Υπήρξε μια από τις πιο χαρακτηριστικές και ταυτόχρονα πιο τραγικές μορφές της ελληνικής μόδας της δεκαετίας του ’80. Η ζωή του Μπίλι Μπο, η καλλιτεχνική του πορεία, η έντονη προσωπική σχέση του με τον Μάκη Τσέλιο, αλλά και η μάχη του με το AIDS και ο πρόωρος θάνατός του, συνθέτουν ένα αφήγημα που ξεπερνά τα όρια της βιογραφίας και αγγίζει την ιστορία μιας ολόκληρης εποχής. Η ιστορία του Μπίλι Μπο που ήταν το πρώτο επώνυμο θύμα του Aids στην Ελλάδα, προκάλεσε παγκόσμια συγκίνηση σε μια εποχή που κυριαρχούσε το σύνθημα “κάντε έρωτα όχι πόλεμο”.
Με τον θάνατό του όλα πάγωσαν… Στο βιβλίο της Φρίντας Μπιούμπι “Και το όνειρο πάγωσε” περιγράφεται όλο το χρονικό της αρρώστιας του και του δραματικού τέλους του. Ένα τέλος που πραγματικά δεν του άξιζε και της το διηγήθηκε ο ίδιος όταν ήταν στα τελευταία του… Η χλωμή εικόνα του λίγο πριν τον θάνατό του δεν θύμιζε σε τίποτα τον ωραίο Βασίλη που περπατούσε στα πεζοδρόμια του Κολωνακίου και με το επιβλητικό του βάδισμα προκαλούσε παραλήρημα σε αρσενικά και θηλυκά που τον ποθούσαν και τον ζήλευαν… Τι το ιδιαίτερο έχει η ιστορία του ωραίου Βασίλη των ’70s και των ’80s; Ποιο ήταν το «όνειρο» που πάγωσε; Όσο και να ακούγεται υπερβολικό, όντως η περίπτωση του Μπίλι Μπο υπήρξε θυελλώδης, μια ιστορία σαν εκείνη της Σταχτοπούτας του παραμυθιού, που από τις στάχτες έφτασε στα σαλόνια. Έτσι κι εκείνος, ξεκίνησε από την φτώχεια για να ζήσει την απόλυτη επιτυχία και δόξα και να καταβαραθρωθεί λίγα χρόνια μετά, με τον πιο άδοξο τρόπο. Ένα πρόσωπο που πέρασε σαν ένας λαμπερός, διάττοντας αστέρας από τον ελληνικό ουρανό, για να χαθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα οριστικά.
Από τις φτωχογειτονιές του Πειραιά στα κοσμικά σαλόνια του Κολωνακίου
Ήταν τραγικά όμορφος, δεν πίστευες στα μάτια σου όταν στεκόταν μπροστά σου, έχανες την φωνή σου, σάστιζες… Από φτωχή οικογένεια, ο Μπίλι Μπο γεννήθηκε το 1954 στα Καμίνια του Πειραιά και μεγάλωσε σε μια εργατική και πολύτεκνη οικογένεια. Όταν γνώρισε τον Μάκη Τσέλιο ήταν 17 ετών, είχε φύγει από το σπίτι του και εργαζόταν ως χορευτής σε μπουάτ της Πλάκας και παράλληλα σπούδαζε. Λίγο αργότερα θα γνωρίσει στο Κολωνάκι το 1971 έναν άνθρωπο, που έμεινε δίπλα του ως το τέλος και θα γινόταν, όπως έλεγε και ο ίδιος ο αδερφός του, τον Μάκη Τσέλιο.
Οι δυο τους δημιούργησαν μια αυτοκρατορία, στην αρχή μια επιχείρηση εισαγωγής αρωμάτων από τη Γαλλία και, δύο χρόνια αργότερα, άνοιξαν μια μπουτίκ υψηλής ραπτικής στο κέντρο της Αθήνας, η οποία ονομάστηκε «Billy Bo», όνομα που στη συνέχεια ο Βασίλης Κουρκουμέλης, υιοθέτησε και έγινε γνωστός εντός και εκτός Ελλάδας. Μερικά χρόνια αργότερα, θα ανοίξουν μαζί την πρώτη τους μπουτίκ στην οδό Σόλωνος με δανεικά λεφτά. Το όνομα της μπουτίκ αυτής ήταν εμπνευσμένη από ένα τραγούδι της Κατερίνας Βαλέντε , “Βilly Bo exclusive’” σε μια πιο ελεύθερη μετάφραση από το γαλλικό beau “Ο Όμορφος Βασίλης”, άλλωστε κανένας δεν μπορούσε να αντισταθεί στην γοητεία του. Η μοναδική αυτή ομορφιά του, ήταν το κίνητρο για κάποιους να συρρέουν, όχι απαραίτητα να αγοράσουν ρούχα του, αλλά μόνο για να τον δουν και να τον θαυμάσουν λες και ήταν αξιοθέατο. Το μαγαζί στη Σόλωνος είναι γεγονός και με το όνομα «Billy Bo exclusive», κάνει τα εγκαίνια του το 1974.
Είναι ένας χώρος μοντέρνος ο οποίος αντλεί πολλά στοιχεία από το πολυκατάστημα Bida του Λονδίνου, το οποίο βρισκόταν τότε στις μεγάλες του δόξες. Είναι η εποχή που όλη η Αθήνα αρχίζει και μιλάει για την μπουτίκ στη Σόλωνος, για τον Μπίλι Μπο και που εκείνος αρχίζει να κερδίζει το ένα βραβείο μετά το άλλο. Έχοντας ολοκληρώσει τις σπουδές του στο σχέδιο μόδας, λαμβάνει μέρος σε ένα διαγωνισμό για νέους σχεδιαστές και κερδίζει το πρώτο βραβείο. Αυτό ήταν! Ο Βασίλης χαρακτηρίζεται ως ο Υves Saint Laurent της Ελλάδας δημιουργώντας ρούχα, τέλεια ραμμένα. Παράλληλα, ο σχεδιαστής σπούδασε σχέδιο μόδας στη «Βακαλό» και αργότερα στη σχολή «Βελουδάκη».
