Ένας από τους μεγαλύτερους κωμικούς του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου έζησε μια ζωή γεμάτη επιτυχίες, έρωτες, οικογένεια, αλλά και μια σκοτεινή υπόθεση που συγκλόνισε την Ελλάδα του 1984. Ο Γιάννης Γκιωνάκης δεν ήταν μόνο ο αξέχαστος «Μπρίλης» από τα «Κίτρινα Γάντια». Ήταν ένας άνθρωπος με πάθη και αντιφάσεις, που γνώρισε την αποθέωση στη σκηνή, αλλά βρέθηκε ξαφνικά στο επίκεντρο μιας υπόθεσης που θα τον ακολουθούσε μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του, αναγνώρισε όμως τα λάθη του και παραδέχτηκε τα πάθη του.
Από την Ιατρική στο σανίδι

Ο Γιάννης Γκιωνάκης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 18 Σεπτεμβρίου 1922. Η μητέρα του λάτρευε να παίζει πιάνο και ο πατέρας του, επιφανής Αθηναίος, ήταν γιατρός αφροδισιολόγος αλλά κατά βάθος ήταν και αυτός ένας καλλιτέχνης. Μεγαλωμένος σε ένα τέτοιο οικογενειακό περιβάλλον με πολλές κοινωνικές συναναστροφές, αρχικά όλα έδειχναν πως και ο ίδιος θα ακολουθούσε την ίδια διαδρομή του πατέρα του. “Η μητέρα μου έπαιζε καταπληκτικό πιάνο και ο πατέρας μου τραγουδούσε. Τα βράδια καθόμουνα και τους άκουγα, είχα μάθει όλες τις όπερες και με ρώταγε: ‘αυτή ποια όπερα είναι;’ Ο Γκιωνάκης φοίτησε στην Ιατρική, όμως ένα θεατρικό βίωμα το 1943 έμελλε να αλλάξει οριστικά τη ζωή του.
“Εμένα με έπεισε να γίνω ηθοποιός ο Γιώργος Μαύρος της Ένωσης Κέντρου που είχε φιλία με τον πατέρα μου και του έλεγε ‘ότι και να του κάνεις, στο θέατρο θα βγει, έχει μεγάλο ταλέντο ο γιος σου. Τα άκουγα και δεν μιλούσα, όταν έφτασε η στιγμή να του ανακοινώσω ότι θα γίνω ηθοποιός, μου απάντησε ‘να γίνεις, αλλά να γίνεις πρώτος” είχε πει σε συνεντεύξεις του. Τέσσερα χρόνια μετά, παρακολουθεί την παράσταση «Αγριόπαπια» του Ίψεν, και συνειδητοποιεί πλέον ότι η υποκριτική για εκείνον ήταν μονόδρομος. Έτσι, εγκατέλειψε την ιατρική και γράφτηκε στη Δραματική Σχολή του Καρόλου Κουν, καθώς και στο Εθνικό Ωδείο.
Παρόλα αυτά, επειδή είχε δώσει την υπόσχεσή του στον πατέρα του – που στο μεταξύ τον είχε χάσει στην ηλικία των 55 χρονών – ότι θα αποκτήσει ανώτατη πανεπιστημιακή εκπαίδευση, κατάφερε στα 30 του να αποφοιτήσει και από την Πάντειο Σχολή. Η πλούσια θεατρική του καριέρα ξεκίνησε το 1944 στον «Τελευταίο Ασπροκόρακα», ενώ ακολουθούσαν κλασικά έργα όπως «Ο Βυθός» του Γκόρκι και «Ο Βυσσινόκηπος» του Τσέχοφ, πάντα στο θέατρο του Καρόλου Κουν. Συνέχεια είχε η «Ελληνική Σκηνή» του Δημήτρη Ροντήρη και το Εθνικό Θέατρο ερμηνεύοντας πλήθος έργων από τους μεγαλύτερους ξένους δραματουργούς, από Μολιέρο μέχρι και Μαγιακόφσκι. Παρ’ όλο που υπηρέτησε όλα τα είδη του θεάτρου, ο ίδιος θα βρει τη θέση του στο είδος που θα απογείωνε όσο λίγοι, την επιθεώρηση. Δεν θα του έπαιρνε πολύ να δει τη θεατρική του καριέρα να απογειώνεται και να μετατρέπεται σε στυλοβάτη της επιθεωρησιακής αθηναϊκής σκηνής. Δες την εκπομπή “Πρόσωπα θεάτρου” της ΕΡΤ το 1983 και τον Γιάννη Γκιωνάκη να αφηγείται την ζωή του. Δες το βίντεο:
