Με την βαθιά αισθαντική φωνή του, την αριστοκρατική παρουσία του και την υποκριτική του ευφυΐα, ο Γιάννης Φέρτης κατάφερε να αφήσει με την παρουσία του στον καλλιτεχνικό χώρο, ανεξίτηλο αποτύπωμα για περισσότερες από έξι δεκαετίες. Ο γνωστός πρωταγωνιστής, ανήκε σε εκείνη τη γενιά ηθοποιών που αντιμετώπιζαν το θέατρο ως λειτούργημα και όχι σαν επάγγελμα, ενώ η προσωπική του ζωή απασχόλησε κατά καιρούς το κοινό εξαιτίας των σημαντικών ερωτικών και συζυγικών του σχέσεων.

Ένα από τα στοιχεία που ξεχώριζαν τον Γιάννη Φέρτη ήταν η σεμνότητά του. Παρά τη μεγάλη του επιτυχία, απέφευγε τις υπερβολές και δεν επιδίωκε την προβολή. Σε ελάχιστες συνεντεύξεις που είχε δώσει, περισσότερο στο παρελθόν γιατί τα τελευταία χρόνια τις απέφευγε, μιλούσε περισσότερο για την τέχνη παρά για τον εαυτό του. Πίστευε ότι ο ηθοποιός πρέπει να κρίνεται από τη δουλειά του και όχι από τη δημόσια εικόνα του.

Χασάπης με τον μπαλντά στο χέρι, φλέρταρε με την υποκριτική

Φέρτης

Ο Γιάννης Φέρτης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 1938. Μεγάλωσε σε μια δύσκολη εποχή, καθώς η παιδική του ηλικία συνέπεσε με τα χρόνια του πολέμου και της Κατοχής. Από νωρίς έδειξε ενδιαφέρον για τις τέχνες και ιδιαίτερα για το θέατρο, το οποίο τον γοήτευε ως χώρος έκφρασης και δημιουργίας. Ο Γιάννης Φέρτης είχε καταγωγή από το ορεινό χωριό Δάφνη του Νομού Φθιώτιδας. Ο ίδιος είχε πει ότι από μικρή ηλικία έλεγε πως θα γίνει ή χασάπης, το επάγγελμα του πατέρα του, ή ηθοποιός. Πράγματι, εργάστηκε για λίγο καιρό στο κρεοπωλείο του πατέρα του «Τα πέντε αδέρφια», αλλά τελικά τον κέρδισε η υποκριτική, καταφέρνοντας να φοιτήσει στο Θέατρο Τέχνης κι από εκεί να βρεθεί στο ιστορικό Υπόγειο του Κάρολου Κουν. “Είμαστε τέσσερα παιδιά, τρία αγόρια και μια αδερφή μικρότερη. Μεγάλος ήμουν και θυμάμαι τη μάνα μου, που είχε χάσει το παιδί της, να μου λέει: «Πρόσεχε, Γιαννάκη μου, μην έχουμε τα ίδια, μην πίνεις, μην ξενυχτάς». Η μάνα μου ήταν αρνητική με το θέατρο και παρέσερνε και τον πιο συγκαταβατικό πατέρα μου. Της έλεγα «θα γίνω ή ηθοποιός ή χασάπης», πράγμα που δεν πίστευα βέβαια” έχει πει ο ίδιος για την ζωή του στο χασάπικο.

Ο ηθοποιός σε παλαιότερη συνέντευξή του έλεγε για την τρέλα που είχε με το θέατρο: “Πήγαινα στο Γυμνάσιο, νυχτερινό, αλλά στο χασάπικο τα πρωινά έκανα και λίγο θέατρο, βούταγα δηλαδή τα χέρια μου στο αίμα από τα σφαχτά και πασάλειβα τη λευκή ποδιά μου. Ο τότε ιδιοκτήτης του εστιατορίου «Ιντεάλ» ψώνιζε κρέας από μας. Μου έδιναν ένα μπούτι από μοσχάρι να τους το πάω. Το κρατούσα από το κότσι και ξεκινούσα με τα πόδια. Έλα όμως που πέρναγα αναγκαστικά από το Θέατρο Τέχνης. Άφηνα το μπούτι, χάζευα τις φωτογραφίες των ηθοποιών, το ξανάπαιρνα και συνέχιζα, όλο αυτό γινόταν. Ήμουν ψωνισμένος με το Τέχνης και το Εθνικό. Ο μεγαλύτερος αδελφός μου με πήγε την πρώτη φορά στο θέατρο, στο Ακροπόλ. Είδα τη Συνοδινού και τον Ηλιόπουλο. Εντυπωσιάστηκα. Μετά άρχισα να πηγαίνω και μόνος μου. Στα 16 μου το αποφάσισα. Το ήξεραν και οι καθηγητές μου στο σχολείο. Με απασχολούσε πώς θα το πάρουν οι γονείς μου. Μάζευα τα προγράμματα, διάβαζα τις κριτικές και τις κολλούσα πάνω στο πρόγραμμα. Θυμάμαι ότι μια εφημερίδα έγραφε ότι το Τέχνης δεν έχει λεφτά και σκεφτόμουν ότι αν είχα, θα τους έδινα… Πήγα στο Τέχνης, έδωσα εξετάσεις, πέρασα. Ο Κουν μας έβγαλε από το δεύτερο έτος στο θέατρο. Έπαιξα με τη Μελίνα. Είχα τύχη, θα είχα και προσόντα. Πήγαινα και αγόραζα θεατρικά έργα, διάβαζα ρόλους και τους απήγγελνα. Τελικά έδωσα εξετάσεις στου Κουν, αφού εκεί ήθελα να πάω απ’ την αρχή”.

