η επιμονή άρχισε να δίνει τη θέση της σε απειλητικές κουβέντες. Μία από αυτές θα έμενε χαραγμένη στην υπόθεση: «Θα σε χτυπήσω εκεί που πονάς».

Η φράση θεωρήθηκε αρχικά ακόμη μία έκρηξη θυμού. Στη συνέχεια, όμως, απέκτησε εντελώς διαφορετική διάσταση. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που παρουσιάστηκαν για την υπόθεση, η Ανδρομάχη άρχισε να παρακολουθεί τον 7χρονο Νικόλα, έναν από τους γιους του άνδρα.

Για περίπου δέκα βράδια φέρεται να βρισκόταν έξω από το σχολείο του παιδιού. Παρατηρούσε τις ώρες προσέλευσης και αποχώρησής του.

Την ίδια στιγμή, μία φίλη της είχε ενημερώσει τις Αρχές για όσα η νεαρή γυναίκα φέρεται να της είχε εκμυστηρευτεί. Η Αστυνομία την κάλεσε και της έκανε συστάσεις. Παρ’ όλα αυτά, η εξέλιξη που ακολούθησε ήταν η χειρότερη δυνατή.

Καβάλα: Η δολοφονία του 7χρονου Νικόλα

Στις αρχές Οκτωβρίου του 1989, η Ανδρομάχη είχε προμηθευτεί έναν σουγιά. Στη συνέχεια περίμενε έξω από το δημοτικό σχολείο, κρυμμένη ανάμεσα σε σταθμευμένα αυτοκίνητα. Λίγο πριν από τις 7 το απόγευμα, ο Νικόλας βγήκε από το σχολείο μαζί με έναν συμμαθητή του και τότε η 20χρονη επιτέθηκε στο παιδί.

Ο 7χρονος τραυματίστηκε θανάσιμα και έπεσε αιμόφυρτος, ενώ η νεαρή γυναίκα απομακρύνθηκε από το σημείο με τα πόδια.

Η συμπεριφορά της μετά την επίθεση αποτέλεσε ένα από τα στοιχεία που προκάλεσαν ιδιαίτερη αίσθηση. Περπάτησε περίπου δύο χιλιόμετρα και έφτασε σε κατάστημα. Εκεί πλύθηκε και, σύμφωνα με όσα καταγράφηκαν για την υπόθεση, πέταξε τον ματωμένο σουγιά σε υπόνομο.

Στον ιδιοκτήτη του καταστήματος φέρεται να είπε ότι «τσακώθηκε με έναν νεαρό». Την επόμενη ημέρα, όταν άρχισαν να γίνονται γνωστές οι λεπτομέρειες της δολοφονίας, ο καταστηματάρχης αντιλήφθηκε ποια γυναίκα είχε βρεθεί μπροστά του.

Περιπολικό
Φωτογραφία: Βασίλης Παπαδόπουλος/Eurokinissi

Η στάση της φόνισσας στην ανάκριση

Μετά τη σύλληψή της, η Ανδρομάχη αρνούνταν την εμπλοκή της. Ωστόσο, οι αστυνομικοί είχαν πλέον στα χέρια τους στοιχεία και μαρτυρίες. Εκείνη, ωστόσο, εμφανιζόταν ψύχραιμη και επέμενε στην άρνησή της.

Ακόμη πιο έντονο ενδιαφέρον προκάλεσαν όσα ακούστηκαν αργότερα στη δικαστική αίθουσα.

Οι απαντήσεις της αρκετές φορές δεν είχαν συνοχή. Μεταξύ άλλων είχε πει: «Λυπάμαι γιατί έχασα τον φίλο μου το φίδι… Με έφεραν εδώ από το μοναστήρι».

Η ψυχική της κατάσταση βρέθηκε στο επίκεντρο τόσο της ανάκρισης όσο και της δίκης.

Η αποκάλυψη του πατέρα της για τα δύσκολα χρόνια της Ανδρομάχης

Καθοριστική ήταν και η κατάθεση του πατέρα της Ανδρομάχης.

Όπως αποκάλυψε, η νεαρή γυναίκα ήταν υιοθετημένη. Η ίδια έμαθε την αλήθεια σε ηλικία 17 ετών.

Κατά τον πατέρα της, από εκείνο το χρονικό σημείο άρχισαν να παρουσιάζονται σημαντικές αλλαγές στη συμπεριφορά της.

Μιλούσε για παραισθήσεις, απομονωνόταν και υποστήριζε ότι έβλεπε φίδια ακόμη και μέσα στο κρεβάτι της.

Η οικογένεια είχε αντιληφθεί ότι υπήρχε σοβαρό ζήτημα. Ωστόσο, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν αργότερα, ούτε το οικογενειακό περιβάλλον ούτε οι γιατροί κατάφεραν να ανακόψουν την πορεία της κατάστασής της.

Η δίκη στην Κομοτηνή και η απόφαση

Η υπόθεση έφτασε στο δικαστήριο τον Μάρτιο του 1991, στην Κομοτηνή.

Η Ανδρομάχη κρίθηκε ένοχη για τη δολοφονία του μικρού Νικόλα.

Το δικαστήριο έλαβε, ωστόσο, υπόψη την ψυχιατρική της κατάσταση και το γεγονός ότι δεν θεωρήθηκε πως είχε πλήρη έλεγχο των πράξεών της.

Της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης, ενώ αποφασίστηκε και ο εγκλεισμός της σε ψυχιατρικό ίδρυμα.

Η αντίδρασή της μετά την ανακοίνωση της απόφασης έμεινε επίσης στην ιστορία της υπόθεσης. Χαμογέλασε και είπε: «Επιτέλους θα ηρεμήσω».

Για την οικογένεια του 7χρονου Νικόλα, όμως, καμία δικαστική απόφαση δεν μπορούσε να αλλάξει όσα είχαν συμβεί.

Ένα παιδί έχασε τη ζωή του επειδή βρέθηκε στο επίκεντρο μιας εκδίκησης που δεν το αφορούσε. Και η υπόθεση της Καβάλας παρέμεινε επί δεκαετίες συνδεδεμένη με μία από τις πιο ακραίες εκφάνσεις εγκληματικής εμμονής που γνώρισε η χώρα.