Σχεδόν τρεις δεκαετίες έχουν περάσει από ένα έγκλημα που συγκλόνισε την Ελλάδα και για χρόνια απασχολούσε πρωτοσέλιδα, τηλεοπτικές εκπομπές και δικαστικές αίθουσες. Ήταν 22 Ιουλίου 1997 όταν ο αρχιμανδρίτης Άνθιμος Ελευθεριάδης έπεφτε νεκρός από τα πυρά της Κάτιας Γιαννακοπούλου, της γυναίκας με την οποία διατηρούσε επί χρόνια μια κρυφή και θυελλώδη σχέση.
Πίσω από τη δολοφονία υπήρχε μια ολόκληρη ιστορία πάθους, εξάρτησης, χρημάτων, ζήλιας και συνεχών συγκρούσεων. Μια σχέση που είχε ξεκινήσει μέσα από την Εκκλησία, εξελίχθηκε σε παράνομο δεσμό και, όταν ο ένας από τους δύο θέλησε να βάλει τέλος, οδηγήθηκε σε μια ακραία και μη αναστρέψιμη κατάληξη. Η υπόθεση της Κάτιας Γιαννακοπούλου και του Άνθιμου Ελευθεριάδη έμελλε να μείνει στην ιστορία του ελληνικού αστυνομικού ρεπορτάζ, όχι μόνο λόγω του εγκλήματος, αλλά και λόγω όσων αποκαλύφθηκαν στη συνέχεια για τα χρόνια που είχαν προηγηθεί.
Από την εξομολόγηση στον κρυφό δεσμό
Πριν γνωρίσει τον αρχιμανδρίτη, η Κάτια Γιαννακοπούλου ζούσε μια φαινομενικά συνηθισμένη οικογενειακή ζωή. Ήταν παντρεμένη, είχε αποκτήσει έναν γιο και εργαζόταν ως πλασιέ ειδών δώρου. Η καθημερινότητά της μοιραζόταν ανάμεσα στο σπίτι, την οικογένεια και την εργασία της. Η ίδια, ωστόσο, φέρεται να αισθανόταν ότι είχε εγκλωβιστεί σε μια μονότονη πραγματικότητα. Αναζητώντας έναν άνθρωπο στον οποίο θα μπορούσε να μιλήσει για όσα την απασχολούσαν, ακολούθησε τη συμβουλή μιας φίλης της και επισκέφθηκε την Παναγίτσα στο Παλαιό Φάληρο. Εκεί γνώρισε τον αρχιμανδρίτη Άνθιμο Ελευθεριάδη. Η φίλη της τον είχε περιγράψει ως έναν ιδιαίτερα χαρισματικό κληρικό, ο οποίος άκουγε τους ανθρώπους και προσπαθούσε να τους βοηθήσει με τα προβλήματά τους.
Αρχικά, η επαφή τους περιορίστηκε στο πλαίσιο της εξομολόγησης. Η Γιαννακοπούλου άρχισε να τον επισκέπτεται συχνότερα και, σύμφωνα με όσα θα υποστήριζε αργότερα, αισθανόταν ότι είχε βρει στον αρχιμανδρίτη έναν άνθρωπο που μπορούσε να την καταλάβει. Η σχέση τους, όμως, σταδιακά άλλαξε χαρακτήρα. Κατά τη δική της αφήγηση, η πρώτη ερωτική προσέγγιση έγινε όταν ο Άνθιμος την προσκάλεσε στο διαμέρισμά του. Εκεί, αφού συζήτησαν για θέματα που αφορούσαν την πίστη και την Εκκλησία, η κουβέντα στράφηκε στον έρωτα.