Την επιθεώρηση τη λάτρευε, θεωρώντας τη μάλιστα το δυσκολότερο θεατρικό είδος, αν και την υπηρέτησε πιστά σε όλη του τη ζωή. Ταυτόχρονα, λάτρευε τα έργα του Δημήτρη Ψαθά, τα οποία ανέβασε σχεδόν όλα στο σανίδι με ανεπανάληπτη επιτυχία, παραμένοντας ο σημαντικότερος ίσως ερμηνευτής των έργων του. Σημαντικές παραστάσεις του είναι μεταξύ άλλων: «Το Στραβόξυλο», «Ο Αχόρταγος», «Βίρα τις Άγκυρες», «Ο Μπαμπάς Εκπαιδεύεται», «Καινούργια Αθήνα», «Άνθρωποι του ’60» και πολλές ακόμα. Δες βίντεο από την ταινία “Ο Αχόρταγος”:
Τη δεκαετία του ’70 κάνει στροφή στο ρεπερτόριο, συνεργάζεται με το «Προσκήνιο» του Σολομού και κάνει δύο σημαντικές ερμηνείες στον «Αρχοντοχωριάτη» του Μολιέρου και στον «Κοριό» του Μαγιακόφσκι. Συνεργάστηκε με σημαντικούς ανθρώπους του ελληνικού θεάτρου και έπαιξε τόσο σε πρόζα όσο και σε επιθεώρηση. Ο ίδιος είχε μιλήσει στις αυτοβιογραφικές εκπομπές του Αρχείου της ΕΡΤ για τις συνεργασίες του, τις δυσκολίες του θεάτρου και τη σχέση που ανέπτυξε με το κοινό.
Ο «Μπρίλης» που άφησε ιστορία
Ο κινηματογράφος μπήκε στη ζωή του το 1946 με το «Παπούτσι από τον τόπο σου» και τις επόμενες δεκαετίες ο Γκιωνάκης έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα της ελληνικής κωμωδίας. Δες βίντεο από την ταινία “Η Αθήνα τη νύχτα” το 1962 σε μια κωμική σκηνή με τον Νίκο Ρίζο σε κείμενο Σακελλάριου – Γιαννακόπουλου:
Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80 είχε συμμετάσχει σε περισσότερες από 100 ταινίες, ενώ συνεργάστηκε με κορυφαίους δημιουργούς και ηθοποιούς της εποχής. Όμως ένας ρόλος ήταν αρκετός για να περάσει οριστικά στη μνήμη όλων μας. Ήταν ο Μπρίλης στα «Κίτρινα Γάντια». Η χαρακτηριστική ατάκα «Πορτοκαλάδα θέτε; Από πορτοκάλια;» έγινε κομμάτι της ελληνικής κινηματογραφικής ιστορίας και ο ρόλος του συνδέθηκε για πάντα με την εικόνα του Γκιωνάκη ως ενός από τους μεγάλους κωμικούς του παλιού ελληνικού σινεμά. Δες βίντεο από την ταινία του 1960 “Κίτρινα γάντια” σε σκηνοθεσία: Αλέκου Σακελλάριου, σενάριο Αλέκος Σακελλάριος, Χρήστος Γιαννακόπουλος με τους: Νίκος Σταυρίδης, Μάρω Κοντού, Γιάννης Γκιωνάκης, Μίμης Φωτόπουλος , Μάρθα Βούρτση, Νίκη Λινάρδου.
Ο ελληνικός κινηματογράφος υπήρξε μεγάλο κεφάλαιο για την καριέρα του Γιάννη Γκιωνάκη, απογειώνοντας την δημοφιλία του.
