Τελικά, υπάρχει σωτηρία στην ελληνική τηλεόραση; Μάλλον όχι… Γιατί όταν ο κόσμος της παίζει κρυφτό και της γυρνάει την πλάτη, ωστόσο παραβλέπει τα λάθη της και συνεχίζει να την “φλερτάρει” ακόμα διακριτικά, κάποιοι επιτέλους ας πάψουν να διώχνουν και τους τελευταίους “πιστούς” της και να συμπεριφέρονται σαν να περιστρέφεται όλος ο πλανήτης γύρω από τις δικές τους αντιπαραθέσεις. “Εδώ καράβια χάνονται, βαρκούλες αρμενίζουν” που λέει και ο λαός.

Σε μια εποχή που η κοινωνία δοκιμάζεται, που οι πολίτες δίνουν καθημερινό αγώνα επιβίωσης και που έρχονται στο φως υποθέσεις που προκαλούν οργή και αποτροπιασμό, η τηλεόραση επιμένει να μας δίνει να φάμε τις ίδιες και τις ίδιες ιστορίες. Ποιος είπε τι, ποιος ενοχλήθηκε από ποιον, ποιος έχει “εφιάλτη” ποιον και ποιος πέταξε την επόμενη σπόντα. “Ο Γιώργος μπορεί να με βλέπει ως εφιάλτη στα τηλέφωνα, γιατί θυματοποιήθηκε ότι θέλω να τον χτυπήσω δεν ξέρω” είπε ακόμα μια φορά η Ζήνα Κουτσελίνη στην εκπομπή της “Πρώτος καφές με την Ζήνα” την Τρίτη το πρωί, αναμοχλεύοντας ξανά το θέμα με την Μαρία Αντωνά, κριτικάροντας ξανά το σκηνικό του MEGA και μιλώντας περίπου 10 λεπτά για αυτό προσπαθώντας να μας εξηγήσει τι εννοούσε πως το εννοούσε κλπ κλπ …

Αν το πρόβλημα της κοινωνίας σήμερα ήταν εάν ο Γιώργος Λιάγκας βλέπει εφιάλτες με τη Ζήνα Κουτσελίνη ή αν η Ζήνα έχει βάλει τον Λιάγκα στο επίκεντρο της δικής της τηλεοπτικής καθημερινότητας, πραγματικά σήμερα θα είμασταν όλοι πολύ χαρούμενοι και ευτυχισμένοι θα τρέχαμε στα λιβάδια. Η επανάληψη του ίδιου θέματος μέσα σε τρεις μέρες χωρίς να υπάρχει λόγος και θέμα, δεν καταντάει μόνο κουραστική. Είναι η απόλυτη ένδειξη μιας τηλεοπτικής πραγματικότητας που, όταν στερεύει από ουσιαστικό περιεχόμενο, επιστρέφει στις δοκιμασμένες συνταγές της: κόντρες, υπονοούμενα, δηλώσεις επί δηλώσεων και ένα ατελείωτο πινγκ πονγκ εγωισμών, με τα sites να αναπαράγουν κάθε ατάκα και τις εκπομπές να ανακυκλώνουν η μία την άλλη.

Η εβδομάδα ξεκίνησε με χαμηλές πτήσεις για την εκπομπή του Star καθώς το δυναμικό κοινό περιορίστηκε σε μονοψήφιο μέσο όρο (4,8%), δείχνοντας ότι η πίεση από τον ανταγωνισμό παραμένει πολύ υψηλή. Παρά το πρόσφατο χαμηλό της Δευτέρας 2/11, η εκπομπή έχει αποδείξει μέσα στον Οκτώβριο ότι μπορεί να αγγίξει και να ξεπεράσει το 9% στο δυναμικό κοινό όταν η επικαιρότητα και τα θέματα της εκπομπής (όπως το πρόσφατο παρασκήνιο με τη Μαρία Αντωνά) κεντρίζουν το ενδιαφέρον των τηλεθεατών…

