Το «Ριφιφί» έχει καταφέρει μέσα σε λίγες ημέρες να εξελιχθεί σε μία από τις σειρές που έχουν κεντρίσει περισσότερο το ενδιαφέρον του τηλεοπτικού κοινού. Η σειρά που προβάλλεται στον ALPHA δεν συζητιέται, όμως, μόνο για τις ερμηνείες και την πλοκή της. Πίσω από τη μυθοπλασία κρύβονται γεγονότα που παραπέμπουν σε πραγματικές ιστορίες, με μία από αυτές να είναι ιδιαίτερα σκληρή.
Πρόκειται για την ιστορία του μικρού Παναγιώτη Βασιλέλλη, του παιδιού από τη Λέσβο που έφυγε από τη ζωή στις αρχές του 2001, έπειτα από μια μεγάλη μάχη με τον καρκίνο. Μια υπόθεση που είχε συγκλονίσει τότε ολόκληρη την Ελλάδα, όχι μόνο εξαιτίας της ασθένειας του παιδιού, αλλά κυρίως για όσα συνέβησαν ενώ χιλιάδες πολίτες είχαν καταφέρει να συγκεντρώσουν τα χρήματα που απαιτούνταν προκειμένου να ταξιδέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες για θεραπεία.
Ποιος ήταν ο μικρός Παναγιώτης Βασιλέλλης

Ο Παναγιώτης ήταν μόλις 18 μηνών όταν, το 1999, οι γονείς του έμαθαν ότι το παιδί τους έπασχε από νευροβλάστωμα τέταρτου σταδίου, μία ιδιαίτερα επιθετική μορφή παιδικού καρκίνου. Ο πατέρας του, Στράτης Βασιλέλλης, εργαζόταν ως οικοδόμος στη Μυτιλήνη. Μαζί με τη σύζυγό του, Γεωργία Πιτσιλάδη, άφησαν τη Λέσβο και βρέθηκαν στην Αθήνα, στο νοσοκομείο Παίδων, ξεκινώντας έναν αγώνα στον οποίο όλα πλέον περιστρέφονταν γύρω από τη ζωή του γιου τους. Ο μικρός υποβλήθηκε σε χειρουργικές επεμβάσεις, χημειοθεραπείες και μεταμόσχευση μυελού. Οι μήνες περνούσαν μέσα σε νοσοκομεία και θεραπείες, μέχρι που η οικογένεια ενημερώθηκε για μία ακόμη θεραπευτική δυνατότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες και συγκεκριμένα στο Memorial. Υπήρχε όμως ένα τεράστιο εμπόδιο.
Το κόστος για τη μετάβαση και τη θεραπεία του παιδιού άγγιζε τα 100 εκατομμύρια δραχμές, δηλαδή σχεδόν 300.000 ευρώ. Ένα ποσό που ήταν αδύνατον να καλύψει μια οικογένεια που ζούσε από το μεροκάματο. Μπροστά στην ανάγκη να εξαντλήσει κάθε πιθανότητα για το παιδί του, ο Στράτης Βασιλέλλης αποφάσισε να δημοσιοποιήσει την ιστορία. Βγήκε στα μέσα ενημέρωσης και απηύθυνε έκκληση για βοήθεια. Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν τεράστια. Άνθρωποι από κάθε γωνιά της Ελλάδας έδιναν ακόμη και από το υστέρημά τους, επιχειρήσεις τοποθετούσαν κουτιά οικονομικής ενίσχυσης και σταδιακά δημιουργήθηκε ένα μεγάλο κύμα αλληλεγγύης με έναν και μοναδικό στόχο: να φύγει ο Παναγιώτης για την Αμερική.

Στις 5 Μαΐου 2000 άνοιξε τραπεζικός λογαριασμός στο όνομα του παιδιού και των γονιών του και μέσα σε λίγες εβδομάδες συνέβη αυτό που αρχικά έμοιαζε σχεδόν αδύνατο. Το απαιτούμενο ποσό είχε συγκεντρωθεί. Η οικογένεια είχε πλέον τα χρήματα για να κυνηγήσει την ελπίδα. Δεν μπορούσε, όμως, να τα χρησιμοποιήσει.