Η μπουτίκ γνώρισε μεγάλη επιτυχία, οδήγησε σε άνοιγμα νέων καταστημάτων, σε βραβείο από το περιοδικό «Γυναίκα» και σε δημοσιεύσεις του σε σημαντικά περιοδικά της εποχής. Όλη η κοσμική Αθήνα επισκέπτονταν τη μπουτίκ και ντύνονταν με δημιουργίες του. Διάσημα μοντέλα από το εξωτερικό έρχονταν, για να φορέσουν τα ρούχα του. Η Μελίνα Μερκούρη, η Μιμή Ντενίση και η Αλίκη Βουγιουκλάκη επισκέπτονταν συχνά τον οίκο Billy Bo, έκαναν παρέα μαζί του και συχνά τις έβλεπες να διασκεδάζουν μαζί του στα top στέκια της εποχής. Λίγο καιρό αργότερα, το αχτύπητο δίδυμο Τσέλιος – Μπο θα ανοίξει και άλλα καταστήματα στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα, στη Μύκονο ακόμα και στο Μανχάταν (1984). Αποκορύφωμα της επιτυχίας τους, όταν το 1981 σχεδίασαν τις στολές των αεροσυνοδών της Ολυμπιακής Αεροπορίας. Ο Μπίλι Μπο γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ελλάδα σε μια εποχή όπου η μόδα δεν είχε ακόμη διαμορφωθεί ως ισχυρή βιομηχανία στη χώρα. Από νεαρή ηλικία έδειξε ιδιαίτερη κλίση προς την αισθητική, το σχέδιο και τη δημιουργικότητα. Δεν ακολούθησε μια συμβατική πορεία· αντίθετα, διαμόρφωσε έναν προσωπικό δρόμο που βασίστηκε στην ανάγκη για έκφραση και υπέρβαση των στερεοτύπων.
Η αισθητική του ήταν τολμηρή, εκκεντρική και βαθιά επηρεασμένη από το διεθνές κλίμα της μόδας των 70s και 80s, αλλά πάντα με μια ελληνική υπογραφή. Σε μια εποχή που η ελληνική κοινωνία ήταν ακόμη συντηρητική σε πολλά επίπεδα, ο Μπίλι Μπο δεν προσπάθησε να προσαρμοστεί. Αντίθετα, χρησιμοποίησε τη μόδα ως μέσο προσωπικής ελευθερίας και καλλιτεχνικής δήλωσης. Δείτε ένα αφιέρωμα στον Μπίλι Μπο στον “Καφέ με την Ελένη”:
Η μοιραία συνάντηση της ζωής του με τον Μάκη Τσέλιο
Η γνωριμία του με τον Μάκη Τσέλιο αποτέλεσε καθοριστικό σημείο, όχι μόνο στην προσωπική του ζωή, αλλά και στην επαγγελματική του πορεία. Οι δύο άνδρες δεν ένωσαν απλώς τις δημιουργικές τους δυνάμεις, δημιούργησαν ένα από τα πιο εμβληματικά δίδυμα της ελληνικής μόδας. Η συνεργασία τους δεν ήταν μόνο μια επαγγελματική συνεργασία. Ήταν μια βαθιά σχέση ζωής, που συνδύαζε την καλλιτεχνική έμπνευση με την προσωπική οικειότητα. Στις δημιουργίες τους συνυπήρχαν το θεατρικό στοιχείο, η πολυτέλεια και η υπερβολή. Η δουλειά τους απευθυνόταν σε μια Ελλάδα που άρχιζε τότε να ανοίγεται προς τη διεθνή μόδα και να αναζητά νέες μορφές έκφρασης.
Όλα ξεκίνησαν ένα μεσημέρι του Απρίλη του 1971, όταν, ανεβαίνοντας την οδό Πινδάρου στο Κολωνάκι, ο Μάκης Τσέλιος μαγνητίστηκε από την ομορφιά ενός δεκαεπτάχρονου αγοριού που κατέβαινε παρέα με έναν συνομήλικο φίλο του. Πλησιάζοντας ο ένας τον άλλον, αιφνιδιάστηκε ευχάριστα, καθώς αναγνώρισε στο πρόσωπό του ένα παιδί που το ήξερε από τον Πειραιά, όπου είχε μεγαλώσει και ο ίδιος. Ο Βασίλης ήταν γειτονόπουλο από τα Καμίνια, ενώ εκείνος ήταν από την Πηγάδα – λαϊκές γειτονιές που απείχαν παρασάγγας από την πραγματικότητα του κέντρου της Αθήνας και έμεναν πρόσφυγες και οικογένειες εργατών του λιμανιού ή των γύρω εργοστασιακών μονάδων. Τι γύρευε ένα αγόρι από την πιο υποβαθμισμένη περιοχή του Πειραιά στην πιο σνομπ γειτονιά της Αθήνας; Τότε ακόμα δεν ήξερε τι ακριβώς, αλλά για ένα πράγμα ήταν βέβαιος: ήθελε πάση θυσία να αποδράσει από τη μιζέρια του σπιτιού και της φτωχογειτονιάς του και το μόνο διαβατήριο που είχε εκείνη τη στιγμή δεν ήταν άλλο από την ομορφιά του.
Μπίλι Μπο – Μάκης Τσέλιος: Ένας έρωτας μέσα και έξω από τη σκηνή της μόδας
Η σχέση του Μπίλι Μπο με τον Μάκη Τσέλιο υπήρξε βαθιά προσωπική και πολυεπίπεδη. Σε μια εποχή που οι κοινωνικές προκαταλήψεις ήταν έντονες, οι δύο άνδρες έζησαν τη σχέση τους με τρόπο που συνδύαζε διακριτικότητα αλλά και ειλικρίνεια μέσα στο περιβάλλον τους. Ο έρωτάς τους δεν ήταν απλώς μια ιδιωτική υπόθεση, αποτέλεσε και πηγή δημιουργίας. Η συναισθηματική τους σύνδεση αποτυπωνόταν στον τρόπο που συνεργάζονταν, στις επιλογές τους, στην αισθητική τους κατεύθυνση. Η μόδα τους είχε συχνά ένα έντονο συναισθηματικό φορτίο, σαν να μετέφερε την ένταση και τη φλόγα της σχέσης τους. Παρά τις δυσκολίες που μπορεί να υπήρχαν λόγω κοινωνικών αντιλήψεων της εποχής, οι δυο τους κατάφεραν να δημιουργήσουν έναν κοινό κόσμο, όπου η τέχνη και η ζωή δεν διαχωρίζονταν εύκολα.
Σε συνέντευξη που έδωσε ο σχεδιαστής το 2022 στο «Στούντιο 4» είχε αποκαλύψει ότι ερωτεύτηκε τον Μπίλι Μπο. Αρχικά, είχε δηλώσει: «Ήταν Μάιος και ήταν ανθισμένες οι νεραντζιές. Αυτό το είπα εγώ. Και εκείνος γύρισε και κοίταξε πίσω να δει ποιος το είπε. Και μου λέει “ναι πράγματι”. Και τότε του λέω “εσύ ποιος είσαι ο Βασίλης;” και μου λέει “ναι”. Ήταν 17 και εγώ 26, 9 χρόνια διαφορά είχαμε. Όταν πιάσαμε την κουβέντα, ξαναβρεθήκαμε και εγώ σκέφτηκα ότι θέλει κάποιον να τον βοηθήσει. Ήταν και πολύ ερωτεύσιμος από τους πάντες, άνδρες και γυναίκες. Σε σταματούσε η ομορφιά του. Μαζί μου υπήρχε έρωτας σημαντικός και λέω αυτόν τον άνθρωπο πρέπει να τον βοηθήσω. Τότε πήγαινε σε μία σχολή χορού, αλλά δεν ήταν… Χόρευε στα μπουζούκια, και σκέφτηκα μήπως βρούμε κάτι άλλο και τον έβαλα στη σχολή “Βακαλό”. Ήταν άνθρωπος δικός μου και τον βοήθησα». Όταν στη συνέχεια, ο δημοσιογράφος Θανάσης Αναγνωστόπουλος τον ρώτησε: «Τον ερωτεύτηκες» εκείνος αποκρίθηκε: «Ε ναι, δεν το έχω ξαναπεί δημόσια, αλλά το ξέρει ο κόσμος».