Η “παγίδα” της τηλεοπτικής ανακύκλωσης

Η περίπτωση της Ζήνας Κουτσελίνη έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ακριβώς επειδή δεν μιλάμε για μια παρουσιάστρια που εμφανίστηκε χθες στην τηλεόραση. Μιλάμε για μια γυναίκα με πολυετή διαδρομή, εμπειρία και βαθιά γνώση του τηλεοπτικού παρασκηνίου. Μια επαγγελματία που έχει αποδείξει ότι γνωρίζει καλά το μέσο και τις απαιτήσεις του. Γι’ αυτό και προκαλεί μεγαλύτερη απορία όταν βλέπεις τη συζήτηση γύρω από το πρόσωπό της να επιστρέφει διαρκώς στα ίδια και στα ίδια. Τρεις ημέρες μετά, η αντιπαράθεση με τον Λιάγκα εξακολουθεί να βρίσκει χώρο στην τηλεοπτική επικαιρότητα της εκπομπής της. Η Μαρία Αντωνά, τα μίνι, τα μάξι, τα πουκάμισα και κάθε επιμέρους λεπτομέρεια επιστρατεύονται για να συντηρήσουν μια ιστορία που μοιάζει να έχει εξαντλήσει προ πολλού τη δυναμική της. Και αναρωτιέσαι: είναι δυνατόν;

Η Ζήνα Κουτσελίνη δεν έχει ανάγκη να αποδεικνύει καθημερινά ότι μπορεί να βρίσκεται στην επικαιρότητα μέσα από μια αντιπαράθεση. Το τηλεοπτικό της αποτύπωμα έχει χτιστεί επί χρόνια. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν μπορεί να συντηρήσει μια κόντρα. Είναι γιατί να επιλέγει να παραμένει σε αυτήν, όταν έχει τη δυνατότητα να υπηρετήσει κάτι πολύ ουσιαστικότερο. Γιατί άλλο πράγμα η εύστοχη τηλεοπτική αιχμή και άλλο η παρατεταμένη ανακύκλωση μιας προσωπικής αντιπαράθεσης. Η πρώτη μπορεί να γεννήσει συζήτηση. Η δεύτερη, όταν εξαντλείται, καταντά θόρυβος. Και στο τέλος της ημέρας, ο τηλεθεατής δεν είναι υποχρεωμένος να παρακολουθεί έναν τηλεοπτικό εμφύλιο επειδή οι πρωταγωνιστές του αρνούνται να κατεβάσουν αυλαία.

Τελειώνουν τα θέματα αρχίζουν οι κόντρες

Ζήνα Κουτσελίνη, Μαρία Αντωνά

Το μοτίβο είναι πλέον γνώριμο. Όσο υπάρχει ένα δυνατό lifestyle θέμα, οι εκπομπές βρίσκουν αντικείμενο συζήτησης. Όταν όμως η επικαιρότητα ξεφουσκώνει, αρχίζει η αναζήτηση του επόμενου τηλεοπτικού καβγά. Με το ενδιαφέρον γύρω από τον Μαζωνάκη να υποχωρεί και την κόντρα Βίσση – Καρβέλα να απασχολεί λιγότερο την επικαιρότητα, οι παλιές, αγαπημένες εργοστασιακές ρυθμίσεις επανέρχονται σε λειτουργία.

Να ξαναθυμηθούμε μια κόντρα, να ανασύρουμε μια παλιά δήλωση, να απομονώσουμε μια φράση, να δώσουμε συνέχεια σε ένα υπονοούμενο, να δημιουργήσουμε θέμα, εκεί όπου ενδεχομένως δεν υπάρχει πια ουσιαστική είδηση. Και κάπως έτσι, αντί να αναζητούν την επόμενη πραγματική ιστορία, ορισμένες εκπομπές μοιάζουν να αναζητούν την επόμενη αφορμή για να μιλήσουν η μία για την άλλη. Το χειρότερο; Αυτή η διαδικασία δεν τελειώνει στο στούντιο. Οι δηλώσεις γίνονται τίτλοι, οι τίτλοι γίνονται αναπαραγωγές, οι αναπαραγωγές γίνονται νέα θέματα και ο κύκλος συνεχίζεται. Ένα τηλεοπτικό αυτοτροφοδοτούμενο σύστημα, στο οποίο οι ίδιοι πρωταγωνιστές παράγουν την ύλη που θα καταναλώσουν οι ίδιοι και οι ανταγωνιστές τους την επόμενη ημέρα. Μόνο που η επανάληψη δεν είναι ρεπορτάζ. Και η φασαρία δεν είναι περιεχόμενο.