Σπούδασε στη δραματική σχολή του Δημήτρη Ροντήρη, ενός από τους σημαντικότερους δασκάλους της ελληνικής θεατρικής ιστορίας. Η μαθητεία κοντά στον Ροντήρη υπήρξε καθοριστική για τη διαμόρφωση της υποκριτικής του προσωπικότητας. Ο νεαρός τότε ηθοποιός διδάχθηκε την πειθαρχία, την προσήλωση στο κείμενο και την ανάγκη βαθιάς κατανόησης κάθε ρόλου. Έτσι έγινε η πρώτη του επαφή με τη σκηνή σε νεαρή ηλικία, όταν άρχισε να συμμετέχει σε θεατρικές παραστάσεις και να αποκτά πολύτιμες εμπειρίες δίπλα σε μεγάλους πρωταγωνιστές της εποχής. Ο Γιάννης Φέρτης ήταν από αυτά τα εξαιρετικά ταλέντα που λάμπουν από την πρώτη μέρα της ύπαρξής τους στο θέατρο, όταν το «Κοτοπούλη» το είχε ο Ντίνος Ηλιόπουλος και έπαιζε με την Άννα Συνοδινού, και ο Φέρτης ήταν 14 ετών. Καμιά αντίσταση δεν ήταν ικανή να φρενάρει τον ασίγαστο πόθο του να γίνει ηθοποιός. Ούτε η μάνα του τα κατάφερε, που ήθελε το παιδί της να σπουδάσει, να μη μείνει στο χασάπικο του πατέρα του, στη Βαρβάκειο. Ο ίδιος ήταν κακός μαθητής του νυχτερινού, αλλά υπήρχε κάτι πολύ επίμονο μέσα στον Φέρτη και όσοι τον γνώριζαν ήξεραν ότι δύσκολα αλλάζει γνώμη.

Το συγκλονιστικό τέλος των γονιών του όπως το περιγράφει ο ίδιος!

Ο δημοφιλής ηθοποιός περιγράφοντας την καθημερινότητά του με την οικογένειά του έλεγε σε κάποιες συνεντεύξεις του: “Οι γονείς μου ήταν απλοί άνθρωποι. Ο πατέρας μου στα 13 του ήρθε απ’ το χωριό στην Αθήνα κατευθείαν για δουλειά σε χασάπικο. Μαζί με τα αδέρφια του κοιμόντουσαν πάνω στα ψυγεία, ώσπου έπιασαν λεφτά και στο τέλος έκαναν το δικό τους χασάπικο. Η μητέρα μου, από χωριό επίσης της ορεινής Φθιώτιδας, είχε κατέβει με τους γονείς της στον κάμπο ως μικρό κορίτσι. Πρωτοπήγα στο χωριό το ’52, αφού κάποια χωριά είχαν αδειάσει τελείως λόγω του Εμφυλίου. Έτσι, μας έπαιρνε ο πατέρας μου και μας πήγαινε στο πατρικό του, του παππού. Μου άρεσε πάρα πολύ όλη αυτή η απομόνωση μέσα στα έλατα, στα 1.100 μέτρα υψόμετρο.

Στο παρακείμενο χωριό της μητέρας μου, από τις μικρότερες αδερφές της έμαθα να χορεύω τσάμικο και καμιά φορά χόρευα στα πανηγύρια. Ήμασταν μια παρέα από νέα παιδιά, το πολύ μέχρι 20 ετών, που τα βράδια μαζευόμασταν, κάναμε παρέα και τραγουδάγαμε. Ωραίες μνήμες έχω!
Θυμάμαι μια εικόνα: να είμαι μεγάλος, να τελειώνω την παράσταση, να παίρνω το αμάξι και να πηγαίνω στο χωριό μόνος μου. Μου αρέσει πολύ η οδήγηση τη νύχτα. Έβαζα κι άκουγα κασέτες με κλαρίνα και στη διαδρομή δάκρυζα. Τώρα έφτιαξα ένα σπίτι κι εγώ εκεί, γιατί μου άρεσε πάρα πολύ και στην Αθήνα έμενα στο ενοίκιο για πολλά χρόνια. Το έφτιαξα και για τους γονείς μου, όταν είχαν μεγαλώσει πολύ, γιατί στο παλιό, το δικό τους σπίτι, η κουζίνα ή το μπάνιο ήταν έξω, σε απόσταση, κι έπρεπε να μετακινούνται. Για δέκα χρόνια, μέχρι που πέθαναν, το χάρηκαν και το χαιρόμουν κι εγώ.

Οι γονείς του Γιάννη Φέρτη ήταν το απόλυτο πρότυπο για εκείνον αγάπης και παντοτινής αφοσίωσης. Ποτέ δεν μάλωσαν και μέχρι το τέλος της ζωής τους ήταν αγαπημένοι. Εκείνος με μεγάλη συγκίνηση περιέγραφε την σχέση τους: “Δεν ξέρω πόσο έντονα έχω μέσα μου τους γονείς μου, αλλά δεν θα ξεχάσω τη μητέρα μου που μου έκανε παράπονα γιατί δεν πήγαινα να τη βλέπω συχνά. Δεν ήταν μόνη, έμενε σε μια πολυκατοικία στην Αθήνα όπου έμενε κι η αδερφή μου στον από πάνω όροφο. Τους έχασα μεγάλους, το 2000 και τους δύο. Ο πατέρας μου, στα 97 του, «πήγε» από γεράματα. Δεν μπορούσε πια να περπατήσει, αλλά στο χωριό τον κυνηγούσαμε μέχρι τα 94 του, αφού ανέβαινε σε δέντρα να κόψει ελιές ή φρούτα κρυφά απ’ τη μάνα μου. «Έφυγε» ήρεμα στον ύπνο του. Η μητέρα μου, από εγκεφαλικό.

Με κάνετε τώρα να πω κάτι για πρώτη φορά: είχα πάει μια φορά στο σπίτι τους, τότε που «έφευγαν» κι οι δύο. Τους είχαμε σε ξεχωριστά δωμάτια για να μη βλέπει ο πατέρας μου πώς είχε γίνει η μάνα μου από το εγκεφαλικό. Τη σηκώναμε και στεκόταν καθιστή, με το κεφάλι κατεβασμένο. Καταλάβαινε, γιατί μου έκανε νοήματα. Λέω στην αδερφή μου: «Πώς θα ξαναβρεθούν οι δυο τους, βρε παιδί μου; Δεν φέρνουμε τον μπαμπά να τη δει λίγο;». Τον πήραμε με το καρότσι και τον βάλαμε απέναντί της, όπως καθόμαστε εμείς οι δύο τώρα. Της απλώνει το χέρι. Του απλώνει το δικό της. Την κοιτάει κατάματα. Τον κοιτάει κι αυτή… Αποχαιρέτισαν την επί 60 τόσα χρόνια κοινή τους ζωή. Το θυμάμαι τώρα και με πιάνουν τα κλάματα. Λίγο μετά πέθανε η μάνα μου.

Η αμηχανία στην ερωτική σκηνή με την Μελίνα Μερκούρη!