Η μεγάλη αναγνώριση στην Ελλάδα και στην Νέα Υόρκη
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80, ο οίκος μόδας που δημιούργησαν γνώρισε σημαντική επιτυχία. Οι δημιουργίες τους φορέθηκαν από καλλιτέχνες, παρουσιαστές και ανθρώπους της υψηλής κοινωνίας. Το όνομα Μπίλι Μπο έγινε συνώνυμο της εκκεντρικότητας, της πολυτέλειας και της θεατρικότητας στη μόδα. Οι επιδείξεις τους δεν ήταν απλές παρουσιάσεις ρούχων, ήταν καλλιτεχνικά γεγονότα. Μοντέλα, μουσική, σκηνικά και φωτισμοί συνδυάζονταν για να δημιουργήσουν μια ολοκληρωμένη εμπειρία. Αυτή η προσέγγιση τους ξεχώρισε από πολλούς άλλους σχεδιαστές της εποχής στην Ελλάδα. Παράλληλα, η διεθνής μόδα άρχισε να επηρεάζει όλο και περισσότερο το ελληνικό κοινό, και οι δημιουργίες τους βρήκαν απήχηση στον κόσμο που αναζητούσε κάτι διαφορετικό από τα συνηθισμένα. Η μεγάλη συνεργασία έρχεται λίγο αργότερα. Η πρώτη μπουτίκ Έλληνα σχεδιαστή στη Νέα Υόρκη, στη γωνία Park Avenue και 59 Δρόμοι ανοίγει, με λαμπερούς προσκεκλημένους αλλά χωρίς τον Μπίλι Μπο, ο οποίος πάσχει από AIDS και λίγο καιρό αργότερα αφήνει την τελευταία του πνοή.
«House of Billy Bo: Ο σχεδιαστής μόδας Βασίλης Κουρκουμέλης, ο πολυαγαπημένος Billy Bo στο διαμέρισμα του στο Κολωνάκι στα μέσα της δεκαετίας του 80, όταν το αστέρι του μεσουρανούσε στην Ελλάδα και ο ίδιος άνοιγε τα φτερά του για τη διεθνή αγορά, προετοιμάζοντας το κατάστημα του στην 5th Avenue στη Νέα Υόρκη. Το μαγαζί ήταν υπερπαραγωγή, γκρεμίστηκε και φτιάχτηκε από την αρχή με πιθάρια, κίονες, Καρυάτιδες και με υλικά που μεταφερόντουσαν με ειδικά κοντέινερ από την Ελλάδα, ένα πραγματικό αριστούργημα που έγινε θέμα φωτογράφισης σε όλα τα νεουρκέζικα περιοδικά: Δες τι έλεγε ο Μάκης Τσέλιος στο Στούντιο 4 για αυτό:
Εκείνη την εποχή είχε δηλώσει: «Ο κάθε καλλιτέχνης στην Ελλάδα πρέπει να επιδεικνύει ανά πάσα στιγμή την πολιτική του ταυτότητα, για αν τυγχάνει της συμπάθειας της εκάστοτε κυβέρνησης. Εγώ δεν ακολούθησα αυτό το δρόμο. Ούτε τις κυρίες της χούντας έντυσα, ούτε εμφανίστηκα στις κυρίες των μετέπειτα καταστάσεων ως “αντιστασιακός” για να τις ντύσω κι αυτές, όπως έκαναν οι περισσότεροι. Δεν γνωρίζω αν θα τις έδιωχνα. Δεν θα τους κρατούσα όμως και την ομπρέλα. Ούτε και θα την κρατήσω ποτέ σε κανένα, εκτός κι αν είμαι από κάτω εγώ!…» Όλες οι σταρ της εποχής περνάνε το κατώφλι του και ακούνε τις ενδυματολογικές του συμβουλές. Η Μελίνα, η Λάσκαρη και η Βουγιουκλάκη, της οποίας υπέγραψε και τα κοστούμια για την παράσταση «Τζούλια». Στο κεντρικό δισέλιδο του προγράμματος εμφανιζόταν η Αλίκη δεξιά και ο Βασίλης αριστερά. Στην ίδια παράσταση έπαιζε και η Μιμή Ντενίση.
Ο Βασίλης μεθάει από την επιτυχία, αλλά δεν «καβαλάει το καλάμι». Ο Μάκης Τσέλιος ξέρει να τον συγκρατεί, αλλά εκείνος δεν παύει να νιώθει κόμπλεξ για τη λαϊκή του καταγωγή. Δεν αναφέρει ποτέ τη λέξη «Καμίνια». Θεωρείται αρνητικό στοιχείο, αν και στα ίδια μέρη μεγάλωσε −και ήταν στενός του φίλος− ο Χρήστος Κυριαζής, ο μετέπειτα τραγουδιστής και σχεδιαστής επίπλων. Όταν κάποια στιγμή έκαναν ανακαίνιση του ατελιέ, τα έπιπλα τα σχεδίασαν μαζί. Για να απεμπολήσει τη λαϊκή του προέλευση μαθαίνει όσο πιο πολλά μπορεί. «Είναι τόσο αριστοκράτης, θέλει τα καλύτερα. Δεν πατάει στη γη, γιατί δεν θέλει να πατήσει» υπογραμμίζει ο Τσέλιος. Ο Βασίλης λατρεύτηκε. Ήταν είδωλο. Γι’ αυτό ακριβώς, για να προλάβω κάποιες καταστάσεις, χτίστηκε ο μύθος σωστά. Δεν ήξερε κανείς από πού προερχόταν, σήμερα τα λέμε αυτά. Ήταν ένα ωραίο παιδί που ντυνόταν καταπληκτικά και όλοι τον ζήλευαν”. Ο Τσέλιος, πολύ σύντομα έπειτα από εκείνη την καρμική συνάντηση, έμελλε να γίνει ο μέντοράς του και επί της ουσίας ο δημιουργός του φαινομένου «Billy Bo», όπως έγινε γνωστό στο πανελλήνιο το εντυπωσιακό αγόρι από τα Καμίνια. Προτού κυριαρχήσει το lifestyle και λίγο πριν η Μύκονος, το αγαπημένο του νησί, γίνει τουριστική βιομηχανία.