«Μια μέρα με κάλεσε σπίτι του, όπου μιλήσαμε για πολλά, κυρίως γύρω από τη θρησκεία και την Εκκλησία. Αμέσως μετά άρχισε να μου μιλάει για τον έρωτα. Εκείνη την ώρα με φίλησε για πρώτη φορά και μάλιστα αυτό το φιλί στο στόμα κράτησε για πολλή ώρα», είχε περιγράψει χρόνια αργότερα η ίδια. Από εκείνο το σημείο άρχισε ένας παράνομος δεσμός που θα κρατούσε χρόνια.
Μία από τις πιο χαρακτηριστικές λεπτομέρειες που έγιναν γνωστές αργότερα αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο η Γιαννακοπούλου προσπαθούσε να αντιμετωπίσει τις ενοχές της. Παρότι είχε ήδη αναπτυχθεί ερωτική σχέση μεταξύ τους, συνέχιζε να πηγαίνει στον ίδιο τον Άνθιμο για να εξομολογηθεί. Σε μία περίπτωση φέρεται να του εξομολογήθηκε ότι, ενώ ήταν παντρεμένη, είχε φιλήσει άλλον άνδρα, τον ίδιο. Εκείνος, σύμφωνα με όσα υποστήριξε η ίδια, της απάντησε ότι οι άνθρωποι έχουν αδυναμίες και της έδωσε συγχώρεση. Η κατάσταση αυτή αποτύπωνε την εξαιρετικά περίπλοκη σχέση που είχε δημιουργηθεί ανάμεσά τους: ο Άνθιμος ήταν ταυτόχρονα ο πνευματικός της και ο άνθρωπος με τον οποίο διατηρούσε κρυφό δεσμό. Όσο περνούσε ο χρόνος, τα αισθήματα της Γιαννακοπούλου γίνονταν, όπως η ίδια περιέγραψε, όλο και πιο έντονα. «Με τράβαγε κοντά του σαν μαγνήτης. Συνέβαινε κάτι το ανεξήγητο», είχε πει αργότερα.
Τα εκατομμύρια δραχμές που του έδινε κρυφά
Στην υπόθεση σημαντικό ρόλο έπαιξαν και τα χρήματα. Σύμφωνα με όσα κατέθεσε η Κάτια Γιαννακοπούλου στις Αρχές, κατά τη διάρκεια της σχέσης τους ο αρχιμανδρίτης τής ζητούσε οικονομική βοήθεια για έργα και επενδύσεις που, όπως της έλεγε, σχετίζονταν με την Εκκλησία. Η ίδια φέρεται να έβγαζε χρήματα από τον οικογενειακό λογαριασμό χωρίς να το γνωρίζει ο σύζυγός της και να τα παραδίδει στον Άνθιμο. Το ποσό που υποστήριξε ότι του είχε δώσει συνολικά ξεπερνούσε τα 27 εκατομμύρια δραχμές, ένα τεράστιο ποσό για την εποχή. Μάλιστα, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της, ένα σημαντικό μέρος των χρημάτων δόθηκε όταν ο αρχιμανδρίτης τής είπε ότι είχε δει σε όνειρό του την Παναγία και ότι έπρεπε να πραγματοποιήσει ένα μεγάλο και δαπανηρό έργο.

Παράλληλα, υπήρχε ένα ιδιωτικό έγγραφο που είχε υπογράψει ο Άνθιμος, το οποίο δεν αποτελούσε επίσημη διαθήκη, αλλά εξέφραζε την επιθυμία του μετά τον θάνατό του να περάσει στη Γιαννακοπούλου το διαμέρισμα στη Νέα Σμύρνη όπου πραγματοποιούνταν αρκετές από τις συναντήσεις τους.
