Ένας φάκελος που προοριζόταν να παραμείνει κλειστός για ακόμη 45 χρόνια έρχεται στο φως και αποκαλύπτει άγνωστες λεπτομέρειες από τη μεταπολεμική διαδρομή του Γιόζεφ Μένγκελε. Πρόκειται για περίπου 200 σελίδες απόρρητων εγγράφων των ελβετικών υπηρεσιών, οι οποίες φωτίζουν την αποδεδειγμένη παρουσία του διαβόητου γιατρού των SS στην Ελβετία, αλλά και το μεγάλο μυστήριο γύρω από μία πιθανή επιστροφή του το 1961.

Ο άνθρωπος που έμεινε στην Ιστορία ως ο «Άγγελος του Θανάτου», εξαιτίας των απάνθρωπων πειραμάτων που πραγματοποιούσε σε κρατούμενους του Άουσβιτς, κατάφερε όχι μόνο να αποφύγει τη σύλληψη μετά τον πόλεμο, αλλά και να ταξιδέψει στην Ευρώπη χρησιμοποιώντας πλαστά στοιχεία.

Η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Πληροφοριών της Ελβετίας ανακοίνωσε επίσημα στις 10 Σεπτεμβρίου 2026 τη δημοσιοποίηση του φακέλου, ο οποίος φυλασσόταν στα Ομοσπονδιακά Αρχεία. Τμήματα των εγγράφων παραμένουν καλυμμένα, προκειμένου να προστατευθούν πηγές και προσωπικά δεδομένα τρίτων.

Μένγκελε

Γιόζεφ Μένγκελε: Οι διακοπές στις Άλπεις με το όνομα «Χέλμουτ Γκρέγκορ»

Ένα από τα πλέον εντυπωσιακά κεφάλαια αφορά το ταξίδι που πραγματοποίησε ο Μένγκελε στην Ελβετία το 1956. Εκείνη την περίοδο είχε ήδη εγκατασταθεί στην Αργεντινή, όπου ζούσε χρησιμοποιώντας την πλαστή ταυτότητα «Χέλμουτ Γκρέγκορ».

Ο καταζητούμενος ναζί ταξίδεψε μέσω Νέας Υόρκης στη Γενεύη και από εκεί κατευθύνθηκε στο Ένγκελμπεργκ, έναν από τους γνωστότερους χειμερινούς προορισμούς των ελβετικών Άλπεων. Παρέμεινε περίπου δέκα ημέρες, κάνοντας σκι και περνώντας χρόνο με μέλη της οικογένειάς του.

Μαζί του βρισκόταν και ο γιος του, Ρολφ Μένγκελε, ο οποίος, σύμφωνα με τις ιστορικές αναφορές, δεν γνώριζε τότε ότι ο άνδρας που έβλεπε ήταν ο πατέρας του. Ο Μένγκελε παρουσιαζόταν στο παιδί ως ο «θείος Φριτς», καθώς ο Ρολφ πίστευε ότι ο πατέρας του είχε χαθεί στον πόλεμο.

Φωτογραφίες που δημοσιεύτηκαν χρόνια αργότερα επιβεβαίωσαν ότι ο εγκληματίας πολέμου είχε πράγματι βρεθεί στο Ένγκελμπεργκ. Παρά το γεγονός ότι αποτελούσε ένα από τα πλέον διαβόητα πρόσωπα του ναζιστικού καθεστώτος, κατάφερε να κινηθεί σε ένα δημοφιλές τουριστικό θέρετρο χωρίς να αναγνωριστεί ή να συλληφθεί.

Ο μυστηριώδης άνδρας στο Κλότεν

Ακόμη μεγαλύτερο μυστήριο καλύπτει όσα συνέβησαν πέντε χρόνια αργότερα, την άνοιξη του 1961. Οι ελβετικές Αρχές έλαβαν πληροφορίες ότι ο Μένγκελε ενδέχεται να είχε επιστρέψει στη χώρα και να βρισκόταν στο Κλότεν, σε μικρή απόσταση από το αεροδρόμιο της Ζυρίχης.

Στο επίκεντρο των ερευνών βρέθηκε η δεύτερη σύζυγός του, Μάρτα Μένγκελε, η οποία είχε νοικιάσει ένα διαμέρισμα στην περιοχή. Η παρουσία της προκάλεσε υποψίες ότι το σπίτι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για μία μυστική συνάντηση της οικογένειας.

Οι Αρχές άρχισαν να την παρακολουθούν, όμως η επιχείρηση δεν απέδωσε σαφή αποτελέσματα. Μία ημέρα, η Μάρτα εθεάθη να αναχωρεί με αυτοκίνητο μαζί με έναν άνδρα, η ταυτότητα του οποίου δεν εξακριβώθηκε ποτέ.