Το 1951 συμμετέχει στο έργο «Εκείνες που δεν Πρέπει να Αγαπούν» του Αλέκου Σακελλάριου. Καθ’ όλη την διάρκεια της δεκαετίας του ’50 έπαιζε σε δυο με τρείς ταινίες ταυτόχρονα κάθε χρόνο, εκτοξεύοντας την φιλμογραφία του σε πάνω από 100 κινηματογραφικές παραγωγές. Παράλληλα ο ίδιος δεν περιορίστηκε στην κωμωδία. Δες βίντεο από την ταινία “Κορόιδο γαμπρέ” το 1962 με τον ανεπανάληπτο Βασίλη Αυλωνίτη:
Άριστος μίμος καθώς ήταν, οι μιμήσεις που έκανε σε προβεβλημένες προσωπικότητες του καιρού άφησαν τη δική τους εποχή. Αυτοδίδακτος μουσικός, ήξερε πιάνο αλλά και να χορεύει με κλακέτες, καθώς διψούσε για μάθηση, και μιλούσε όλες τις γλώσσες, που δεν τις γνώριζε στην πραγματικότητα, ήξερε όμως πολύ καλά να τις μιμείται… Ο Γιάννης Γκιωνάκης ήταν ένα τεράστιο ταλέντο με υποκριτική πολύπλευρη δραστηριότητα. Δες βίντεο από την ταινία του 1964 “Ο λαγοπόδαρος” με τον ηθοποιό να μιλάει πολλές “ξένες γλώσσες”:
Λόγω της προσφοράς του στο θέατρο αργότερα θα τον τιμούσαν με το Αναμνηστικό Μετάλλιο Δημήτρη Ψαθά για τις εξαίρετες ερμηνείες του. Δες ένα αφιέρωμα στον μεγάλο ηθοποιό:
Αφού έμεινε στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, ο Γκιωνάκης πέρασε με την ίδια επιτυχία στην επικράτεια της βιντεοκασέτας, που κυριάρχησε στην εγχώρια σκηνή τη δεκαετία του 1980. Από το 1985-1992 εμφανίστηκε σε περισσότερες από 30 βιντεοταινίες κοσμώντας με τις τεράστιες υποκριτικές του ικανότητες το «ταπεινό» αυτό είδος. Δες βίντεο από την ταινία “Μην Ερωτεύεσαι το Σάββατο”(1962) σε σκηνοθεσία Βασίλη Γεωργιάδη με τον Δημήτρη Νικολαίδη:
Γάμος και οικογένεια
Το 1957 ο Γκιωνάκης παντρεύτηκε τη Ζέτα Μονεμβασιώτου, με την οποία απέκτησε δύο κόρες, τη Ρενάτα και την Πωλίνα Γκιωνάκη. Η Πωλίνα ακολούθησε τα βήματα του πατέρα της στην υποκριτική, ενώ ο εγγονός του, Λευτέρης Παπανικολάου – Γκιωνάκης ασχολείται με τη σκηνοθεσία. Η γνωριμία τους έχει καταγραφεί σαν μια ιδιαίτερη ερωτική ιστορία, αφού εκείνος βρισκόταν στη σκηνή, την είδε ανάμεσα στους θεατές και γοητεύτηκε. Ο γάμος τους έγινε το 1957, ενώ κουμπάρα ήταν η Σοφία Βέμπο. Η οικογένεια παρέμεινε σημαντικό κομμάτι της ζωής του, ακόμη και στις πιο δύσκολες περιόδους. “Η γυναίκα μου είναι το μεγάλο μου γούρι!” έλεγε χρόνια αργότερα, σε συνέντευξή του, όταν ο ίδιος θα αναφερόταν με συγκίνηση στη στήριξη που είχε δεχθεί από τη σύζυγό του.
Αφροδίτη Κοζανιτά: Ένας ολέθριος έρωτας!

Στη δεκαετία του ’80 η προσωπική ζωή του Γκιωνάκη πήρε μια δραματική τροπή που έφτασε μέχρι τις δικαστικές αίθουσες. Ενώ ήταν παντρεμένος, διατηρούσε σχέση με την Αφροδίτη Κοζανιτά, η οποία, έγινε γνωστό πολλά χρόνια αργότερα, ότι ήταν η μητέρα του μουσικοσυνθέτη Φοίβου. Η σχέση τους που έγινε πολλές φορές πρωτοσέλιδο όλων των εφημερίδων της εποχής, παρουσιάζεται από τα δημοσιεύματα και τα μεταγενέστερα αφιερώματα ως έντονη και ταραχώδης. Σύμφωνα με όσα έχουν γραφτεί, η Κοζανιτά ήθελε να ξεκαθαρίσει την κατάσταση και να προχωρήσουν τη ζωή τους, ενώ ο Γκιωνάκης δεν είχε πάρει την απόφαση να εγκαταλείψει τον γάμο του. Και τότε, ήρθε η νύχτα που θα άλλαζε τα πάντα.