Αυτή είναι η τηλεόραση που θέλει ο κόσμος;

Την ώρα που υπάρχουν σοβαρά κοινωνικά ζητήματα, υποθέσεις που απαιτούν δημοσιογραφική διερεύνηση, καταγγελίες που χρειάζονται τεκμηρίωση και άνθρωποι που παλεύουν καθημερινά να τα βγάλουν πέρα, η τηλεόραση έχει την υποχρέωση να κοιτάζει και λίγο έξω από τον καθρέφτη της. Δεν περιμένει κανείς από όλες τις ψυχαγωγικές εκπομπές να μετατραπούν σε δελτία ειδήσεων. Ούτε να εξαφανιστεί το lifestyle από την τηλεοπτική πραγματικότητα. Η ψυχαγωγία έχει τη θέση της και το παρασκήνιο μπορεί να έχει ενδιαφέρον, όταν υπάρχει λόγος, μέτρο και δημοσιογραφική αξία. Αλλά υπάρχει τεράστια απόσταση ανάμεσα στο lifestyle που ενημερώνει και ψυχαγωγεί και στο lifestyle που ανακυκλώνει την προσωπική ζωή και τις αντιπαραθέσεις των ίδιων ανθρώπων της τηλεόρασης για να γεμίσει τηλεοπτικό χρόνο. Ο τηλεθεατής δεν χρειάζεται άλλον έναν καβγά για να καταλάβει ότι η τηλεόραση έχει πρόβλημα. Το αντιλαμβάνεται όταν αλλάζει κανάλι. Και, κυρίως, όταν σταματά να ενδιαφέρεται.

Δεν χρειάζεται να ισχυριστούμε ότι ο κόσμος έχει γυρίσει συνολικά την πλάτη στην τηλεόραση για να δούμε το πρόβλημα. Οι τηλεθεάσεις, οι τάσεις τους και η σύγκριση εκπομπών με διαφορετικό περιεχόμενο είναι στοιχεία που αξίζει να εξετάζονται σοβαρά. Οι αριθμοί, άλλωστε, δεν αποτελούν από μόνοι τους πλήρη αξιολόγηση μιας εκπομπής, αλλά μπορούν να λειτουργήσουν ως καμπανάκι. Και όταν μια εκπομπή με ιστορία, αναγνωρίσιμο πρόσωπο και φιλοδοξίες, δυσκολεύεται να βρει τον βηματισμό της, η λύση δεν είναι απαραίτητα να ανεβάσει την ένταση της αντιπαράθεσης. Μπορεί να χρειάζεται να ξαναβρεί την ταυτότητά της.

Ζήνα, μήπως ήρθε η ώρα για “Σκληρές Αλήθειες”;

Εδώ βρίσκεται και ένα πιο ουσιαστικό ερώτημα για τη Ζήνα Κουτσελίνη. Μήπως η πρωινή ζώνη δεν αξιοποιεί τα δυνατά της σημεία; Μήπως η διαδρομή που έχει διανύσει στην τηλεόραση δείχνει ότι εκεί όπου μπορεί να ξεχωρίσει πραγματικά είναι στο κοινωνικό και αστυνομικό ρεπορτάζ, στις ανθρώπινες ιστορίες, στην έρευνα και στην αποκάλυψη όσων δεν βρίσκονται πάντα στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας; “Κάτι πρέπει να κάνουμε για να διορθώσουμε τα λάθη μας” είπε η Ζήνα Κουτσελίνη στο πρωινό το πρωί της Τρίτης…Για να δούμε…