Όλος ο κόσμος στα πόδια του. Η μεταμόρφωση του λαϊκού παιδιού σε είδωλο
Το πρώτο πράγμα που αποσιωπήθηκε επιμελώς τα χρόνια που ακολούθησαν, ώστε να γίνει αποδεκτός από τα μεγαλοαστικά σαλόνια του Κολωνακίου, ήταν η καταγωγή του, δηλαδή το πού μεγάλωσε. Ήταν ένα από τα πράγματα που γνώριζε με βεβαιότητα ότι έπρεπε να καλύψει με πέπλο μυστηρίου ο κατά οκτώ χρόνια μεγαλύτερός του άντρας, που από κει και πέρα θα ταύτιζε την επαγγελματική του ζωή και μέρος της προσωπικής του με το αγόρι εκείνο. Κι αυτό ήταν μόλις ένα από τα πολλά που σκαρφίστηκε για να χτίσει την εντυπωσιακή καριέρα του νεαρού καλονού.
Αλλά, για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, ας πάρουμε τα γεγονότα από την αρχή. Το ότι έπρεπε να «ξεχαστούν» τα Καμίνια δεν είχε να κάνει μόνο με το ότι ήταν «λαϊκά» αλλά και με το ότι ο Βασίλης δεν είχε και τις ωραιότερες αναμνήσεις από εκεί. Ο Μάκης Τσέλιος θυμάται: «Ο Βασίλης είχε δύσκολα παιδικά χρόνια, όπως άλλωστε όλοι οι άνθρωποι τότε. Οι δρόμοι στις γειτονιές ήταν από χώμα και φαντάσου ότι ακόμα περνούσε ο νερουλάς. Γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 1954, Υδροχόος το ζώδιο. Την ημέρα που τον είδα πρώτη φορά, ξαφνιάστηκα. Είχε μια ιδιαιτερότητα, ήταν σαν ένα πριγκιπόπουλο σε λάθος περιβάλλον… Σαν να είχε γεννηθεί σε λάθος σπίτι. Ήθελε πάρα πολύ να ανέβει, χωρίς να έχει εφόδια όμως. Εγώ τον βρήκα να κάνει μαθήματα χορού στη σχολή Ντε Πιαν. Συναντηθήκαμε μερικές φορές κι έβλεπα ότι αναζητούσε την παρέα σοβαρότερων ανθρώπων. Άρχισε να χορεύει στου Μοστρού στην Πλάκα, με τις αδελφές Μπρόγιερ και στο θέατρο, στο “Μαριχουάνα Στοπ”, με τον Μεταξόπουλο. Ήταν τόσο ωραίος, που πετούσαν περισσότερα λουλούδια σε αυτόν παρά στις Μπρόγιερ! Εμένα δεν με ικανοποιούσε αυτό που έκανε και ήθελα να τον βοηθήσω για κάτι άλλο.
Εκείνα τα χρόνια ασχολιόμουν με τις πωλήσεις αυτοκινήτων. Λίγο μετά, διέκοψα από την εταιρεία στην οποία εργαζόμουν και σκεφτόμουν να κάνω κάτι που θα περιλάμβανε και τον Βασίλη. Ως μέντοράς του δεν ήθελα να βαλτώσει στα χορευτικά ενός μπαλέτου, αν και δούλευε πια με τον Σειληνό και την Ιωαννίδου. Ήθελα να τον πάρω από κει και να κάνω μαζί του κάτι σημαντικό γιατί το άξιζε. Διέθετα ένα πακέτο χρημάτων από την αποζημίωσή μου, 135.000 δραχμές. Νοικιάσαμε ένα σπίτι στην πλατεία Βικτωρίας, κοντά στην οικογένειά μου, και από το 1971 μέχρι το 1973 σερνόμασταν με διάφορες ιδέες. Ήταν πολύ όμορφα χρόνια γιατί υπήρχαν ελπίδες. Γράφω τον Βασίλη στη Βακαλό, που ήταν πολύ σημαντική σχολή εκείνο τον καιρό, περισσότερο καλλιτεχνική όμως. Όταν σταμάτησαν το τμήμα Μόδας, ο Βασίλης πήρε μεταγραφή στη Σχολή Βελουδάκη. Μια καλή μας φίλη βρίσκει έναν χώρο στο Κολωνάκι, ένα μαγαζί-τρύπα στη Σόλωνος 1, και το διαμορφώνουμε σε μια μικρή γωνιά μόδας. Γιατί στο Κολωνάκι; Γνωρίζαμε κόσμο εκεί, ήταν ο καφές μας. Ήξερα τον Ντίμη Κρίτσα που είχε υπάρξει σχεδιαστής πολλά χρόνια, αλλά είχε σταματήσει πια να ασχολείται και διατηρούσε ένα κλαμπ. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, μπήκαμε στην κοινωνία της Αθήνας που θέλαμε. Εκεί, άλλωστε, γεννήθηκε η ιδέα να ασχοληθούμε με τη μόδα, καταβάλλοντας μεγάλες προσπάθειες, καθώς εγώ γνώριζα κυρίως από εμπόριο».
Προγραμμάτιζε τα πάντα μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια και δεν άφηνε τίποτα στην τύχη. Όπως το ότι πολύ πριν από το άνοιγμα του πρώτου μαγαζιού είχαν μετακομίσει ήδη στο Κολωνάκι, στην οδό Βαλαωρίτου. «Μπορεί οι άνθρωποι να πιστεύουν ότι τα πράγματα έγιναν από μια μαγική δύναμη, αλλά όχι. Η δύναμη η μαγική δημιουργείται όταν κυλήσεις τα πράγματα εκεί που θέλεις. Έστησα το στόρι. Δεν ήταν δυνατόν να βγει ένας σχεδιαστής στο Κολωνάκι και να είναι από την Καλαμάτα. Γι’ αυτό ο Βασίλης δεν μιλούσε για την περιοχή όπου γεννήθηκε. Γιατί κινούμασταν σε μια κοινωνία όπου παίζει σημασία η εικόνα. Μπορεί να του το συγχωρούσαν γιατί ήταν όμορφος, γιατί ήταν πετυχημένος, αλλά αν το μάθαιναν πιο πριν, δεν θα τον άφηναν. Ήταν στημένο, λοιπόν, όλο» εξηγεί ο Τσέλιος.