Η ιστορία πίσω από τον παραλίγο μοιραίο έρωτα του Γιάννη Γκιωνάκη με την Αφροδίτη Κοζανιτά, παραμένει ακόμα και μέχρι σήμερα σοκαριστική. Το 1984, μια πράξη παθολογικής ζήλιας, παραλίγο να στοιχίσει μια ανθρώπινη ζωή και να αφήσει ανεξίτηλα σημάδια στη δημόσια εικόνα του αγαπημένου ηθοποιού. “Ο έρωτας αρχίζει από το σεξ” έλεγε όταν τον ρωτούσαν για το τι είναι έρωτας για εκείνον… “Εμένα το πάθος μου ήταν οι γυναίκες, δεν ξέρω, υπήρξα γυναικάς… Μπορεί να μου κάνει και κακό, αλλά ήμουνα εκλεκτικός πολύ. Κάποτε πίστευα ότι υπήρχε φιλία μεταξύ άντρα και γυναίκας, μετά διαπίστωσα ότι είναι αδύνατον”… Δες τι έλεγε σε συνέντευξή του στην Λιάνα Κανέλλη για τις γυναίκες και τον έρωτα στο 36:03:
Ήταν 14 Οκτωβρίου του 1984 όταν ο Γιάννης Γκιωνάκης τηλεφώνησε στην τότε σύντροφό του, Αφροδίτη Κοζανιτά. Είχε μόλις περάσει μια κρίση ζαχάρου και της ζήτησε να συναντηθούν. Παρότι ήταν παντρεμένος, διατηρούσε έναν θυελλώδη δεσμό με την εντυπωσιακή γυναίκα, με τη σχέση τους να βρίσκεται σε διαρκή ένταση. Η Αφροδίτη του ζητούσε να πάρει διαζύγιο, εκείνος όμως δίσταζε να κάνει το βήμα. Ο γνωστός ηθοποιός πήγε στο σπίτι της στο Καστρί. Η αρχική ατμόσφαιρα ήταν ρομαντική – άκουσαν μαζί μια κασέτα με τραγούδια που της είχε γράψει ο ίδιος. Εκείνη βρήκε την ευκαιρία να συζητήσουν ξανά το μέλλον τους, αλλά ο Γκιωνάκης δεν ήταν πρόθυμος να της δώσει τις δεσμεύσεις που ήθελε.
Το ξέσπασμα της ζήλιας
Ο ηθοποιός ήταν γνωστός για την αδυναμία του στις γυναίκες και, όπως φαινόταν, δεν μπορούσε να αλλάξει εύκολα. Εκείνη τη βραδιά, η ένταση κορυφώθηκε. Η Κοζανιτά, κουρασμένη από τα αδιέξοδα, του είπε με αποφασιστικότητα: “Χωρίζουμε”.
Ο Γκιωνάκης, φανερά ταραγμένος, απάντησε: “Ξανασκέψου το, δεν μπορώ να ζήσω μακριά σου”. Η Αφροδίτη σηκώθηκε απότομα για να βάλει τέλος στη συζήτηση, αλλά εκείνος την ακολούθησε, θολωμένος. Είχε πάντα στην κατοχή του ένα πιστόλι «Σμιθ & Γουέσον». Πυροβόλησε τρεις φορές και έφυγε από το σπίτι, χωρίς να κοιτάξει πίσω. Η Κοζανιτά αρχικά δεν κατάλαβε ότι είχε τραυματιστεί, αλλά όταν είδε τα αίματα, πρόλαβε να καλέσει σε βοήθεια. Είχε τραυματιστεί στον αριστερό ώμο, με ένα διαμπερές τραύμα. Δες βίντεο από μια από τις πιο επιτυχημένες ταινίες του “Το Στραβόξυλο” το 1969 του Ντίνου Δημόπουλου:
Από τα φώτα της σκηνής στα σίδερα της φυλακής
Ο Γιάννης Γκιωνάκης συνελήφθη και την επόμενη μέρα βρέθηκε μπροστά στον ανακριτή, αντιμετωπίζοντας κατηγορίες για απόπειρα ανθρωποκτονίας. Ο τύπος της εποχής κυριολεκτικά «έβραζε», παρουσιάζοντας εκτενώς την υπόθεση και κάθε λεπτομέρεια της σχέσης του ηθοποιού με την Αφροδίτη Κοζανιτά. Ο ίδιος ισχυριζόταν πως δεν ήθελε ποτέ να της κάνει κακό, αγαπούσε τη σύντροφό του και δεν είχε πρόθεση να τη σκοτώσει. Εκείνη, ωστόσο, πέρα από το σοκ και τη νοσηλεία, είχε να διαχειριστεί και τη δημόσια έκθεση – όχι μόνο τη δική της, αλλά και του γιου της, Φοίβου, ο οποίος μελλοντικά θα γινόταν ένας από τους πιο επιτυχημένους συνθέτες της ελληνικής μουσικής σκηνής.