Η μετάθεση στο Λονδίνο και τα ταξίδια-αστραπή
Η ισορροπία της σχέσης άρχισε να διαλύεται το 1994. Ο Άνθιμος απομακρύνθηκε από την εκκλησία στο Παλαιό Φάληρο και, προς το τέλος εκείνης της χρονιάς, μετατέθηκε στο Λονδίνο. Για την Γιαννακοπούλου, όμως, η απόσταση δεν αποτέλεσε αρχικά εμπόδιο. Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά για την υπόθεση, πραγματοποιούσε ακόμη και αυθημερόν ταξίδια στη βρετανική πρωτεύουσα: έφευγε από την Αθήνα με πρωινή πτήση και επέστρεφε το ίδιο βράδυ. Στον σύζυγό της φέρεται να δικαιολογούσε τις πολύωρες απουσίες της επικαλούμενη επαγγελματικές υποχρεώσεις. Η φυσική απόσταση, ωστόσο, άρχισε να αλλάζει τη μεταξύ τους δυναμική. Η Γιαννακοπούλου προσπαθούσε να διατηρήσει τον δεσμό τους, όμως ο Άνθιμος φέρεται να επιθυμούσε πλέον την απομάκρυνσή τους. Κάποια στιγμή της ξεκαθάρισε ότι ήθελε να τελειώσει η σχέση. Εκείνη αρνήθηκε να δεχτεί το τέλος.
Οι απειλές και οι ηχογραφήσεις
Από εκείνο το σημείο η κατάσταση άρχισε να ξεφεύγει. Η επιμονή της Γιαννακοπούλου έγινε εντονότερη, ενώ σύμφωνα με όσα αποκαλύφθηκαν αργότερα είχε φτάσει ακόμη και στο σημείο να καταγράφει ερωτικές στιγμές τους, χρησιμοποιώντας τις ηχογραφήσεις ως μέσο πίεσης προς τον αρχιμανδρίτη. Η καθοριστική ρήξη ήρθε τον Σεπτέμβριο του 1996.
Ο Άνθιμος επέστρεψε προσωρινά στην Ελλάδα για να ψηφίσει, όμως δεν επικοινώνησε μαζί της. Για την Γιαννακοπούλου αυτή η συμπεριφορά θεωρήθηκε η οριστική επιβεβαίωση ότι εκείνος είχε αποφασίσει να τη βγάλει από τη ζωή του. Τον πίεσε να συναντηθούν για τελευταία φορά, διαβεβαιώνοντάς τον ότι στη συνέχεια δεν θα τον ενοχλούσε ξανά. Ο αρχιμανδρίτης τελικά συμφώνησε.
Η συνάντηση έγινε στο διαμέρισμά του στη Νέα Σμύρνη, όμως αντί για έναν ήρεμο αποχαιρετισμό ακολούθησε σφοδρός καβγάς. Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, η Γιαννακοπούλου τον τραυμάτισε ελαφρά στον λαιμό με μαχαίρι. Μετά από αυτό το περιστατικό, ο Άνθιμος φέρεται να αποφάσισε ότι δεν θα είχε καμία απολύτως επαφή μαζί της.
Η απόφαση να τον σκοτώσει
Η στάση του αρχιμανδρίτη έγινε πλέον απόλυτη. Δεν απαντούσε στις προσπάθειές της να επικοινωνήσει μαζί του και, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν για την υπόθεση, όταν τύχαινε να σηκώσει το τηλέφωνο και άκουγε τη φωνή της, προσποιούνταν ακόμη και ότι δεν την γνώριζε. Η απόρριψη αυτή φαίνεται πως αποτέλεσε σημείο καμπής. Η Κάτια Γιαννακοπούλου αποφάσισε να αγοράσει όπλο. Μετέβη στην περιοχή της Ομόνοιας και προμηθεύτηκε ένα πιστόλι, για το οποίο φέρεται να κατέβαλε 480.000 δραχμές. Όταν πληροφορήθηκε ότι ο Άνθιμος είχε επιστρέψει ξανά στην Αθήνα, έκανε ακόμη μία προσπάθεια να τον συναντήσει. Πήγε χωρίς να έχει προσκληθεί στο σπίτι του και χτύπησε την πόρτα. Η αντίδρασή του ήταν έντονη.