Φέρτης Γιάννης

Ο Γιάννης Φέρτης είχε πάρει τις αποφάσεις του, θα γινόταν ηθοποιός. Η ζωή του ωστόσο δεν ήταν το θέατρο, αλλά μέσα στο θέατρο. Ήθελε να παίζει, εκεί μπορούσε να εκφραστεί ο πλούσιος κόσμος ενός ανθρώπου που παρασύρθηκε από τα κύματα των μεγάλων κειμένων όταν ήταν έφηβος. Από το θέατρο Τέχνης άρχισε μια πορεία έξι και πλέον δεκαετιών, από το 1959 που αποφοίτησε από εκεί, ζεν πρεμιέ από τη χρονιά της αποφοίτησής του, να παίζει με βαμμένα ξανθά μαλλιά τον Τσανς στο «Γλυκό Πουλί της Νιότης», στο Υπόγειο, με τη Μελίνα Μερκούρη, σε μια ιστορική παράσταση.

Σε συνέντευξή του στην Lifo εκείνος είχε πει για τους ηθοποιούς που συνεργάστηκε: “Έχω συνεργαστεί με πολύ κόσμο, μύθοι σήμερα οι περισσότεροι: Μελίνα, Ντασέν, Κατράκης, Βουγιουκλάκη. “Δεν μου λείπουν, δεν νιώθω νοσταλγία και θα σας το εξηγήσω με ένα παράδειγμα του περασμένου καλοκαιριού, όπου βασικό ρόλο έπαιζε ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος. Θαύμαζα το πώς έπαιζε, το πώς λειτουργούσε το μυαλό του κι αισθανόμουν πως εγώ δεν έχω το ίδιο μυαλό. Θέλω να πω ότι και τώρα που παίζω με τον Πιατά και τον Μιχαηλίδη αισθάνομαι πάρα πολύ καλά.

Με τη Μελίνα, λόγου χάριν, ήταν άλλη κατάσταση: εγώ ήμουν παιδί κι εκείνη ήταν 39άρα περίπου, γκομενάρα. Είχα παίξει σε δυο εργάκια ίσαμε τότε και ξαφνικά βρέθηκα με τη Μελίνα! Θα πω κάτι αστείο, επίσης για πρώτη φορά: Έχουμε στο Θέατρο Τέχνης μια σκηνή ερωτική σε ένα κρεβάτι. Στο ένα μέτρο ήταν οι θεατές κι είχα πάθει πανικό, ξέρετε γιατί; Μου φορούσαν κάτι πιτζάμες μεταξωτές, λεπτές, που περίσσευαν, κι είχα πάνω μου τη Μελίνα, με τις ποδάρες της. Έλεγα μέσα μου «κι άμα μου σηκωθεί;». Να φανταστείτε, φορούσα σωβρακάκια και πήγα και πήρα σλιπάκι! (γέλια) Βέβαια, ποτέ δεν συνέβη αυτό, γιατί είχα τον νου μου πώς θα έπαιζα. Παιδί ήμουν, στα 21-22 μου. Το λέω τώρα, αλλά δεν το είπα ποτέ στη Μελίνα, με την οποία κάναμε και πολλή παρέα. Ντρεπόμουν, αλλά και να της το ‘λεγα, θα γελούσε πολύ και θα μου ‘κανε «Άντε, βρε!»(μιμείται την φωνή της Μελίνας).

Οι μεγάλες συνεργασίες, η Ξένια Καλογεροπούλου και η Τάνια Τσανακλίδου

Φέρτης Τσανακλίδου

Αν ρωτούσες τον Φέρτη, δεν θα σου έλεγε ποτέ ότι λαχταράει να παίξει αυτόν ή τον άλλο ρόλο, πάντα πίστευε ότι έκανε τη «δουλειά του», όσο καλύτερα μπορούσε. Δεν μετάνιωσε ούτε για τις επιτυχίες ούτε για τις αποτυχίες που του έφερε η δουλειά του, λίγοι ηθοποιοί είναι τόσο συνειδητοποιημένοι όσο ήταν εκείνος, που ήταν μέρος όλων των θεατρικών ζυμώσεων ιστορικών δεκαετιών και συνεργάστηκε με θρύλους, όμως δεν είχε καμιά ψευτομετριοφροσύνη, καμιά νοσταλγία. Αν και το ευρύ κοινό τον γνώρισε από τον κινηματογράφο και αργότερα από την τηλεόραση, το θέατρο υπήρξε πάντοτε η μεγάλη του αγάπη.

Κατά τη διάρκεια της μακράς καριέρας του συνεργάστηκε με κορυφαίους θιάσους και σκηνοθέτες, ερμηνεύοντας έργα του παγκόσμιου και ελληνικού ρεπερτορίου. Υπηρέτησε με συνέπεια τόσο το κλασικό όσο και το σύγχρονο θέατρο, αποδεικνύοντας την ευρύτητα του ταλέντου του.
Μέχρι το τέλος το θέατρο ήταν για κείνον ένα γόνιμο παιχνίδι, πάντα έβρισκε ότι γύρω του υπάρχει κάτι καλύτερο, ότι αυτός θα μπορούσε καλύτερα, ότι οι νεότεροι έχουν ταλέντο και ψάχνουν αυτό που έψαχνε και ο ίδιος. Στο Τέχνης έπαιξε στους «Όρνιθες» –εκεί γνώρισε τον Μάνο Χατζιδάκι και έγιναν αγαπημένοι φίλοι–, στη συνέχεια στα έργα «Ευρυδίκη», «Επικίνδυνη Στροφή», «Άσκηση πέντε δακτύλων», μέχρι που το 1975 μαζί με έναν άλλο απόφοιτο του Θέατρου Τέχνης, τον σκηνοθέτη Λεωνίδα Τριβιζά, ίδρυσαν το Λαϊκό Πειραματικό Θέατρο και στη συνέχεια με την Ξένια Καλογεροπούλου, με την οποία είχαν παντρευτεί από το 1964, έκαναν το δικό τους θιασαρχικό σχήμα που συνεχίστηκε και μετά τον χωρισμό τους με παραστάσεις όπως «Οι πεταλούδες είναι ελεύθερες», «Καημένε μου Μάρικ», «Γλάρος», «Ο σοβαρός κύριος Ερνέστος», «Η ηδονή της τιμιότητας», «Ο άνθρωπος, το κτήνος και η αρετή» κ.ά., μέχρι που οι δρόμοι τους χώρισαν οριστικά. Δες βίντεο από την “Ηλέκτρα” του Μιχάλη Κακογιάννη με την Ειρήνη Παπά το 1962:

Στη ζωή του είχε μπει η Τάνια Τσανακλίδου, που μετά τον χωρισμό τους παρέμεινε φίλη του μέχρι το τέλος, ενώ με την Ξένια Καλογεροπούλου δούλεψαν ξανά στη «Λοκαντιέρα» στο θέατρο “Πόρτα” και τους ένωνε πάντα η οικειότητα και η αγάπη. Δες τι έλεγε η Ξένια Καλογεροπούλου για τον Γιάννη Φέρτη στο Στούντιο 4 για την γνωριμία τους, τις οικονομικές αφραγκίες τους και τον χωρισμό τους:

Λάτρης του θεάτρου και των μεγάλων συνεργασιών

Στη σκηνή ενσάρκωσε ήρωες του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, του Αντόν Τσέχοφ, του Ίψεν και πολλών ακόμη σημαντικών δημιουργών. Οι κριτικοί συχνά επαινούσαν την ικανότητά του να συνδυάζει τη λιτότητα με την ένταση, αποφεύγοντας τις υπερβολές και υπηρετώντας τον ρόλο με ακρίβεια.
Ιδιαίτερη θέση στην πορεία του κατείχε η συνεργασία του με το Εθνικό Θέατρο, αλλά και με σημαντικές ιδιωτικές σκηνές. Για πολλούς θεατρόφιλους υπήρξε ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους μιας γενιάς που αντιμετώπιζε το θέατρο ως τέχνη υψηλής ευθύνης. Η «βουτιά» του Γιάννη Φέρτη στο εμπορικό θέατρο τού έφερε μεγάλες επιτυχίες και αξιομνημόνευτους ρόλους και σημαντικές συνεργασίες με ηθοποιούς, με τη Μελίνα Μερκούρη, με την οποία επανέλαβαν το 1980 στο θέατρο Αθηνά το «Γλυκό πουλί της νιότης», με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, με τη Μιμή Ντενίση που υπήρξε η δεύτερη σύζυγός του και συμπρωταγωνίστριά του, με την Τζένη Καρέζη και τον Κώστα Καζάκο, με τον Μάνο Κατράκη, με τους σκηνοθέτες Ζιλ Ντασέν, Σταμάτη Φασουλή, Γιούρι Λιουμπίμοφ, Νικίτα Μιλιβόγεβιτς, Αντώνη Αντύπα, Στάθη Λιβαθινό, ανάμεσα σε άλλους. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 συνεργάστηκε με το Αμφιθέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου και ερμήνευσε τον Βόυτσεκ, τον Άμλετ και δέκα χρόνια αργότερα τον Φάουστ. Επέστρεψε και στο Θέατρο Τέχνης το 2003 με μια μεγάλη επιτυχία, την «Προσωπική Συμφωνία» του Ρόναλντ Χάργουντ, που παίχτηκε για δυο σεζόν. Δες ένα αφιέρωμα για την ζωή του στο Στούντιο 4:

Το 2019, μετά από περισσότερους από 60 ρόλους που υποδύθηκε, πρωταγωνίστησε στο «Ένας αληθινός καουμπόι», κάνοντας την τελευταία του υπόκλιση στη σκηνή. Από το 1973, έπαιξε στην Επίδαυρο, με το ΚΘΒΕ Διόνυσος στις «Βάκχες», το Αμφιθέατρο Ορέστη στην «Ορέστεια» και έναν χρόνο αργότερα Ορέστη στην «Ηλέκτρα». Δες βίντεο από την τελευταία του παράσταση “Ένας αληθινός καουμπόη”

Υποδύθηκε ξανά τον Διόνυσο το 1993 και το 1997 τον Αγγελιοφόρο στον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» του Θεάτρου Τέχνης, τον Παιδαγωγό στην «Ηλέκτρα» του Εθνικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία Πίτερ Στάιν το 2007, το 2014 τον Δαρείο στους «Πέρσες» του ΚΘΒΕ. Το 2017 υποδύθηκε τον Φέρη στην τραγωδία «Άλκηστις» του Εθνικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου. Το 2019 είχε τον ρόλο του αφηγητή στο «Δάφνις και Χλόη» στη Μικρή Επίδαυρο σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μπογδάνου. Δες το βίντεο από τους “Πέρσες” του Αισχύλου στο ΚΘΒΕ το 2014 όπου πρωταγωνιστούσε:

Οι εκατοντάδες ταινίες και η “φωνή” της ελληνικής διαφήμισης με τα αμέτρητα σπικάζ

Η δεκαετία του 1960 αποτέλεσε περίοδο εκτόξευσης για τον Γιάννη Φέρτη. Ο ελληνικός κινηματογράφος βρισκόταν στην ακμή του και οι παραγωγές της εποχής αναζητούσαν νέους, γοητευτικούς και ταλαντούχους πρωταγωνιστές. Ο Φέρτης διέθετε όλα τα χαρακτηριστικά που απαιτούσε η μεγάλη οθόνη. Ψηλός, κομψός, χωρίς ιδιαίτερο σεξ απήλ, αλλά με έντονη παρουσία και ξεχωριστή φωνή, έγινε γρήγορα αγαπητός στο κοινό.

Συμμετείχε σε δεκάδες ταινίες που άφησαν το στίγμα τους στον ελληνικό κινηματογράφο. Οι ερμηνείες του κάλυψαν ένα ευρύ φάσμα χαρακτήρων, από ρομαντικούς ήρωες μέχρι σύνθετους δραματικούς ρόλους. Στον κινηματογράφο έκανε περισσότερες από 30 ταινίες, αλλά ποτέ δεν μιλούσε πολύ γι’ αυτές. Τις έκανε για να κερδίσει χρήματα, όπως έκανε και τηλεόραση για τον ίδιο λόγο, για να τα ρίξει στις θεατρικές του περιπέτειες, για να χτίσει το σπίτι του στο χωριό, αλλά όσο και αν τις υποτιμούσε, πολλοί θυμούνται αυτό τον ντελικάτο ηθοποιό, που “η παρουσία του σε οποιαδήποτε ταινία –και οι περισσότερες που έπαιξε βλεπόντουσαν έτσι κι αλλιώς– προσέθετε αυτομάτως μια γοητεία και μια εγκυρότητα που σε κρατούσαν μαγνητισμένο στα επί της μικρής, ασπρόμαυρης οθόνης τεκταινόμενα”. Ήταν το λεπτό παρουσιαστικό, η βαθιά, εκφραστική φωνή, το κλονισμένο χαμόγελο, η συστολή, η διακριτικότητα, ο συνδυασμός της θρυμματισμένης ευαισθησίας και των ευγενών προθέσεων – όλα αυτά και άλλα πιο ασαφή και “μαγικά” στοιχεία που συνιστούσαν μια ακαταμάχητη ερμηνευτική εξίσωση…», έγραφε ο δημοσιογράφος Δημήτρης Πολιτάκης για εκείνον. Τελευταίος ρόλος του στον ελληνικό κινηματογράφο ήταν το 2008 στη διασκευή του έργου τού Κωνσταντίνου Θεοτόκη «Σκλάβοι στα δεσμά τους» από τον Τώνη Λυκουρέση. Δες σκηνή από την ταινία:

Σε μια εποχή όπου κυριαρχούσαν αστέρες όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η Τζένη Καρέζη και ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ, ο Γιάννης Φέρτης κατάφερε να ξεχωρίσει χάρη στη διαφορετική υποκριτική του προσέγγιση. Δεν επεδίωξε ποτέ να γίνει εμπορικό είδωλο. Αντιθέτως, προτίμησε να χτίσει μια πορεία βασισμένη στην ποιότητα και την καλλιτεχνική συνέπεια. Η φωνή του, βελούδινη και εκφραστική, έμεινε στο τραγούδι «Σαν με κοιτάς», του 1971 μαζί με την Αφροδίτη Μάνου, το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως ηχητική επένδυση για την ταινία «Εκείνο το καλοκαίρι», και έντυσε για δεκαετίες διαφημίσεις για την τηλεόραση και το ραδιόφωνο.

Ήταν «η φωνή» της ελληνικής διαφήμισης, που συνδέθηκε με μια ολόκληρη εποχή, ήταν πρότυπο, αναγνωρίσιμη αυτομάτως και αυτά τα σπικάζ που καθόλου δεν ήθελε να κάνει στην αρχή και τα έκανε μόνο για να του εξασφαλίσουν την οικονομική του ανεξαρτησία, που δεν θα μπορούσε να έχει μόνο με το θέατρο, συνδέθηκαν με την καθημερινότητα όλων μας. “Μου γίνονταν προτάσεις για διαφήμιση, για σπικάζ, αλλά δεν δεχόμουν. Κάποια στιγμή μείναμε χωρίς λεφτά με την Ξένια, λίγα χρόνια πριν χωρίσουμε. Τότε είπα «ναι» κι άρχισα να βγάζω τρελά λεφτά για είκοσι λεπτά που έμπαινα στο στούντιο. Όταν έβγαλα όλα τα χρέη μου απ’ τη διαφήμιση, με θυμάμαι να φεύγω απ’ το στούντιο και να λέω: «Ρε παιδί μου, τι τυχερός που είσαι!». Δεν το έλεγα ψωνισμένος, χαιρόμουν που μου έτυχε να έχω μια ωραία φωνή, η οποία έκανε γι’ αυτό. Μπορεί να έκανα μια αποφώνηση, αλλά η φωνή μου να υπήρχε και σε μια επόμενη διαφήμιση του ίδιου προϊόντος. Πληρωνόμουν πάλι κανονικά. Πώς νομίζεις ότι έκανα το σπίτι στο χωριό, απ’ το θέατρο; Και το διαμέρισμα όπου μένουμε τώρα με τη γυναίκα μου, δικό μου πια, απ’ τη διαφήμιση έγινε! Δεν έχω επιχειρηματικό μυαλό, ακόμα και ως επιχειρηματίας ήμουν χάλια, για να το πω έτσι. Ποτέ δεν ρώταγα σκηνογράφους ή ενδυματολόγους, «όσα θέλετε, τόσα ξοδέψτε» τους έλεγα. Κάποιες φορές μπαίναμε μέσα, κάποιες άλλες βγάζαμε πολλά λεφτά” έλεγε σε συνεντεύξεις του.

Ο γάμος με την Καλογεροπούλου και την Ντενίση και η απιστία με την Τσανακλίδου

Η προσωπική ζωή του Γιάννη Φέρτη απασχόλησε αρκετές φορές τον Τύπο, κυρίως λόγω των σχέσεών του με σημαντικές προσωπικότητες του ελληνικού θεάτρου. Πρώτος του μεγάλος έρωτας και σύζυγος υπήρξε η Ξένια Καλογεροπούλου. Οι δύο καλλιτέχνες γνωρίστηκαν σε νεαρή ηλικία και δημιούργησαν ένα από τα πιο λαμπερά ζευγάρια του ελληνικού θεάτρου. Ο γάμος τους συγκέντρωσε το ενδιαφέρον του καλλιτεχνικού κόσμου, καθώς επρόκειτο για δύο πρόσωπα με ιδιαίτερο ταλέντο και έντονη παρουσία. Παρά την αγάπη και την αμοιβαία εκτίμηση που υπήρχε ανάμεσά τους, η σχέση τους δεν κατάφερε να αντέξει στον χρόνο και οδηγήθηκε σε διάλυση.

Φέρτης Καλογεροπούλου

Με την Ξένια Καλογεροπούλου γνωρίστηκαν σε μια ταινία κι έγιναν αχώριστοι στη ζωή και στη σκηνή από το 1963 έως το 1972. Προσπάθησαν και οι δυο να μην διαρρεύσει η είδηση του γάμου τους, τελικά όμως το Μοναστηράκι, όπου τελέστηκε το μυστήριο, γέμισε από κόσμο που ήθελε να δει το διάσημο ζευγάρι από κοντά. Στη συνέχεια, επειδή ήταν και οι δύο αφοσιωμένοι στη δουλειά τους, συνδύασαν τον μήνα του μέλιτος με τα γυρίσματα της ταινίας «Η πρώτη αγάπη», που έγιναν στο Ναύπλιο.

“Με την Ξένια γνωριστήκαμε στην πρώτη ταινία που έπαιξα: η Ξένια, ο Ληναίος, η Βούρτση κι εγώ. Μάλιστα, τη μουσική είχε γράψει ο Χατζιδάκις κι εκεί πρωτακούστηκε το «Είμ’ αϊτός χωρίς φτερά» (σ.σ. αναφέρεται στην ταινία του Σωκράτη Καψάσκη Αγάπη και θύελλα του 1961). Θυμάμαι ότι είχαμε βραδινό γύρισμα με την Ξένια κάπου στη θάλασσα. Σταματήσαμε για φαγητό όλο το συνεργείο. Εμείς πήγαμε παραπέρα μόνοι μας κι όλοι οι άλλοι κατάλαβαν τι έτρεχε. Άρχισαν να μας πετάνε τα κουτάλια και τα πιρούνια τους και να μας πειράζουν.