Ο λογαριασμός δεσμεύτηκε και άρχισε η μάχη με τον χρόνο
Στις 13 Ιουνίου 2000 ο τραπεζικός λογαριασμός δεσμεύτηκε. Το ζήτημα που προέκυψε ήταν νομικό, καθώς η συγκέντρωση των χρημάτων δεν είχε χαρακτηριστεί εξαρχής ως επίσημος έρανος και, με βάση το νομοθετικό πλαίσιο που ίσχυε τότε, δεν ήταν δυνατή η εκταμίευση χρημάτων υπέρ ιδιώτη χωρίς την προβλεπόμενη άδεια. Κάπως έτσι, ενώ χιλιάδες πολίτες είχαν ήδη προσφέρει τα χρήματα και το ποσό που απαιτούνταν για τη θεραπεία υπήρχε, η οικογένεια βρέθηκε μπροστά σε έναν δεύτερο αγώνα. Ακολούθησαν αιτήσεις, υπογραφές, γνωμοδοτήσεις και προσπάθειες να ξεπεραστεί το νομικό αδιέξοδο. Κάποια από τα χρήματα μπόρεσαν να αποδεσμευτούν ως «δωρεά», δεν ήταν όμως αρκετά για να καλύψουν όσα απαιτούσε το νοσοκομείο στις Ηνωμένες Πολιτείες, το οποίο ζητούσε σημαντική προκαταβολή πριν ξεκινήσει η θεραπεία. Την ώρα που οι διαδικασίες συνεχίζονταν, η κατάσταση του Παναγιώτη χειροτέρευε.
Τον Δεκέμβριο του 2000 η υγεία του είχε πλέον επιβαρυνθεί δραματικά. Τον Φεβρουάριο του 2001 ψηφίστηκε ειδική ρύθμιση που προέβλεπε την κατ’ εξαίρεση αποδέσμευση χρημάτων σε περιπτώσεις σοβαρής ασθένειας, ενώ στις αρχές Μαρτίου ακολούθησε η σχετική υπουργική απόφαση. Η λύση που η οικογένεια περίμενε επί μήνες είχε επιτέλους δοθεί. Μόνο που είχε έρθει πολύ αργά.

Στις 5 Μαρτίου 2001 ο μικρός Παναγιώτης Βασιλέλλης έφυγε από τη ζωή. Δύο ημέρες μετά τον θάνατό του, σύμφωνα με όσα είχαν δημοσιευτεί για την υπόθεση, η τράπεζα προχώρησε στην εκταμίευση 12 εκατομμυρίων δραχμών, τα οποία διατέθηκαν σε ιδρύματα για την αντιμετώπιση παιδικών ασθενειών. Η υπόθεση είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και είχε φτάσει μέχρι την πολιτική ηγεσία. Όταν ο τότε υπουργός Υγείας, Αλέκος Παπαδόπουλος, είχε ερωτηθεί σε συνέντευξη Τύπου για την υπόθεση, είχε απαντήσει: «Άλλη ερώτηση…».
Για τους γονείς του Παναγιώτη, ωστόσο, η ιστορία δεν σταμάτησε με τον θάνατο του παιδιού τους. Ακολούθησαν χρόνια δικαστικών αγώνων, καθώς επιχείρησαν να αναζητήσουν ευθύνες για όσα είχαν συμβεί. Το 2008, τα ελληνικά δικαστήρια έκριναν ότι δεν προέκυπτε ευθύνη για τον θάνατο του παιδιού, καθώς οι εμπλεκόμενοι είχαν ενεργήσει σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο που ίσχυε την εποχή εκείνη. Η υπόθεση έφτασε αργότερα και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπου δεν διαπιστώθηκε παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή, ενώ καταγράφηκαν και μειοψηφικές απόψεις.