«Δεν ντρέπεσαι λίγο; Πήγαινε στον άντρα σου και το παιδί σου. Εξαφανίσου από εδώ αλλιώς θα καλέσω την αστυνομία», φέρεται να της είπε. Για την ίδια, αυτή ήταν η τελική ταπείνωση.
22 Ιουλίου 1997: Η ενέδρα και οι οκτώ πυροβολισμοί

Το επόμενο πρωί, στις 22 Ιουλίου 1997, η Γιαννακοπούλου περίμενε τον αρχιμανδρίτη έξω από το σπίτι του, στην οδό Φιλαδελφείας. Όταν τον είδε να εμφανίζεται, τον πλησίασε. Μέσα στην τσάντα της είχε το πιστόλι που είχε αγοράσει. Το έβγαλε και άνοιξε πυρ.
Ο Άνθιμος Ελευθεριάδης δέχθηκε συνολικά οκτώ πυροβολισμούς, δύο από τους οποίους στο κεφάλι. Η επίθεση ήταν θανατηφόρα και ο αρχιμανδρίτης έπεσε νεκρός. Μια σχέση ετών είχε τελειώσει με τον πιο βίαιο τρόπο. Η δράστις μπήκε αμέσως μετά σε αυτοκίνητο που ανήκε στον κουνιάδο της και απομακρύνθηκε από το σημείο. Δεν είχε υπολογίσει, όμως, τους αυτόπτες μάρτυρες. Κάποιοι από αυτούς κατάφεραν να συγκρατήσουν τον αριθμό κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, δίνοντας στους αστυνομικούς ένα κρίσιμο στοιχείο που τους επέτρεψε να φτάσουν γρήγορα στα ίχνη της.
Τις ώρες που ακολούθησαν η Γιαννακοπούλου εγκατέλειψε το αυτοκίνητο και ξεφορτώθηκε το όπλο. Ακολούθησε μια παράξενη περιπλάνηση στην Αθήνα. Πέρασε μία νύχτα μέσα σε οικοδομή στην Καλλιθέα, μετακινήθηκε με ποδήλατο και περιφερόταν χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, ενώ στο μεταξύ οι Αρχές την αναζητούσαν. Η φυγή της κράτησε τρεις ημέρες. Τελικά κατέληξε στο μοναστήρι της Παναγίας Γοργοεπηκόου στη Μάνδρα. Εκεί αποφάσισε να μιλήσει. Εξομολογήθηκε σε μοναχή όσα είχαν συμβεί και αποκάλυψε ότι εκείνη είχε σκοτώσει τον αρχιμανδρίτη. Λίγο αργότερα ειδοποιήθηκε η Ελληνική Αστυνομία και η Γιαννακοπούλου παραδόθηκε στις Αρχές.
«Τον αγαπούσα ακόμα και την ώρα που τον σκότωνα». Οι πρώτες δηλώσεις της μετά τη σύλληψή της προκάλεσαν τεράστια αίσθηση. Δεν αρνήθηκε ότι είχε σκοτώσει τον Άνθιμο. Αντίθετα, περιέγραψε έναν έρωτα που, όπως υποστήριζε, εξακολουθούσε να αισθάνεται ακόμη και τη στιγμή που τον πυροβολούσε. «Τον αγαπούσα ακόμα και την ώρα που τον σκότωνα. Ακόμη τον αγαπώ. Έκανα ότι έκανα για την τιμή τη δική μου και της οικογένειάς μου, που την είχα καταρρακώσει. Μακάρι να μην περάσει καμιά γυναίκα αυτό που πέρασα εγώ. Να μη βρεθεί στο σημείο να αγαπήσει όπως εγώ, τόσο απόλυτα, τόσο ολοκληρωτικά, τόσο τρελά», είχε πει στους αστυνομικούς. Ακόμη πιο φορτισμένη ήταν η απολογία της ενώπιον του ανακριτή.