Με την Ξένια ζήσαμε μαζί συνολικά δεκαπέντε χρόνια. Κάναμε και δικό μας θίασο για μια δεκαετία, από το ’66 έως το ’76. Είχε έρθει ο Λεωνίδας Τριβιζάς μετά τη Μεταπολίτευση κι έκανε το Λαϊκό Πειραματικό Θέατρο. Θελήσαμε να συμπράξουμε μαζί του ως παραγωγοί, ως ηθοποιοί, ως ζευγάρι, ως συνδημιουργοί. Μπορεί να ήταν ρίσκο, αλλά θέλαμε να κάνουμε και κάτι διαφορετικό. Δες το βίντεο με την Ξένια Καλογεροπούλου στην εκπομπή “Παρέα” της ΕΡΤ που μιλάει για τον γάμο της με τον Γιάννη Φέρτη, την αντίδραση του πατέρα της που δεν ήθελε συμπέθερο κρεοπώλη και την έβριζε ενώ την πήγαινε στην εκκλησία:

Ο Γιάννης Φέρτης αργότερα μιλούσε για την απιστία του με την Τάνια Τσανακλίδου και τον χωρισμό του με την Ξένια Καλογεροπούλου: “Μαζευτήκαμε κάποιοι άνθρωποι γύρω απ’ τον Τριβιζά, διαβάζαμε έργα, ψηφίζαμε το έργο που θέλαμε. Έναν χρόνο έμεινα εγώ, καθώς δεν μου πολυάρεσε η ανασφάλειά του. Εκεί ακριβώς χωρίσαμε με την Ξένια. Της είχα πει, εν τω μεταξύ, ότι τα είχα φτιάξει με την Τάνια. Δουλεύαμε μαζί ενόσω είχαμε χωρίσει κι εγώ αυτό δεν μπορούσα να το καταλάβω. Μια φορά με πιάσανε τα γέλια, γιατί μου φαινόταν τρελό όλο αυτό!

Με τη Μιμή Ντενίση, πάλι, γνωριστήκαμε το ’79 στον τηλεοπτικό Συμβολαιογράφο. Ήμασταν πολύ διαφορετικοί χαρακτήρες. Για καμία δεν έχω να πω τίποτα, ούτε να κατηγορήσω. Με τη Μαρίνα τώρα έχουμε σπάσει ρεκόρ, είμαστε μαζί συνολικά 25 χρόνια, παντρεμένοι τα τελευταία 20. Είμαστε καλά, μια χαρά”.

Όταν ο Γιάννης Φέρτης γνώρισε και ερωτεύτηκε την Τάνια Τσανακλίδου, υπήρξε ειλικρινής από την αρχή. Έτσι, εξομολογήθηκε στην Καλογερόπουλου τι του είχε συμβεί, οπότε και πήραν διαζύγιο, διατηρώντας πάντα μια εξαιρετική φιλική σχέση. Ποιος μπορεί να ξεχάσει το θρυλικό «Γιαννάκη, σ’ αγαπάω!» που ακούστηκε από την Τάνια Τσανακλίδου στον διαγωνισμό της Eurovision το 1978, κατά τη διάρκεια της ελληνικής συμμετοχής. Η τραγουδίστρια εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Παρίσι με το τραγούδι «Τσάρλυ Τσάπλιν». Λίγο πριν ανέβηκε στη σκηνή, ξέχασε ανοιχτό το μικρόφωνό της στα παρασκήνια και έστειλε αυτό το τρυφερό μήνυμα στον τότε σύντροφό της, Γιάννη Φέρτη, γράφοντας ιστορία στα τηλεοπτικά χρονικά ως μία από τις πιο γνωστές και αυθόρμητες στιγμές του διαγωνισμού. Δες το βίντεο:

Η Τσανακλίδου μερικά χρόνια αργότερα συγκινημένη από την είδηση του θανάτου του έγραψε για αυτόν: «Αντίο αγαπημένε μου Φίλε. Ήσουν ο πιο έντιμος και υπέροχος άντρας που γνώρισα στη ζωή μου. Καληνύχτα γλυκέ μου πρίγκιπα».

Μετά τον χωρισμό τους, ο Γιάννης Φέρτης παντρεύτηκε την Μιμή Ντενίση. Το 1981, ο Γιάννης Φέρτης παντρεύτηκε για δεύτερη φορά με τη Μιμή Ντενίση, στον ιερό ναό της Κρύπτης της Αγίας Φιλοθέης. Η Ντενίση είχε αναφερθεί στη σχέση τους πριν από αρκετά χρόνια, λέγοντας: «Γνωριστήκαμε στην πρώτη ανάγνωση του “Συμβολαιογράφου”. Toν ερωτεύτηκα με την πρώτη ματιά. Αυτό το παρουσιαστικό, αυτή η φωνή. Εκείνος, πάλι, δεν μου έδινε καμία σημασία. Όλο πλάκες μού έκανε και κόντρες. Πέρασε καιρός να εκδηλωθεί. Είναι κλειστός άνθρωπος ο Γιάννης. Τελικά παντρευτήκαμε». Δες βίντεο από τον “Συμβολαιογράφο”:

Όμως και αυτός ο γάμος έμελλε να έχει άδοξο τέλος μετά από επτά χρόνια, αφού οι δυο τους χώρισαν το 1988, όταν η Μιμή Ντενίση γνωρίστηκε με τον Αντώνη Τρίτση. Ο Γιάννης Φέρτης, τον οποίο η ίδια θεωρούσε Πυγμαλιώνα της, δεν της θύμωσε ποτέ, αντίθετα οι σχέσεις τους παρέμειναν καλές. Ο γάμος τους αποτέλεσε ένα από τα πιο πολυσυζητημένα γεγονότα της καλλιτεχνικής επικαιρότητας της εποχής. Η σχέση τους συνδύαζε δύο ισχυρές προσωπικότητες του θεάτρου. Συνεργάστηκαν καλλιτεχνικά και βρέθηκαν πολλές φορές στο επίκεντρο της δημοσιότητας. Παρ’ όλα αυτά, ούτε αυτή η ένωση είχε διάρκεια και το ζευγάρι ακολούθησε χωριστούς δρόμους. Παρά τους χωρισμούς, όσοι γνώριζαν τον Φέρτη μιλούσαν πάντοτε για έναν άνθρωπο που αντιμετώπιζε τις προσωπικές του σχέσεις με σοβαρότητα και σεβασμό.

