Για μία ολόκληρη γενιά τηλεθεατών ήταν απλώς η θεία Αιμιλία. Η τυφλή θεία της οικογένειας Μπεζεντάκου στο «Είσαι το ταίρι μου», που μπορεί να μην έβλεπε όσα συνέβαιναν γύρω της, αλλά έμοιαζε να καταλαβαίνει περισσότερα από όλους τους υπόλοιπους. Ένας μικρός σε έκταση, αλλά τόσο χαρακτηριστικός ρόλος, που περισσότερα από δύο δεκαετίες αργότερα παραμένει ζωντανός στη μνήμη όσων αγάπησαν τη θρυλική σειρά του MEGA.

Πίσω από τη θεία Αιμιλία, όμως, βρισκόταν η Βίκυ Βανίτα, μία εντυπωσιακή γυναίκα με ξεχωριστή παρουσία και μία διαδρομή που είχε ξεκινήσει πολλά χρόνια πριν από την τηλεοπτική επιτυχία των 00s. Είχε γνωρίσει από κοντά τη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου, είχε συνεργαστεί με σπουδαίους πρωταγωνιστές, είχε περάσει από τη δημοσιογραφία και είχε αγαπηθεί μέσα από ορισμένες από τις μεγαλύτερες τηλεοπτικές επιτυχίες. Πίσω από τα φώτα, ωστόσο, η ζωή της ήταν πολύ πιο μοναχική και εσωστρεφής. Και όταν ήρθε αντιμέτωπη με τη σοβαρότερη μάχη της, επέλεξε να τη δώσει μακριά από τα βλέμματα των πολλών.

Από την Κρήτη στον ελληνικό κινηματογράφο

Η Βίκυ Βανίτα γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης στις 15 Μαΐου 1948. Η είσοδός της στον κινηματογράφο έγινε σε μία περίοδο κατά την οποία η μεγάλη οθόνη εξακολουθούσε να αποτελεί τον απόλυτο χώρο λάμψης για τους Έλληνες ηθοποιούς. Νέα, εντυπωσιακή και με μία ιδιαίτερη μελαγχολία στο βλέμμα της, έκανε την πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση το 1968 στην ταινία «Θύελλα στο σπίτι των ανέμων».

Στα χρόνια που ακολούθησαν συμμετείχε σε αρκετές παραγωγές και βρέθηκε δίπλα σε ονόματα που έγραψαν ιστορία. Ανάμεσα στις εμφανίσεις που εξακολουθούν να θυμούνται οι λάτρεις του παλιού ελληνικού κινηματογράφου είναι και εκείνη στον «Τρελοπενηντάρη», δίπλα στον Λάμπρο Κωνσταντάρα. Η κινηματογραφική της παρουσία συνεχίστηκε μέχρι τη δεκαετία του ’80, με μία από τις τελευταίες ταινίες της να είναι το «Εδώ είναι Βαλκάνια» το 1984.

Η υποκριτική, ωστόσο, δεν ήταν ο μοναδικός επαγγελματικός δρόμος που ακολούθησε. Η Βίκυ Βανίτα ασχολήθηκε για χρόνια και με τη δημοσιογραφία, μία πτυχή της ζωής της που αρκετοί από τους νεότερους τηλεθεατές, οι οποίοι τη γνώρισαν μέσα από τις τηλεοπτικές σειρές, πιθανότατα αγνοούν.

Bίκυ Βανίτα
NDP

Πριν από τη θεία Αιμιλία ήταν η Νόρα στο «Ρετιρέ»

Πριν συνδέσει το πρόσωπό της με το «Είσαι το ταίρι μου», η Βίκυ Βανίτα είχε ήδη περάσει από μία άλλη σειρά που έγραψε τη δική της ιστορία στην ελληνική τηλεόραση. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 εμφανίστηκε στο «Ρετιρέ» του Γιάννη Δαλιανίδη, υποδυόμενη τη Νόρα Ζαχαροπούλου.

Ήταν ένας χαρακτήρας εντελώς διαφορετικός από εκείνον που θα υποδυόταν χρόνια αργότερα. Η κοσμική και εκκεντρική Νόρα βρισκόταν πολύ μακριά από την ήσυχη και εσωστρεφή θεία Αιμιλία, αποδεικνύοντας παράλληλα πόσο διαφορετικές αποχρώσεις μπορούσε να δώσει η Βανίτα στους ρόλους της. Η ίδια άλλωστε δεν υπήρξε ποτέ από τις ηθοποιούς που χρειάζονταν απαραίτητα τον πρωταγωνιστικό ρόλο για να γίνουν αντιληπτές. Ακόμη και με περιορισμένο χρόνο στην οθόνη, είχε μία παρουσία που δύσκολα περνούσε απαρατήρητη.