Χλιδή, πάρτι, δόξα και ο έρωτας του Βαλεντίνο
«Ο Βασίλης λατρεύτηκε. Ήταν είδωλο. Γι’ αυτό ακριβώς, για να προλάβω κάποιες καταστάσεις, χτίστηκε ο μύθος σωστά. Δεν ήξερε κανείς από πού προερχόταν, σήμερα τα λέμε αυτά. Ήταν ένα ωραίο παιδί που ντυνόταν καταπληκτικά και όλοι τον ζήλευαν. Έστελνε τα αγόρια της αριστοκρατίας να φτιάξουν πρώτα το σώμα τους και μετά να έλθουν να ντυθούν. Δεν χαριζόταν. Κι ερχόντουσαν όλοι. Από την οικογένεια Βαρδινογιάννη μέχρι την οικογένεια Μαρτίνου, η Ιλεάνα Μακρή, είχαμε κάνει και το νυφικό της Μαρίας Δαμανάκη − ποιον να πρωτοθυμηθώ! Ερχόντουσαν πολλοί πολιτικοί, επίσης. Από καλλιτέχνες, η Μαρινέλλα, η Τζένη Βάνου, η Μελίνα, μέχρι και η Ελένη Βιτάλη. Η Μιμή Ντενίση, που πάντα τον υποστήριζε, πολύ φίλη, πολύ γλυκιά και πολύ συνεργάσιμη. Αλλά οι καλλιτέχνες ήθελαν, πια, να στέκονται δίπλα του» συμπλήρωνε ο Μάκης Τσέλιος μιλώντας για το πιο αγαπημένο πρόσωπο της ζωής του.
Παρά την ασταμάτητη δουλειά, οι δυο τους ξενυχτάνε στα μπουζούκια, στην Αυτοκίνηση, στα μοδάτα κλαμπ της εποχής. «Ζούσαμε έντονα, πηγαίναμε σε κλαμπ, στα μπουζούκια, πάντα στο καλύτερο τραπέζι, με όλους τους φίλους μας καλεσμένους. Τα λεφτά τα τρώγαμε μαζί τους. Ταξίδι στο Παρίσι; Όλοι μαζί. Και όλα πληρωμένα από εμάς. Μας έδινε ο Θεός χρήματα, αλλά ξοδεύαμε για τους φίλους μας, δεν τα μαζεύαμε» θυμάται ο Μάκης.
Στο μεταξύ, έχουν ανοίξει κι ένα μαγαζί στη Μύκονο. «Θεωρούσαμε ότι ήταν το διαβατήριό μας για το εξωτερικό. Ήταν ένα πολύ ωραίο νησί, είχε αρχίσει η ανοδική του πορεία. Υπήρχε το μπαρ Pierro’s, οι 9 Μούσες, το Ρεμέτζο. Ανοίγουμε στο κέντρο της Μυκόνου, στα Ματογιάννια, πόλο έλξης όλης της Ελλάδας το καλοκαίρι. Το μαγαζί έχει στο πίσω μέρος και τρία δωμάτια και μένουμε εκεί. Κάνουμε μεγάλη εντύπωση γιατί δεν υπήρχε άλλη τέτοια μπουτίκ, ήταν σταθμός για το νησί. Υπήρχε ο Γαλάτης που πουλούσε ελληνικά ρούχα, αλλά εμείς είχαμε μοντέρνα ρούχα, πουλόβερ με κοτόν, μεγάλες μπλούζες μακό, μακριές πουκαμίσες, φορέματα-πιζάμες, πουκάμισα μακριά για τους άντρες, με σκισίματα. Κάναμε κι εκεί την επανάστασή μας. Το μαγαζί, όλο άσπρο-μπλε, με πλακάκια, κι αντί για κρεμαστάρια, τσιγκέλια από χασάπικο. Όποια διασημότητα περνούσε από τη Μύκονο, περνούσε και από το μαγαζί. Ήρθε ο Βαλεντίνο, που ερωτεύτηκε τον Βασίλη και δεν ξεκόλλαγε. Ο Ερρίκο Κόβερι, ο Μοντανά, ο Τιερί Μιγκλέρ, ο Στιβ Ρουμπέλ του Studio 54, η Grace Jones, οι Φίστενμπεργκ, βασιλείς, ο Φον Κρουπ. Πολλοί σημαντικοί άνθρωποι όπως και πολλοί των γραμμάτων και των τεχνών».
Ο Μάκης Τσέλιος, ως συγκροτημένος άνθρωπος, μέσα σε αυτήν τη δίνη των εξελίξεων διατηρούσε πάντα έναν φόβο μη χαθούν ξαφνικά όλα. Έτσι, μάζευε λεφτά τα οποία ανήκαν και στους δύο και τα οποία, κατά κανόνα, τα έριχναν πίσω στη δουλειά. Ο Βασίλης σπαταλούσε, δεν του έλειπε τίποτα. Και σίγουρα δεν μπορούσε να αποβάλει μια σχεδόν αμετροεπή φιλαρέσκεια. «Μπορούσες να τον κατακτήσεις αν του έλεγες ότι ήταν ωραίος. Ήταν ένα μικρό παιδί. Αυτός ο άνθρωπος, που ο κόσμος πίστευε ότι ήταν δύσκολο να τον πλησιάσεις, ήταν ένα παιδί» εξηγεί ο μέντοράς του.
Η στήριξη του Μάκη Τσέλιου

Πώς πετύχανε να κάνουν επανάσταση; Ο Τσέλιος λέει: «Ήταν πολύ ιδιαίτερα τα ρούχα που κάναμε. Εκείνη την εποχή ήταν της μόδας οι καμπάνες, τα στενά, χαμηλοκάβαλα παντελόνια. Εμείς κάναμε το παντελόνι κανονικά, με πιέτες και ρεβέρ. Η παραγωγή μας αποτελούνταν κατά 30% από αντρικά ρούχα και κατά 70% από γυναικεία. Προτείναμε μεγάλα πουλόβερ, αλλάζοντας τη μορφή και σε αυτό. Θεωρώ ότι είχε έρθει η στιγμή να αλλάξει η μόδα και το κάναμε πρώτοι εμείς. Είχε φύγει το ’70, εμείς ανοίξαμε στις παρυφές του και ήμασταν επηρεασμένοι από αυτό μεν, αλλά δεν το ακουμπήσαμε. Ήταν η εποχή των “παιδιών των λουλουδιών”, με τα μακριά, ανοιχτά πουκάμισα, με τις δαντέλες. Δουλεύαμε μαζί, σαν δίδυμο, αλλά έβαλα μπροστά τον Βασίλη. Ήταν όμορφος, νέος, θελκτικός». Κάθε μας επίδειξη διαρκούσε τρεις μέρες, τρία απογεύματα, για να χωρούν από 150 μέχρι 200 κυρίες και κύριοι κάθε φορά. Υπήρχε χώρος διαμορφωμένος για να κάνουμε επιδείξεις με μουσική ντίσκο και μοντέλα. Έδινε το παρών όλη η κοσμική Αθήνα.