Και η Μιμή Ντενίση με τη σειρά της με μια μακροσκελή ανάρτησή της αποχαιρέτησε τον Γιάννη Φέρτη με συγκινητικά λόγια: «Ήταν αυτός που μ ‘έκανε να αγαπήσω το θέατρο… Να πιστέψω στον εαυτό μου… αυτός που του ανήκει ένα μέρος από ό,τι έγινα !! Που ζήσαμε μαζί δέκα χρόνια, γεμάτα αγάπη, έρωτα και δημιουργία. Σήμερα έφυγες… αλλά δεν σ’ αποχαιρετώ. Θα σε έχω πάντα στην καρδιά μου!Όπως κι όλοι όσοι σε αγάπησαν. Κ είναι πολλοί!!! Όλο το θέατρο πενθεί για εσένα. Αγαπημένε μου».

Έρωτας μέχρι το τέλος με την σύντροφο ζωής του Μαρίνα Ψάλτη
Φέρτης Ψάλτης

Η τελευταία και πιο μακρόχρονη σχέση της ζωής του ήταν με την Μαρίνα Ψάλτη. Ο Γιάννης Φέρτης αγάπησε και αγαπήθηκε πολύ και το 2001 ένωσε τη ζωή του με την ηθοποιό Μαρίνα Ψάλτη. Η κοινή τους περιπέτεια κράτησε ένα τέταρτο του αιώνα. Σε συνέντευξή της η Μαρίνα Ψάλτη είχε πει για εκείνον: «Νιώθω ευγνωμοσύνη που παντρεύτηκα την αγάπη της ζωής μου, πράγμα που τις περισσότερες φορές δεν συμβαίνει και γιατί είμαι ακόμα υγιής και έχω κάνει πολλά από αυτά που ήθελα». Ο Γιάννης Φέρτης ήταν άνθρωπος που λάτρευε τη ζωή, και γι’ αυτό ήταν προετοιμασμένος για το τέλος. Σε συνέντευξή του στην τηλεόραση το 2016, είχε δηλώσει: «Φυσικά και λέω την ηλικία μου, είμαι 78 χρονών. Όχι, δεν με τρομάζει που περνά ο χρόνος. Δεν θέλω να πεθάνω, αλλά είμαι προετοιμασμένος ότι θα πεθάνω. Δεν θα πεθάνω; Ο αδερφός μου πέθανε 51 χρονών από καρκίνο, μικρότερος ήταν από μένα, ήταν βλάκας κι εγώ είμαι ο ξύπνιος; Έτσι είναι η ζωή, είμαι προετοιμασμένος και ελπίζω να μην υποφέρω.Την αρρώστια δεν θέλω! Όχι να πεθάνω στον ύπνο μου, όπως ο πατέρας μου, αλλά να μη βασανιστώ. Ίσως τα λέω όλα ήρεμα τώρα, να τα αντιμετωπίζω στωικά, αλλά όταν φτάσει η ώρα μου να είμαι χάλια και να τρομάξω. Δεν μπορείς να αποφύγεις τη φυσική ροή της ζωής και των πραγμάτων».

Ο Φέρτης ήταν ονειροπόλος, ταξιδευτής στον παράδεισο του θεάτρου, με σεβασμό στο συνάφι του, δεινός καπνιστής παλιότερα, αμετανόητος Παναθηναϊκός, έξυπνος ποκαδόρος, ένας ωραίος τύπος με χιούμορ οξυδερκές, συνεπής, με τη στόφα του σπάνιου καλλιτέχνη. Χορτάτος άνθρωπος, με απλότητα και δοτικότητα, βοήθησε πολύ τους φίλους του, νοιάστηκε για όσους αγαπούσε, κοίταξε στοργικά τους νεότερους συναδέλφους του και ένιωσε την αγάπη των φίλων του και των γύρω του και τον θαυμασμό του κοινού που δεν ζητούσε τίποτα παρά να τον βλέπει στη σκηνή. Για όσους τον γνώρισαν, το ανεπιτήδευτο λαμπρό και παρηγορητικό φως του δεν θα σβήσει ποτέ, είναι ένα πέρασμα απλώς στην άλλη πλευρά. Οι δύο ηθοποιοί έζησαν μαζί για πολλά χρόνια, δημιουργώντας μια σχέση βαθιάς αγάπης, αλληλοστήριξης και συντροφικότητας. Η Μαρίνα Ψάλτη στάθηκε στο πλευρό του σε όλες τις φάσεις της ζωής του, ιδιαίτερα κατά τα τελευταία χρόνια, όταν η υγεία του άρχισε να επιβαρύνεται. Όσοι τους γνώριζαν έκαναν λόγο για ένα δεμένο ζευγάρι που μοιραζόταν κοινές καλλιτεχνικές ανησυχίες αλλά και καθημερινές στιγμές μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Σε αντίθεση με άλλες σχέσεις της ελληνικής σόουμπιζ, η κοινή τους ζωή χαρακτηριζόταν από χαμηλούς τόνους και διακριτικότητα.

Το post για το σοβαρό πρόβλημα υγείας του και η αντίδραση της γυναίκας του!

“Παιδιά δικά μου δεν απέκτησα. Κάποτε ήθελα, όταν ήμουν με την Ξένια. Το προσπαθήσαμε. Όταν παντρεύτηκα με τη Μαρίνα, το συζητήσαμε. Της είπα: «Εγώ είμαι 66 ετών, είμαι μεγάλος, μεθαύριο μπορεί να πεθάνω». Σκεφτόμουν έναν ξάδερφο που είχα και που τον έκανε σε μεγάλη ηλικία ο πατέρας του. Πήγαινε στο σχολείο να τον πάρει κι αυτός ντρεπόταν που είχε τόσο μεγάλο πατέρα. Δεν περιμένω τίποτα απ’ τη ζωή. Και τι να μου φέρει τώρα; Μου έφερε πολλά όμορφα πράγματα και τώρα είμαι με μια γυναίκα που μ’ αγαπάει, με φροντίζει, όπως κι εγώ τη φροντίζω” έλεγε σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις ο Γιάννης Φέρτης.

Μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του παρέμεινε ενεργός καλλιτεχνικά. Συνέχισε να εμφανίζεται σε θεατρικές παραστάσεις και τηλεοπτικές παραγωγές, αποδεικνύοντας ότι η αγάπη του για την υποκριτική παρέμενε αναλλοίωτη. Οι άνθρωποι γύρω του τον αγαπούσαν ανενδοίαστα και είναι μια σπάνια περίπτωση, σε αυτή την τόσο άκαρδη δουλειά ο Γιάννης Φέρτης είχε ανθρώπους που τον αγαπούσαν βαθιά, φίλους καρδιακούς που δεν ήθελε ποτέ να στενοχωρεί. Αυτόν τον πολύ σοφό ηθοποιό που κουβαλούσε τον μόχθο της δουλειάς σαν πούπουλο, που έβλεπε και οσμιζόταν όλα όσα συνέβαιναν γύρω του, δεν θα τον άκουγες να κρίνει ποτέ αυστηρά, διδακτικά, δεικτικά. Ο Φέρτης ήταν ο αγαπημένος όλων για πολλές γενιές, ένας ήρεμος άνθρωπος που βαριόταν τα πολλά-πολλά και τα κοσμικά και η ψυχή του πετούσε και αγαλλίαζε πάνω από το χωριό του πατέρα του, τη Δάφνη, με τα κρυφά της μονοπάτια στα Βαρδούσια. Αν και γεννημένος στις παρυφές του Λυκαβηττού, εκεί ήθελε να γυρίζει κάθε φορά, μακριά από το πλήθος, στο καταφύγιο που έφτιαξε και το χωριό που φρόντισε.

Η Κάκια Ιγερινού, ηθοποιός και σεναριογράφος μετά από επιθυμία του ίδιου, όπως είπε, έγραψε ότι ο Γιάννης Φέρτης πάσχει από Αλτσχάιμερ, κάνοντας λόγο στην ανάρτησή της για μνήμη που σβήνει. Μάλιστα, όπως ανέφερε στο ποστ της ήταν επιθυμία του ίδιου του, «σαν συμπαράσταση σε ομοιοπαθείς». «Δύσκολο να θυμίζεις στον πιο πιστό σου φίλο ποιος είσαι κάθε δέκα λεπτά. Η μνήμη σβήνει. Κι αναλαμπές μόνο φωτίζουν ένα Άγιο παρελθόν. Αγάπης. Αφοσίωσης. Σεβασμού. Σπάνιες αρετές στις μέρες μας. Κι ο Γιάννης τις είχε όλες. Ακόμη τις έχει. Είναι το μόνο που δεν ξεχνάει: Η αξιοπρέπεια», έγραψε η Κάκια Ιγερινού. Σε σχόλιο της κάτω από την ανάρτηση, η Κάκια Ιγερινού διευκρίνισε: «Η φωτογραφία δική του επιθυμία. Κι η ανάρτηση το ίδιο. Σαν συμπαράσταση σε ομοιοπαθείς. Δεν κρύβει τίποτε από κανέναν. Ευχή του: Ευλογημένος εκείνος που θα βρει το φάρμακο γι’ αυτή τη νόσο».

Στην συνέχεια η σύζυγος του Γιάννη Φέρτη, Μαρίνα Ψάλτη διέψευσε πως ο ηθοποιός πάσχει από Αλτσχάιμερ. Σε επικοινωνία της με την εκπομπή της Φαίης Σκορδά και του Γιώργου Λιάγκα, είπε ότι ο Γιάννης Φέρτης δεν έχει Αλτσχάιμερ, δηλώντας, παράλληλα, σοκαρισμένη από την ανάρτηση της Κάκιας Ιγερινού. «Δεν ισχύει ότι ο Γιάννης Φέρτης πάσχει από Αλτσχάιμερ. Είμαι σοκαρισμένη γιατί η Κάκια Ιγερινού είναι φίλη του. Θέλουμε την ησυχία μας», δήλωσε η Μαρίνα Ψάλτη. Ο θάνατός του, το 2024, προκάλεσε συγκίνηση στον καλλιτεχνικό κόσμο και στο ευρύ κοινό. Πολλοί συνάδελφοί του μίλησαν για έναν σπουδαίο ηθοποιό αλλά και για έναν εξαιρετικό άνθρωπο, του οποίου η απουσία άφησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Η κηδεία στις 16/4/2024 έγινε στο A’ Κοιμητήριο Αθηνών.

Συγγενείς, φίλοι και συνεργάτες του σπουδαίου ηθοποιού, βρέθηκαν από νωρίς στο νεκροταφείο για να πουν το δικό τους αντίο. Ανάμεσά τους, και η τελευταία σύζυγος του Γιάννη Φέρτη, Μαρίνα Ψάλτη, η οποία συγκρατούσε με δυσκολία τα δάκρυά της. Στην εξόδιο ακολουθία έδωσε το παρών και η πρώτη σύζυγός του, Ξένια Καλογεροπούλου, αλλά και η Μιμή Ντενίση, η δεύτερη σύζυγος του αείμνηστου ηθοποιού. Συντριμμένος στην κηδεία ήταν και ο αδερφός του ηθοποιού, Κώστας Φέρτης. Η Μαρίνα Ψάλτη μόλις είδε να φτάνει στην εκκλησία, η πρώην σύζυγος του άντρα της, Ξένια Καλογεροπούλου, συνοδευόμενη από τον Σταμάτη Φασουλή έτρεξε να την αγκαλιάσει. Δες βίντεο από την κηδεία του:

Η κληρονομιά ενός μεγάλου πρωταγωνιστή

Ο Γιάννης Φέρτης ανήκε σε μια γενιά ηθοποιών που συνέδεσαν το όνομά τους με την ποιότητα, την πνευματικότητα και την αφοσίωση στην τέχνη. Δεν στηρίχθηκε σε σκάνδαλα ούτε σε εντυπωσιασμούς για να παραμείνει στην επικαιρότητα. Η πορεία του βασίστηκε αποκλειστικά στο ταλέντο, τη γνώση και την εργατικότητα. Η καλλιτεχνική του διαδρομή, οι σημαντικές θεατρικές και κινηματογραφικές ερμηνείες, αλλά και οι σχέσεις που σημάδεψαν την προσωπική του ζωή, συνθέτουν το πορτρέτο ενός ανθρώπου που έζησε με πάθος και αξιοπρέπεια.

Σήμερα, το όνομά του παραμένει συνδεδεμένο με μια χρυσή εποχή του ελληνικού πολιτισμού. Για τους παλαιότερους αποτελεί μια αγαπημένη ανάμνηση, ενώ για τους νεότερους ένα παράδειγμα καλλιτέχνη που απέδειξε ότι η αληθινή αξία δεν βρίσκεται στη δημοσιότητα, αλλά στη διάρκεια και στην ποιότητα του έργου που αφήνει πίσω του. Ο Γιάννης Φέρτης υπήρξε ακριβώς αυτό: ένας σπουδαίος πρωταγωνιστής που τίμησε το ελληνικό θέατρο και κέρδισε επάξια τη θέση του στην ιστορία του.