25 χρόνια μετά η μητέρα του φοβάται ακόμη να δει το «Ριφιφί»
Η επιτυχία του «Ριφιφί» έφερε ξανά την ιστορία του Παναγιώτη στο προσκήνιο και, 25 χρόνια μετά την τραγωδία, η «Espresso» εντόπισε την οικογένειά του. Η μητέρα του, Γεωργία Πιτσιλάδη, αποκάλυψε ότι ο χρόνος δεν κατάφερε να κλείσει την πληγή, ενώ όσα συνέβησαν είχαν σοβαρές συνέπειες και στη μετέπειτα ζωή της οικογένειας. Όπως ανέφερε, ο σύζυγός της υπέστη εγκεφαλικό λόγω του στρες και της πίεσης και έμεινε για ένα διάστημα παράλυτος, ενώ οι δικαστικές διαδικασίες κράτησαν για χρόνια.
«Ο πόνος μας δεν έχει σβήσει για τον μικρό και δεν θα σβήσει όσα χρόνια κι αν περάσουν. Η ζωή μας από τότε είναι ένας Γολγοθάς. Ο σύζυγός μου υπέστη εγκεφαλικό από το στρες και την πίεση κι έμεινε παράλυτος για κάποιο διάστημα. Έχουμε περάσει πολλά χρόνια στα δικαστήρια. Ένα από αυτά κράτησε 15 χρόνια. Έχουν βγει αποφάσεις, αλλά ποτέ δεν θα είμαι ικανοποιημένη με καμία απόφαση. Εμείς θέλουμε μόνο το μωρό μας πίσω, αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει. Όλα τα άλλα δεν μας αφορούν καθόλου», δήλωσε στην εφημερίδα.
Τα χρόνια που ακολούθησαν, η Γεωργία και ο Στράτης απέκτησαν μία κόρη. Σήμερα είναι 23 ετών και το όνομά της είναι Παναγιώτα, καθώς οι γονείς της επέλεξαν να της δώσουν το όνομα του αδελφού της που δεν πρόλαβε ποτέ να γνωρίσει. Η Παναγιώτα μεγάλωσε γνωρίζοντας την ιστορία του και θεωρεί σημαντικό το γεγονός ότι μέσα από τη σειρά όσα συνέβησαν τότε επιστρέφουν στη δημόσια συζήτηση. «Κάποια γεγονότα καλό είναι να μην ξεχνιούνται, γιατί δυστυχώς ακούμε πολλές φορές να επαναλαμβάνονται. Μάλιστα, εδώ στο νησί, το 2019, πήγε να γίνει κάτι αντίστοιχο με αυτό που συνέβη στον αδελφό μου. Ευτυχώς, είχε διαφορετική κατάληξη. Θέλω πολύ να δω τη σειρά. Οι φίλοι μου λένε πως είναι πολύ συγκινητική», ανέφερε στην «Espresso».
Για τη μητέρα του Παναγιώτη, αντίθετα, το να πατήσει το κουμπί και να παρακολουθήσει τη σειρά αποδεικνύεται πολύ πιο δύσκολο. Όπως αποκάλυψε, ο σκηνοθέτης είχε ενημερώσει την οικογένεια για την πρόθεσή του να μεταφέρει την ιστορία στη μικρή οθόνη, χωρίς να ζητήσει από τους γονείς να ξαναζήσουν όσα συνέβησαν δίνοντάς του λεπτομέρειες. Το σενάριο βασίστηκε σε όσα ήταν ήδη γνωστά και σε δημοσιεύματα της εποχής. «Μας είπε ο σκηνοθέτης ότι ήθελε να κάνει σειρά την ιστορία του μικρού μας. Εμάς μας τιμά πολύ αυτό. Δεν μας ζήτησε λεπτομέρειες για τα γεγονότα. Ο ίδιος έγραψε το σενάριο βασιζόμενος σε όσα ήξερε και σε όσα είχαν γραφτεί στις εφημερίδες τότε. Δεν την έχω δει ακόμα τη σειρά, αλλά δυσκολεύομαι, φοβάμαι μη λυγίσω», εξομολογήθηκε.





">
">
">
">
">
">
">
">