Η «τυφλή θεία» που καταλάβαινε όσα δεν έβλεπαν οι υπόλοιποι

Το 2001, όμως, ήρθε ο ρόλος με τον οποίο θα τη γνώριζε μία εντελώς διαφορετική γενιά. Το «Είσαι το ταίρι μου» έκανε πρεμιέρα στο MEGA και εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες τηλεοπτικές επιτυχίες της εποχής. Μέσα στην εκκεντρική οικογένεια Μπεζεντάκου υπήρχε και η θεία Αιμιλία, μία εκ γενετής τυφλή γυναίκα που περνούσε μεγάλο μέρος της ημέρας της στο δωμάτιό της και φαινόταν αρχικά αποκομμένη από όσα συνέβαιναν μέσα στο σπίτι.

Bίκυ Βανίτα
NDP

Μόνο που ο χαρακτήρας έκρυβε μία πανέξυπνη αντίφαση. Η μοναδική γυναίκα που δεν μπορούσε να δει ήταν ίσως εκείνη που «έβλεπε» καθαρότερα από όλους. Η Αιμιλία αντιλαμβανόταν συμπεριφορές, συναισθήματα και πράγματα που οι υπόλοιποι προσπερνούσαν. Κατάλαβε ότι κάτι δεν ταίριαζε στην ιστορία της Στέλλας, αντιλήφθηκε τα πραγματικά της αισθήματα για τον Σωτήρη και, αντί να την εκθέσει, επέλεξε με τον δικό της τρόπο να την προειδοποιήσει και να την προστατεύσει.

Η ερμηνεία της Βίκυς Βανίτα ήταν τόσο πειστική, ώστε για χρόνια υπήρχαν τηλεθεατές που αναρωτιούνταν εάν αντιμετώπιζε πραγματικά πρόβλημα όρασης. Δεν ήταν τυφλή. Ήταν απλώς ένας ρόλος που κατάφερε να υπηρετήσει με τέτοια φυσικότητα, ώστε η εικόνα της θείας Αιμιλίας έμεινε τελικά πολύ πιο έντονα χαραγμένη στη συλλογική μνήμη από όσο ίσως θα περίμενε κανείς για έναν δευτερεύοντα χαρακτήρα.

Ο μεγάλος έρωτας με τον Βαγγέλη Σειληνό

Η προσωπική ζωή της Βίκυς Βανίτα δεν απασχόλησε ποτέ τη δημοσιότητα στον ίδιο βαθμό με την επαγγελματική της πορεία. Ήταν μία γυναίκα που προτιμούσε να κρατά σημαντικά κομμάτια της ζωής της μακριά από τα φώτα, παρά το γεγονός ότι η ομορφιά και η παρουσία της δεν περνούσαν απαρατήρητες.

Ένα από τα σημαντικότερα ερωτικά κεφάλαια που έχουν συνδεθεί με τη ζωή της ήταν εκείνο με τον Βαγγέλη Σειληνό, τον σπουδαίο χορευτή, χορογράφο και ηθοποιό της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου. Η σχέση τους έχει περιγραφεί ως ένας μεγάλος έρωτας, χωρίς ωστόσο να οδηγήσει σε μία κοινή ζωή μέχρι το τέλος.

Η Βανίτα παρέμεινε γενικότερα ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων. Δεν έχτισε τη δημόσια εικόνα της πάνω στις προσωπικές της σχέσεις και όσο περνούσαν τα χρόνια απομακρυνόταν όλο και περισσότερο από την κοσμική πλευρά της showbiz. Αυτή η εσωστρέφεια ήταν ίσως και ένα από τα στοιχεία που έκαναν τη θεία Αιμιλία να της ταιριάξει τόσο πολύ.

Η μάχη που δεν ήθελε να γίνει γνωστή

Πίσω από αυτή τη διακριτική παρουσία, όμως, κρυβόταν στα τελευταία χρόνια της ζωής της μία πολύ δύσκολη πραγματικότητα. Η Βίκυ Βανίτα είχε διαγνωστεί με καρκίνο του πνεύμονα. Και αντί να μιλήσει δημόσια για την περιπέτειά της, επέλεξε να την κρατήσει όσο περισσότερο μπορούσε μακριά από τη δημοσιότητα.

Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά μετά τον θάνατό της, η ηθοποιός δεν ήθελε να γνωρίζουν πολλοί άνθρωποι τι πραγματικά περνούσε. Η ασθένειά της παρέμεινε ένα βαθιά προσωπικό ζήτημα και εκείνη συνέχισε, όσο μπορούσε, τη ζωή και τη δουλειά της χωρίς να επιδιώξει ποτέ τη δημοσιότητα γύρω από τη μάχη που έδινε. Μάλιστα, στα κοντινά της πρόσωπα έλεγε ότι έπασχε από άσθμα

Και ίσως αυτό είναι που κάνει ακόμη πιο συγκινητική την τελευταία τηλεοπτική σελίδα της καριέρας της. Λίγο πριν από το τέλος, η Βίκυ Βανίτα εμφανίστηκε σε μία ακόμη σειρά που έμελλε να γίνει θρύλος.

Η τελευταία της εμφάνιση στο «Παρά Πέντε»

Το 2006, περίπου έναν χρόνο πριν φύγει από τη ζωή, η Βίκυ Βανίτα εμφανίστηκε στο «Στο Παρά Πέντε» του Γιώργου Καπουτζίδη. Υποδύθηκε τη Φωτεινή Κοτσιουμάρη και συμμετείχε σε δύο επεισόδια της τεράστιας τηλεοπτικής επιτυχίας του MEGA.

Για τους τηλεθεατές ήταν ακόμη μία γνώριμη παρουσία που περνούσε από τη σειρά. Ελάχιστοι όμως μπορούσαν τότε να γνωρίζουν ότι η γυναίκα που έβλεπαν στις οθόνες τους βρισκόταν πλέον κοντά στο τέλος της ζωής της. Η συγκεκριμένη συμμετοχή έμελλε να αποτελέσει την τελευταία τηλεοπτική εμφάνισή της.

Κάπως έτσι, χωρίς να το γνωρίζει τότε το κοινό, έκλεινε ένας κύκλος σχεδόν τεσσάρων δεκαετιών. Από τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο και τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, στο «Ρετιρέ», το «Είσαι το ταίρι μου» και τελικά το «Παρά Πέντε».

Το τραγικό τέλος στα 58 της

Στις 8 Μαρτίου 2007, η Βίκυ Βανίτα έφυγε από τη ζωή σε ηλικία μόλις 58 ετών, έπειτα από τη μάχη της με τον καρκίνο του πνεύμονα. Πέθανε μόνη στο διαμέρισμα όπου ζούσε στον Νέο Κόσμο. Αυτή που τη βρήκε νεκρή ήταν η μητέρα της.

Η είδηση του θανάτου της έφερε ξανά στο προσκήνιο μία γυναίκα που τα τελευταία χρόνια είχε επιλέξει να ζει διακριτικά και να μην απασχολεί τη δημοσιότητα με την προσωπική της ζωή. Και μαζί αποκάλυψε σε πολλούς το μέγεθος της περιπέτειας που αντιμετώπιζε χωρίς να το γνωρίζει το ευρύ κοινό.

Υπάρχει, μάλιστα, κάτι σχεδόν κινηματογραφικό στον τρόπο με τον οποίο έμεινε τελικά στη μνήμη των περισσότερων. Η Βίκυ Βανίτα είχε υπάρξει μία εντυπωσιακή νέα γυναίκα του ελληνικού κινηματογράφου, είχε περάσει από το θέατρο, τη δημοσιογραφία και την τηλεόραση και είχε συνεργαστεί με ορισμένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα της εποχής της. Κι όμως, για μία ολόκληρη γενιά θα είναι πάντα εκείνη η ήρεμη γυναίκα σε ένα δωμάτιο του σπιτιού των Μπεζεντάκων.

Η θεία Αιμιλία δεν μπορούσε να δει. Ήταν όμως εκείνη που καταλάβαινε τα πάντα. Και ίσως γι’ αυτό, παρότι δεν υπήρξε ποτέ ένας από τους κεντρικούς χαρακτήρες του «Είσαι το ταίρι μου», κατάφερε να μείνει αξέχαστη. Πίσω από εκείνον τον ρόλο υπήρχε μία γυναίκα με μία ολόκληρη διαδρομή, έναν μεγάλο έρωτα, μία μάχη που επέλεξε να κρατήσει μακριά από τα φώτα και ένα τέλος που ήρθε πολύ νωρίτερα απ’ όσο θα έπρεπε.