Ο Μάκης Τσέλιος θυμάται: «Ζητούσαν ένα casual, ένα πρωινό κι ένα βραδινό και τα ρούχα που παρουσίασε ο Βασίλης ήταν ολοκληρωμένες δημιουργίες επαγγελματία σχεδιαστή. Σύμφωνα με τους κριτές, η δουλειά που παρουσιάσαμε είχε “τελειωμένα” ρούχα, και τα είχε δημιουργήσει ο Βασίλης. Ξοδέψαμε χρήματα για να γίνουν όπως έπρεπε κι έτσι ήλθε η πρωτιά που βοήθησε πολύ. Μπήκε στις εφημερίδες, έγινε εξώφυλλο στη “Γυναίκα”, όλα αυτά έδωσαν ώθηση το μαγαζί. Η ανταποκρίτρια της “Vogue” και αρθογράφος στη “Βραδυνή”, Μαρίνα Δημητρακοπούλου, έγραψε: “Ένας καινούργιος Βαλεντίνο γεννιέται στην Αθήνα”.
Καθοριστικό ρόλο στη δύσκολη περίοδο της αρρώστειας του Μπίλι Μπο έπαιξε η παρουσία του Μάκη Τσέλιου. Η σχέση τους μετατράπηκε σε έναν δεσμό βαθιάς φροντίδας και αφοσίωσης. Ο Τσέλιος στάθηκε δίπλα του μέχρι το τέλος, σε μια περίοδο όπου η ανθρώπινη υποστήριξη είχε τεράστια σημασία.”Ήταν αλματώδης η πορεία και μέσα σε έναν χρόνο πήραμε και το δίπλα μαγαζί. Επεκταθήκαμε, γίναμε ένα. Άρχισαν να συρρέουν όλα τα κορίτσια και τα αγόρια των καλών οικογενειών της Αθήνας. Άλλωστε, δεν υπήρχε άλλη τέτοιου τύπου μπουτίκ. Τα πλουσιόπαιδα ερχόντουσαν να πάρουν ρούχα σχεδιαστή και να ξεφύγουν από τη νοοτροπία του σπιτιού τους. Μέχρι τότε, τα κορίτσια, αλλά και τα αγόρια, ντυνόντουσαν κατά το πρότυπο της μητέρας τους και έβγαινε κάτι πολύ συντηρητικό. Μ’ εμάς απελευθερώθηκαν και έδειξαν και στη μάνα τους και στον πατέρα τους πώς να ντυθούν. Αυτή ήταν η μεγάλη αλλαγή. Πόσο μάλλον όταν αργότερα έβαλε ο Βασίλης το πρόσωπό του στην πρόσκληση της επίδειξης. Εκείνη τη στιγμή, δεν υπήρχε κάτι πιο lifestyle. Ταυτόχρονα, ήταν πάρα πολύ εγωιστικό, αλλά πέτυχε γιατί μπήκε στα δωμάτια των κοριτσιών, δίπλα στο γραφείο τους, όπου μελετούσαν. Ήθελαν όλοι να έρθουν να δουν αυτό τον ωραίο νέο, κι εμείς αυτό το πουλούσαμε. Ζούσαμε έντονα, πηγαίναμε σε κλαμπ, στα μπουζούκια, πάντα στο καλύτερο τραπέζι, με όλους τους φίλους μας καλεσμένους. Τα λεφτά τα τρώγαμε μαζί τους. Ταξίδι στο Παρίσι; Όλοι μαζί. Και όλα πληρωμένα από εμάς. Μας έδινε ο Θεός χρήματα, αλλά ξοδεύαμε για τους φίλους μας, δεν τα μαζεύαμε» θυμάται ο Μάκης Τσέλιος.
Η συνύπαρξή τους μέσα στην ασθένεια ανέδειξε τη διάσταση της αγάπης που ξεπερνά τις κοινωνικές συμβάσεις και τις δυσκολίες. Δεν επρόκειτο απλώς για έναν ρομαντικό δεσμό, αλλά για μια σχέση ζωής που δοκιμάστηκε στα όριά της. Την ίδια στιγμή στην Αθήνα οι φήμες είχαν ήδη αρχίσει να οργιάζουν. Χωρίς κανείς να ξέρει πως, η είδηση διέρρευσε, λίγες εβδομάδες μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων στον Βασίλη. Σε χρόνο ρεκόρ, όλη η Αθήνα συζητούσε για το ότι ο Μπίλι Μπο έχει AIDS. Επικρατούσε μια τρομοκρατία στους κοσμικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους. Επώνυμοι που τον είχαν συναναστραφεί και τον είχαν αγγίξει τρέχουν απεγνωσμένα για να κάνουν εξετάσεις και αδημονούν για την υγεία τους. Η εξαφάνιση του από το τέλος του καλοκαιριού, και η απουσία διάψευσης της φημολογίας δεν βοηθούσε καθόλου την κατάσταση. Οι υπερβολές του Τύπου ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο. Κάποιοι ανέφεραν ότι ήταν ετοιμοθάνατος, άλλοι ότι ήταν ήδη νεκρός. Η έλλειψη ενημέρωσης για την ασθένεια δημιουργούσε καταστάσεις απίστευτης υπερβολής.
Αναγνώστρια περιοδικού έφτασε στο σημείο να ρωτήσει αν κινδυνεύει να κολλήσει Aids από ένα μπλουζάκι Μπίλι Μπο που είχε αγοράσει. Οι δημοσιογράφοι έφτασαν μέχρι το πατρικό του Βασίλη αναστατώνοντας και τρομάζοντας τους γονείς του, μιλώντας τους λες και ο μοναχογιός τους ήταν ήδη νεκρός.
Ο θάνατος και το τέλος μιας εποχής
Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, η παγκόσμια κοινότητα ήρθε αντιμέτωπη με την κρίση του AIDS, μιας ασθένειας που τότε συνοδευόταν από έντονο φόβο, άγνοια και κοινωνικό στίγμα. Ο Μπίλι Μπο βρέθηκε αντιμέτωπος με αυτή τη σκληρή πραγματικότητα. Η ασθένεια και το τραγικό τέλος του το 1987, είχαν προκαλέσει σοκ στην ελληνική κοινωνία. Ο ταλαντούχος σχεδιαστής βρέθηκε αντιμέτωπος με τον ΗIV την στιγμή που άγγιζε την κορυφή. Είχε ανοίξει τα φτερά του πέρα από τα σύνορα της Ελλάδα, πέρα και από τον Ατλαντικό Ωκεανό. Όλα ήταν έτοιμα για την έλευση του στη Νέα Υόρκη, είχε συναντηθεί με τον Άντι Γουόρχολ, ετοίμαζε τα εγκαίνια της πρώτης του μπουτίκ στην Park Avenue… Ήρθε αντιμέτωπος με την ασθένεια όταν ισοδυναμούσε με θανατική καταδίκη, σε μια εποχή γεμάτη άγνοια, φόβο, προκατάληψη, όταν ακόμα δεν είχε βρεθεί καμία αποτελεσματική θεραπεία για τον HIV και οι σημερινές αγωγές που εξασφαλίζουν μια φυσιολογική ζωή, υπήρχαν μόνο στη σφαίρα της φαντασίας.