Η πληροφορία είχε φτάσει στις Αρχές μέσω εργαζόμενης σε μεσιτικό γραφείο, ενώ ένας δημοσιογράφος της γερμανικής εφημερίδας «Bild» ισχυρίστηκε ότι είχε δει έναν άνδρα στο μπαλκόνι του διαμερίσματος και ότι πιθανότατα επρόκειτο για τον Μένγκελε. Η έρευνα έδειξε αργότερα ότι ο δημοσιογράφος φαίνεται πως παρακολουθούσε λάθος διαμέρισμα.

Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει αδιάσειστη απόδειξη ότι ο άνδρας που συνόδευε τη Μάρτα ήταν ο ίδιος ο Γιόζεφ Μένγκελε. Αρκετοί ιστορικοί θεωρούν, μάλιστα, απίθανο να είχε τολμήσει ένα τέτοιο ταξίδι, καθώς από το 1959 εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης σε βάρος του και το διεθνές ανθρωποκυνηγητό είχε ενταθεί.

Η καθυστέρηση που ίσως αποδείχθηκε καθοριστική

Τα στοιχεία για την παρακολούθηση αποκαλύπτουν και μία αργή, γραφειοκρατική αντίδραση των ελβετικών Αρχών.

Η καταγγελία έγινε γνωστή στις αρχές Μαρτίου του 1961, αλλά η αστυνομική επιτήρηση φέρεται να ξεκίνησε τρεις ημέρες αργότερα, επειδή μεσολάβησε Σαββατοκύριακο. Οι αστυνομικοί ζήτησαν από τη Βέρνη να διευκρινίσει εάν μπορούσαν να συλλάβουν τον Μένγκελε, σε περίπτωση που τον εντόπιζαν.

Παρότι δεν είχε ακόμη παραληφθεί επίσημο ένταλμα από τη Δυτική Γερμανία, δόθηκε τελικά εντολή να τεθεί υπό προσωρινή κράτηση με σκοπό την έκδοσή του, εφόσον εμφανιζόταν και επιβεβαιωνόταν η ταυτότητά του.

Μέχρι να ολοκληρωθεί, όμως, η διαδικασία, η Μάρτα είχε ήδη φύγει από το διαμέρισμα μαζί με τον άγνωστο άνδρα. Η συγκεκριμένη λεπτομέρεια δεν αποδεικνύει ότι οι ελβετικές Αρχές άφησαν συνειδητά τον Μένγκελε να διαφύγει, δημιουργεί όμως ερωτήματα για το εάν η καθυστέρηση στέρησε μία πιθανή ευκαιρία σύλληψής του.

Γιατί η οικογένειά του είχε εγκατασταθεί τόσο κοντά στο αεροδρόμιο

Η επιλογή του Κλότεν δεν θεωρείται τυχαία από τους ερευνητές. Το διαμέρισμα που είχε νοικιάσει η Μάρτα βρισκόταν μόλις λίγα χιλιόμετρα από το αεροδρόμιο της Ζυρίχης, γεγονός που θα διευκόλυνε μία σύντομη και διακριτική άφιξη του Μένγκελε.

Η ιστορικός και δημοσιογράφος Ρεγκούλα Μπόχσλερ, η οποία έχει ερευνήσει τα δίκτυα διαφυγής πρώην ναζί, εκτιμά ότι η μετακίνηση της Μάρτα και του Ρολφ στην Ελβετία ενδέχεται να αποτελούσε μέρος ενός σχεδίου, ώστε ο Μένγκελε να συναντήσει την οικογένειά του σε ασφαλέστερο έδαφος.

Όταν η Μάρτα επέστρεψε στο Κλότεν, επιχείρησε να λάβει άδεια παραμονής. Το αίτημά της απορρίφθηκε και στη συνέχεια μετακινήθηκε στο Μεράνο της Ιταλίας. Η ίδια πιθανότατα είχε πλέον αντιληφθεί ότι βρισκόταν υπό παρακολούθηση, καθιστώντας κάθε απόπειρα οικογενειακής συνάντησης εξαιρετικά επικίνδυνη.

Γιόζεφ Μένγκελε: Από το Άουσβιτς στη Νότια Αμερική

Ο Γιόζεφ Μένγκελε εντάχθηκε στο προσωπικό του Άουσβιτς το 1943 και πήρε μέρος τόσο στις διαλογές κρατουμένων που οδηγούνταν στους θαλάμους αερίων όσο και σε εγκληματικά ιατρικά πειράματα.

Τα περισσότερα θύματά του ήταν Εβραίοι και Ρομά, ενώ είχε ιδιαίτερη εμμονή με τα δίδυμα παιδιά και τους ανθρώπους με συγγενείς ιδιαιτερότητες. Οι κρατούμενοι υποβάλλονταν σε επώδυνες διαδικασίες χωρίς συναίνεση, ενώ ορισμένοι δολοφονούνταν προκειμένου να εξεταστούν μετά θάνατον τα όργανά τους. Το Μουσείο του Άουσβιτς καταγράφει ότι η έρευνά του συνδεόταν και με το Ινστιτούτο Κάιζερ Βίλχελμ για την Ανθρωπολογία, την Ανθρώπινη Κληρονομικότητα και την Ευγονική.