«Αν ήταν δυνατόν να τον αναστήσω με πέντε φιλιά ποτισμένα από το αίμα της μετανιωμένης μου καρδιάς θα το είχα ήδη κάνει. Θα αισθάνομαι πάντα τύψεις. Το μόνο που ελπίζω είναι να με καταλάβει ο Θεός. Όσο και αν ζήσω, δεν είναι δυνατό να ξεχάσω ότι αφαίρεσα τη ζωή ενός παιδιού του Θεού. Ελπίζω να με συγχωρέσει. Δεν μπορώ όμως και να ξεχάσω τι μου πρόσφεραν ο άνδρας και το παιδί μου. Ό,τι και αν κάνω, θα είναι ελάχιστο μπροστά σε αυτό που μου έδωσαν εκείνοι».

Ο σύζυγος και ο γιος της παρέμειναν στο πλευρό της
Ένα από τα στοιχεία που είχαν προκαλέσει ιδιαίτερη εντύπωση στην κοινή γνώμη ήταν η στάση της οικογένειάς της. Παρά την αποκάλυψη της πολύχρονης παράνομης σχέσης και παρά το έγκλημα που ακολούθησε, ο σύζυγος και ο γιος της βρέθηκαν στο πλευρό της κατά τη διάρκεια της δικαστικής περιπέτειας. Σε πρώτο βαθμό, η Κάτια Γιαννακοπούλου καταδικάστηκε σε κάθειρξη 20 ετών. Το δικαστήριο της αναγνώρισε το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, καθώς και εκείνο που συνδεόταν με την ανάρμοστη συμπεριφορά του θύματος. Η υπόθεση, όμως, δεν έκλεισε εκεί.
Στο Εφετείο τα δεδομένα άλλαξαν δραματικά. Τα ελαφρυντικά δεν έγιναν δεκτά και οι δικαστές έκριναν ότι η Γιαννακοπούλου είχε ενεργήσει σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και παρακινούμενη από τον εγωισμό της. Η ποινή μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη. Όταν άκουσε την απόφαση, κατέρρευσε. «Πείτε στον Γιώργο, τον άνδρα μου, να συνεχίσει με ή χωρίς εμένα. Για τον γιο μας», ήταν η φράση που αποδόθηκε στην ίδια εκείνες τις δραματικές στιγμές.
Η Κάτια Γιαννακοπούλου πέρασε συνολικά 16 χρόνια στη φυλακή. Τον Αύγουστο του 2013, σε ηλικία 58 ετών, αποφυλακίστηκε και επέστρεψε στην ελεύθερη ζωή. Είχαν περάσει τότε δεκαέξι χρόνια από εκείνο το πρωινό του Ιουλίου του 1997 που ο Άνθιμος Ελευθεριάδης έπεσε νεκρός και μία μυστική σχέση που είχε διαρκέσει χρόνια αποκαλύφθηκε με τον πλέον τραγικό τρόπο.
Η ιστορία της Κάτιας Γιαννακοπούλου και του αρχιμανδρίτη έμεινε χαραγμένη στη συλλογική μνήμη ως μία από τις υποθέσεις που συνδύασαν σχεδόν όλα τα στοιχεία που μπορούσαν να προκαλέσουν τεράστιο δημόσιο ενδιαφέρον: έναν απαγορευμένο έρωτα, την Εκκλησία, έναν γάμο που αγνοούσε για χρόνια όσα συνέβαιναν, μεγάλα χρηματικά ποσά, ταξίδια στο εξωτερικό, απειλές, απόρριψη και τελικά μια προμελετημένη ένοπλη επίθεση. Και κυρίως, μια φράση της ίδιας της Γιαννακοπούλου που έμεινε άρρηκτα συνδεδεμένη με την υπόθεση: ότι εξακολουθούσε να αγαπά τον άνθρωπο που πυροβολούσε ακόμη και την ώρα που του αφαιρούσε τη ζωή.




">
">
">
">
">
">
">
">