Τα πρώτα συμπτώματα ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 1986, ένας βήχας που επέμενε, δέκατα, μια αίσθηση κούρασης, στοματίτιδα, κανένα όμως από αυτά δεν προκάλεσε ανησυχία. Όταν όμως τον Σεπτέμβριο τα δέκατα συνέχισαν να επιμένουν και να τον ταλαιπωρούν καθημερινά, ο Μπίλι Μπο αποφάσισε να υποβληθεί σε εξετάσεις και ο γιατρός του, πρότεινε να κάνει για καλό και για κακό την εξέταση για αυτή την νέα ασθένεια που είχε προκαλέσει παγκόσμιο πανικό. Η συγκυρία το έφερε ώστε ο αδελφικός του φίλος και συνεργάτης Μάκης Τσέλιος να βρίσκεται εκείνες τις ημέρες για επαγγελματικούς λόγους στο Παρίσι. Ο Βασίλης του τηλεφώνησε λέγοντας πως αντί αποτελεσμάτων, ο γιατρός του τον ενημέρωσε, πως έπρεπε να κάνει ξανά την εξέταση γιατί είχε σπάσει ο δοκιμαστικός σωλήνας που περιείχε το αίμα του. Με τη σύμφωνη γνώμη του γιατρού του, ο σχεδιαστής αποφάσισε να κάνει τις εξετάσεις στο Παρίσι μακριά από την ελληνική αδιακρισία κοντά στον καλό του φίλο. Οι εξετάσεις επαναλήφθηκαν και οι μεγαλύτεροι φόβοι επιβεβαιώθηκαν.
Η ασθένεια δεν επηρέασε μόνο τη σωματική του υγεία αλλά και την καθημερινότητά του, την επαγγελματική του δραστηριότητα και την ψυχολογική του κατάσταση. Παρά τις δυσκολίες, παρέμεινε συνδεδεμένος με τον κόσμο της δημιουργίας όσο μπορούσε, δείχνοντας αξιοπρέπεια και εσωτερική δύναμη. Εκείνη την εποχή, η ενημέρωση γύρω από το AIDS ήταν περιορισμένη και συχνά φορτισμένη με προκαταλήψεις. Αυτό έκανε την κατάσταση ακόμη πιο δύσκολη για τους ασθενείς, οι οποίοι έπρεπε να αντιμετωπίσουν όχι μόνο την ασθένεια αλλά και την κοινωνική απομόνωση.
Η ανακοίνωση του αποτελέσματος έκανε φυσικά τον Βασίλη να καταρρεύσει. Παρότι ο γιατρός του είπε ότι η γενική του εικόνα έμοιαζε καλή, παρόλη τη βεβαιότητα του ότι το καινούργιο τότε φάρμακο κατά της νόσου, το AZT, θα τον βοηθούσε πολύ στη μάχη του με την αρρώστια και τις διαβεβαιώσεις ότι θα έκαναν ότι μπορούσαν για να τον διατηρήσουν υγιή, ο ίδιος έμοιαζε να μην βρίσκει ελπίδα πουθενά. Γνώριζε άλλωστε καλά την τότε μοίρα των θυμάτων της ασθένειας, το χειρότερο όμως ήταν ότι η τελευταία ελπίδα που υπήρχε, να είναι δηλαδή απλά φορέας της νόσου και όχι ασθενής, είχε εξανεμιστεί. Τις επόμενες μέρες οι ενδελεχείς εξετάσεις έδειξαν ότι τα πράγματα ήταν ακόμη χειρότερα από ότι είχαν φανταστεί.
Το ανοσοποιητικό σύστημα του Βασίλη είχε ήδη χτυπηθεί τόσο από τη νόσο ώστε στους πνεύμονες του να υπάρχει ήδη το μικρόβιο Pneumonocystis Carini, πρώτη αιτία θνησιμότητας στους ασθενείς, τότε. Ο πυρετός του πλέον άγγιζε το 41. Τελικά εισήχθη για θεραπεία στο American Hospital. Χάρη στις φροντίδες του Μάκη Τσέλιου, όλα ήταν προσεγμένα ώστε ο ασθενής να αισθάνεται όσο το δυνατόν πιο άνετα. Αποκλειστικές νοσοκόμες, ένας καλός φίλος από την Αθήνα και πάνω από όλους ο ίδιος ο Μάκης που υπερέβη εαυτόν. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του δεν τον έβλεπε κανένας, δεν ήθελε εκείνος να τον δει έτσι όπως είχε αλλοιωθεί η εικόνα του. Έσβηνε σαν το κερί, είχε χάσει τα μαλλιά του, τα δόντια του και ζύγιζε μόλις 40 κιλά. Ήταν η σκιά του εαυτού του πια. Μόνο ο Μάκης Τσέλιος τον επισκεπτόταν στο σπίτι της Βάρκιζας όπου ζούσε απομονωμένος και οι δυο του αδερφές με τις οποίες είχε πολύ στενή σχέση. Του άρεσε να βλέπει το φως και την θάλασσα…
Στις 13 Ιουνίου 1987 ο Μπίλι Μπο έφυγε από τη ζωή, στην ηλικία των 33, που θεωρείται τραγικά νεαρή για έναν άνθρωπο με τόσο έντονη δημιουργική διαδρομή μπροστά του. Ο πνευματικός του υποστήριξε ότι έφυγε πολύ ήσυχα, αφού είπαν μαζί το “Πάτερ Ημών” έβγαλε έναν αναστεναγμό, έγειρε το κεφάλι και έφυγε η ψυχούλα του, σαν άγγελος. Ο θάνατός του σηματοδότησε όχι μόνο την απώλεια ενός καλλιτέχνη αλλά και το τέλος μιας ιδιαίτερης περιόδου για την ελληνική μόδα. Η απώλειά του προκάλεσε συγκίνηση στον καλλιτεχνικό κόσμο και σε όσους είχαν συνεργαστεί μαζί του. Παράλληλα, άφησε πίσω του ένα έργο που εξακολουθεί να αναγνωρίζεται για την αισθητική του τόλμη και τη συμβολή του στην εξέλιξη της μόδας στην Ελλάδα. Σήμερα, η μνήμη του παραμένει ζωντανή ως σύμβολο δημιουργικότητας, ελευθερίας και καλλιτεχνικής έκφρασης.
Η ιστορία του μαζί με τον Μάκη Τσέλιο αποτελεί επίσης μια υπενθύμιση ότι πίσω από κάθε καλλιτεχνικό έργο υπάρχουν ανθρώπινες σχέσεις, συναισθήματα και προσωπικές διαδρομές που συχνά δεν φαίνονται με την πρώτη ματιά. Στο κοιμητήριο της Βάρκιζας αναπαύεται εδώ και 39 χρόνια ο Βασίλης Κουρκουμέλης, ο άνθρωπος που λατρεύτηκε από όλο τον κόσμο και σκόρπισε θλίψη και μεγάλο πόνο με την απουσία του παίρνοντας μαζί του και την αθωότητα της δεκαετίας των 80ς… Δες ένα αφιέρωμα και μια περιήγηση στο μνήμα του:
Ότι δεν ειπώθηκε για το ειρηνικό «τέλος» του Μπίλι Μπο.