Τον Ιανουάριο του 1945, καθώς ο Κόκκινος Στρατός πλησίαζε στο Άουσβιτς, ο Μένγκελε εγκατέλειψε το στρατόπεδο. Μετά το τέλος του πολέμου συνελήφθη από αμερικανικές δυνάμεις, αλλά δεν αναγνωρίστηκε και αφέθηκε ελεύθερος.

Από τα τέλη του 1945 μέχρι την άνοιξη του 1949 εργαζόταν με πλαστό όνομα ως εργάτης σε αγρόκτημα στη Βαυαρία. Με οικονομική υποστήριξη από την οικογένειά του, διέφυγε τον Ιούλιο του 1949 στην Αργεντινή.

Το 1956 αισθανόταν πλέον τόσο ασφαλής, ώστε απέκτησε αργεντίνικη ταυτότητα με το πραγματικό του επώνυμο. Όταν οι δυτικογερμανικές Αρχές άρχισαν να πλησιάζουν στα ίχνη του, κατέφυγε στην Παραγουάη, όπου απέκτησε υπηκοότητα το 1959.

Η σύλληψη του Άντολφ Άιχμαν από τη Μοσάντ στην Αργεντινή το 1960 τον ανάγκασε να κρυφτεί ξανά. Πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του στη Βραζιλία, κοντά στο Σάο Πάολο, χρησιμοποιώντας ψεύτικα ονόματα.

Πέθανε ελεύθερος και θάφτηκε με ψεύτικο όνομα

Στις 7 Φεβρουαρίου 1979, ο Μένγκελε υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο ενώ κολυμπούσε κοντά στην Μπερτιόγκα της Βραζιλίας και πνίγηκε. Ενταφιάστηκε με το όνομα «Βόλφγκανγκ Γκέρχαρντ», με αποτέλεσμα ο θάνατός του να παραμείνει άγνωστος για χρόνια.

Ο τάφος του εντοπίστηκε το 1985 και τα λείψανα εξετάστηκαν από διεθνή ομάδα ειδικών. Το 1992, η ανάλυση DNA επιβεβαίωσε οριστικά ότι ανήκαν στον Γιόζεφ Μένγκελε.

Είχε καταφέρει να διαφεύγει επί 34 χρόνια και πέθανε χωρίς να δικαστεί ποτέ για τα εγκλήματά του.

Ο φάκελος που θα άνοιγε το 2071

Τα έγγραφα για τον Μένγκελε είχαν συγκεντρωθεί από την αστυνομική υπηρεσία της Ομοσπονδιακής Εισαγγελίας, θεσμικό πρόδρομο της σημερινής ελβετικής Υπηρεσίας Πληροφοριών. Το υλικό παραδόθηκε στα Ομοσπονδιακά Αρχεία το 2001 και τέθηκε υπό προστασία έως το τέλος του 2071.

Οι προσπάθειες ιστορικών να αποκτήσουν πρόσβαση απορρίπτονταν με το επιχείρημα της προστασίας πηγών και προσωπικών δεδομένων. Η εξέλιξη που άλλαξε τα δεδομένα ήρθε μετά την προσφυγή του ιστορικού Ζεράρ Βέτσταϊν στο Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο.

Κατά την επανεξέταση της υπόθεσης αποκαλύφθηκε ότι το αρχείο είχε χρησιμοποιηθεί από την ανεξάρτητη Επιτροπή Μπέργκιερ, η οποία διερεύνησε τον ρόλο της Ελβετίας κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Απόφαση του ελβετικού Ομοσπονδιακού Συμβουλίου από το 2001 προέβλεπε ευρύτερη πρόσβαση στα αρχεία που είχε μελετήσει η συγκεκριμένη επιτροπή.

Ο φάκελος του Μένγκελε δεν είχε καταχωριστεί με σαφή τρόπο σε αυτή την κατηγορία. Όταν το γεγονός διαπιστώθηκε, εκδόθηκε νέα απόφαση και το μεγαλύτερο μέρος των περίπου 200 σελίδων δόθηκε στη δημοσιότητα.

Τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα δεν δίνουν οριστική απάντηση για το εάν ο «Άγγελος του Θανάτου» επέστρεψε πράγματι στην Ελβετία το 1961. Αποκαλύπτουν, όμως, πόσο κοντά κατάφερε να βρεθεί στην καρδιά της Ευρώπης ένας από τους πιο καταζητούμενους εγκληματίες του 20ού αιώνα – και πώς, παρά το διεθνές ανθρωποκυνηγητό, έφυγε από τη ζωή ελεύθερος.