Οι «Αλήθειες με τη Ζήνα» είχαν διαμορφώσει μια συγκεκριμένη ταυτότητα, με έμφαση στο κοινωνικό και αστυνομικό, στο δικαστικό ρεπορτάζ. Αυτό είναι ένα πεδίο στο οποίο η παρουσιάστρια έχει συνδέσει το όνομά της με πολυετή εμπειρία. Γιατί, λοιπόν, να μην τεθεί ανοιχτά το ερώτημα αν μια επιστροφή σε αυτή την κατεύθυνση θα αξιοποιούσε καλύτερα τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα; Μια καταξιωμένη παρουσιάστρια δεν χρειάζεται να γεμίζει τον χρόνο της με αφορμές που εξαντλούνται σε λίγα λεπτά συζήτησης. Χρειάζεται θέματα με βάθος, ρεπορτάζ που αποκαλύπτουν, ιστορίες που συγκινούν και ερωτήματα που απαιτούν απαντήσεις. Αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να επανεξεταστεί η κατεύθυνση της εκπομπής της, τότε ναι, αξίζει να γίνει αυτή η συζήτηση. Και αν η πρωινή ζώνη δεν της ταιριάζει, ίσως θα ήταν προτιμότερο να αναζητήσει ξανά τον χώρο στον οποίο έχει αποδείξει ότι μπορεί να αφήσει το δικό της στίγμα. Γιατί τα νούμερα τηλεθέασης δεν είναι ούτε καταδίκη ούτε άλλοθι. Είναι ένα δεδομένο που πρέπει να αξιολογείται μαζί με το περιεχόμενο, τη ζώνη και τις συνθήκες ανταγωνισμού. Και όταν η εικόνα δεν είναι η επιθυμητή, η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς περισσότερη από την ίδια συνταγή.

Μέσα σε όλα, υπάρχει και ένα ερώτημα που εξακολουθεί να μας προκαλεί απορία: για ποιον λόγο σταμάτησε το «Breakfast@Star»; Μια εκπομπή με lifestyle θεματολογία, τηλεοπτικό παρασκήνιο και δυνατότητα να κινηθεί ανάμεσα στην ψυχαγωγία και την τηλεοπτική επικαιρότητα, με ποσοστά τηλεθέασης που αρκετές μέρες το έφερναν στην κορυφή απέναντι στον ανταγωνισμό, μπήκε στο περιθώριο. Τέλος, η ελληνική τηλεόραση δεν έχει ανάγκη από περισσότερους τηλεοπτικούς εμφύλιους. Έχει ανάγκη από δημοσιογραφία, ρεπορτάζ, ιδέες, φρέσκια ματιά και ανθρώπους που καταλαβαίνουν ότι ο τηλεθεατής δεν είναι υποχρεωμένος να ενδιαφέρεται για κάθε προσωπική αντιπαράθεση που γεννιέται μέσα στα στούντιο. Γιατί το τηλεοπτικό παρασκήνιο μπορεί να έχει ενδιαφέρον, το lifestyle μπορεί να έχει θέση, οι αντιπαραθέσεις μπορούν να γίνουν είδηση. Όταν, όμως, όλα αυτά μετατρέπονται σε μόνιμη αυτοαναφορικότητα, τότε το αποτέλεσμα είναι μια τηλεόραση που περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό της και ξεχνά τον λόγο για τον οποίο υπάρχει.

Η Ζήνα Κουτσελίνη όπως και κάθε άλλος τηλεοπτικός πρωταγωνιστής έχουν κάθε δικαίωμα να διαφωνούν, να απαντούν και να υπερασπίζονται τη θέση τους. Το ζήτημα αρχίζει όταν η διαφωνία γίνεται μόνιμο τηλεοπτικό προϊόν και καταλαμβάνει τον χώρο που θα μπορούσε να έχει μια πραγματική είδηση. Αντί να αναρωτιόμαστε, λοιπόν, ποιος έχει εφιάλτη ποιον, μήπως ήρθε η ώρα να αναρωτηθούμε ποιος έχει ακόμη τη διάθεση να παρακολουθεί τα ίδια και τα ίδια; Γιατί ο τηλεθεατής δεν περιμένει από την τηλεόραση να του λύσει όλα τα προβλήματα. Περιμένει, όμως, να μην τον αντιμετωπίζει σαν να μην αντιλαμβάνεται πότε μια συζήτηση έχει εξαντληθεί. Συμπέρασμα: όταν δεν έχεις κάτι καινούργιο να πεις, δεν αποκτάς περιεχόμενο απλώς και μόνο επειδή ανεβάζεις την ένταση.

Τα καράβια συνεχίζουν να χάνονται, οι βαρκούλες συνεχίζουν να αρμενίζουν και η τηλεόραση εξακολουθεί να συζητά για τον εαυτό της. Μόνο που ο τηλεθεατής έχει αρχίσει να κοιτάζει αλλού. Και αυτό, για μια τηλεόραση που ζει από το ενδιαφέρον του, θα έπρεπε να σας χτυπάει το μεγαλύτερο καμπανάκι.