Ηχητικό αρχείο με το πατέρα Γεώργιο Σχοινά που μιλά για την επαφή του Βασίλη με τον πνευματικό που εξομολογήθηκε λίγες ώρες πριν το θάνατό του. «Οι άνθρωποι φεύγουν νωρίς γιατί μάλλον ο Θεός τους θέλει». Το Ιούλιο του 1986 οι δύο συνεργάτες Μπίλι Μπο και Μάκης Τσέλιος ταξιδεύουν στην Αμερική. Λίγο πριν πετάξουν, ο Βασίλης έχει κάποιες ενοχλήσεις, πυρετούς και βήχα που θεωρήθηκαν από τον γιατρό του κρύωμα. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, φεύγουν για διακοπές στη Μύκονο, αλλά ζητά από το Μάκη Τσέλιο να περάσουν από την Παναγία της Τήνου που το ήθελε πολύ. Πήγε σε ένα εκκλησάκι υπόσκαφο, με ζωγραφισμένες εικόνες στον τοίχο. Πολύ ήρεμο μέρος, όπου μπορείς να προσευχηθείς, αν το θέλεις. “Θέλω να μπω μόνος μου” είπε στον Τσέλιο. Βγαίνοντας από το εκκλησάκι τον κοίταξε και είπε: “Μάκη, είδα την Παναγία και δεν με χαιρέτησε, έφυγε τρέχοντας. Δεν είναι καλό, δεν με ήθελε η Παναγία”. Ίσως το γεγονός αυτό αποτέλεσε το πρώτο του βήμα για την γνωριμία με τον πνευματικό του που εξομολογήθηκε. Από δω αρχίζει ο μικρός Γολγοθάς του.
Τα νέα ταξιδεύουν σαν αστραπή. Στο νοσοκομείο του Παρισιού ο Βασίλης ζητά από τον Τσέλιο να του φέρει μια ηχογραφημένη Θεία λειτουργία από τον Άγιο Λευτέρη του Πειραιά. Ο Τσέλιος, επιστρέφει από την Αθήνα στο Παρίσι και μόλις έφτασε, μπήκε στο δωμάτιό του με μάσκα και του παρέδωσε την κασέτα με τη Θεία Λειτουργία. Εκείνος την άκουσε και πήρε απέραντη δύναμη. Ο Βασίλης ήθελε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Ο γιατρός επέμενε ότι έπρεπε να πάει στην Αμερική, αλλά είπε πως αν το ήθελε πολύ, μπορούσε να πάει στην Ελλάδα. Μόλις έφτασαν στην Ελλάδα έκαναν μια Λειτουργία που ήθελε ο Βασίλης στον Αϊ-Γιώργη στο Καβούρι. Μετά την επιστροφή του Βασίλη στην Αθήνα φεύγει για Αμερική για να λάβει το φάρμακο ΑΖΤ. Το ΑΖΤ δεν το πήρε ποτέ. Οι γιατροί αποφάνθηκαν ότι θα πέθαινε σε 2 μέρες, αν το έπαιρνε. Είχε πια προβλήματα και με την όρασή του. Αποφασίζεται ότι πρέπει να γυρίσουν στην πατρίδα για να πεθάνει εκεί. Το τέλος ήταν πια θέμα ημερών. Το ταξίδι της επιστροφής στην Ελλάδα ήταν μια περιπέτεια. Είχε μείνει μόλις 40 κιλά, με εξαντλημένο τον οργανισμό του. Ο Βασίλης Κουρκουμέλης – Billy Bo έσβησε στο σπίτι στο Καβούρι, με έναν Εσταυρωμένο μπροστά του, δύο μέτρα ύψος. Δες το βίντεο:
Ο επίλογος μιας τραγικής ιστορίας
Πριν χάσει τη μάχη με τον θανατηφόρο ιό, ο Μπίλι Μπο, τηλεφώνησε από την Αμερική στη δημοσιογράφο Λένα Ζαννιδάκη, να της δώσει μια τελευταία συνέντευξη. Την είχε διαλέξει, επειδή του είχε συμπεριφερθεί με ήθος στα ένδοξα χρόνια της καριέρας του. Η συντάκτρια του Ταχυδρόμου δέχθηκε και όταν επέστρεψε τον συνάντησε. «Ζω», της είπε. «Πείτε ότι ζω». “Τραβήξτε όσες φωτογραφίες θέλετε και γράψτε ότι ΖΩ! Κάποτε παρουσιάσατε στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ το σπίτι μου στην Μύκονο και το ονομάσατε ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ. Ήμουνα ευτυχισμένος τότε, γεμάτος όνειρα και φιλοδοξίες. Φωτογραφίστε με και τώρα για την εφημερίδα σας, όπως είμαι, απογυμνωμένο από όνειρα και φιλοδοξίες”. Ενώ, σε άλλο σημείο συνεχίζει λέγοντας: “Πέρασα πολλές ανακατατάξεις στη ζωή μου, την είδα από άλλη σκοπιά, είδα τις ματαιότητες της, τις προσφορές, τις μικροχαρές, τις οδύνες, τις πληγές της. Αν τα βάλεις σε μια ζυγαριά, τι βαραίνει άραγε περισσότερο; Αυτό που σου δίνει ή αυτό που σου παίρνει;”
Η σημερινή γενιά δεν μπορεί να καταλάβει τον πανικό που επικράτησε τότε με την έξαρση του Aids, μια ασθένεια σχετικά άγνωστη για εκείνη την εποχή που κανένας δεν γνώριζε με ποιον τρόπο μεταδιδόταν και αν υπήρχε ίαση στον ασθενή με την κατάλληλη αγωγή. Η ζωή του Μπίλι Μπο είναι ένα μωσαϊκό από δημιουργία, έρωτα, αγώνα και απώλεια. Από τη λαμπερή πορεία του στον χώρο της μόδας μέχρι τη δύσκολη μάχη του με το AIDS, η διαδρομή του αποτυπώνει την ένταση μιας ζωής που έζησε χωρίς συμβιβασμούς. Μαζί με τον Μάκη Τσέλιο, άφησε πίσω του ένα αποτύπωμα που εξακολουθεί να εμπνέει. Η ιστορία τους δεν είναι μόνο ένα κεφάλαιο της ελληνικής μόδας, αλλά και μια ανθρώπινη ιστορία για την αγάπη, την αντοχή και την αναμέτρηση με το πεπρωμένο.




">
">
">
">
">
">
">
">