Οι αποκαλύψεις στη δίκη
Κατά την ακροαματική διαδικασία, αποκαλύφθηκαν λεπτομέρειες που έδωσαν νέα διάσταση στην υπόθεση. Η Αφροδίτη κατέθεσε πως ο ηθοποιός ήταν εξαιρετικά ζηλιάρης: «Με υποψιαζόταν και έκανε απίθανα πράγματα. Με παρακολουθούσε συνεχώς με το ψευδώνυμο Δημητρακόπουλος και πολλές φορές στηνόταν κάτω από το σπίτι μου για να δει ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει. Μου έκανε πολλές σκηνές» έλεγε. Ωστόσο, εκείνη δεν θέλησε να τον καταδικάσει. Όταν ρωτήθηκε αν θεωρούσε ότι ήθελε να τη σκοτώσει, απάντησε: «Σας διαβεβαιώνω, ότι δεν ήρθε με πρόθεση να με δολοφονήσει. Αν ήθελε να με σκοτώσει, θα τα είχε καταφέρει. Σίγουρα είχε ελαττώματα, αλλά δεν ήταν εγκληματική φυσιογνωμία». Η στάση της αυτή επηρέασε σημαντικά την τελική έκβαση της υπόθεσης και οδήγησε τον Γιάννη Γκιωνάκη σε πιο επιεική μεταχείριση από τη δικαιοσύνη.

Η σιωπή του Γκιωνάκη για τη μεγάλη πληγή
Το εντυπωσιακό είναι ότι χρόνια αργότερα, όταν η ζωή είχε προχωρήσει και ο Γκιωνάκης είχε πλέον διανύσει το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του, εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει εκείνη την υπόθεση ως μια από τις πιο οδυνηρές σελίδες της ζωής του. Σε συνέντευξη που έχει δημοσιευθεί ως η τελευταία του, ρωτήθηκε ποια θεωρούσε τη μεγαλύτερη πίκρα της προσωπικής του ζωής. Η απάντησή του ήταν αποκαλυπτική, μίλησε για «ένα μεγάλο μου λάθος» και αναφέρθηκε στην υπόθεση με την Αφροδίτη Κοζανιτά, προσθέτοντας ότι δεν ήθελε ούτε να τη συζητά ούτε να τη θυμάται. Ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο χαρακτηριστικές μαρτυρίες για το πώς ο ίδιος αντιμετώπιζε, χρόνια αργότερα, εκείνο το κεφάλαιο.
Το ερωτικό σκάνδαλο και τα απόνερα στην καριέρα του
Το ερωτικό σκάνδαλο εκείνης της εποχής ενός μεγάλου ηθοποιού και μάλιστα με οικογένεια, σίγουρα προκάλεσε τεράστια δημοσιότητα και πλήγμα στη δημόσια εικόνα του, καθώς εκείνος βρέθηκε πρωτοσέλιδο για μια υπόθεση βίας και όχι για μια θεατρική ή κινηματογραφική επιτυχία. Ωστόσο, λόγω της δημοφιλίας του η καριέρα του δεν καταστράφηκε εξαιτίας της υπόθεσης. Αντίθετα, η καλλιτεχνική του δραστηριότητα είχε ήδη διανύσει δεκαετίες και συνέχισε να υπάρχει και μετά το 1984. Η τελευταία κινηματογραφική εμφάνισή του καταγράφεται στην ταινία «Ρόδα Τσάντα και Κοπάνα Νο3» το 1984, ενώ η τηλεοπτική και θεατρική του παρουσία συνεχίστηκε. Εξίσου επιτυχημένο ήταν και το πέρασμά του από τη μικρή οθόνη. Ξεχωρίζει η σειρά «Ιστορίες της νύχτας» (1972-1973), αλλά και τα αστυνομικά ευθυμογραφήματα «Ποινικό μητρώο της Αθήνας» και «Ιστορίες χωρίς δάκρυα»… Δες βίντεο από την ταινία “Ένας Δον Ζουάν για κλάματα” το 1967 με την Μάρω Κοντού:
Το 1999 ο Γιάννης Γκιωνάκης πήρε άλλη μια διάκριση και βραβεύτηκε με το έπαθλο “Αιμίλιος Βεάκης” από το “Κέντρο Μελέτης και Έρευνας του Ελληνικού Θεάτρου” … Δες βίντεο από την ταινία “Ρόδα Τσάντα και κοπάνα Νο 2”:
Ο Γιάννης Γκιωνάκης σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις ανέφερε ότι μετά την προσωπική του περιπέτεια ανέβηκε ο «Κοριός» και θυμόταν ότι στις πρόβες φοβόταν πως θα αποτύχει. Περιέγραψε μάλιστα την έντονη ψυχολογική πίεση εκείνης της περιόδου και αναγνώρισε στη σύζυγό του Ζέτα σημαντικό ρόλο στη στήριξή του. Η συγκεκριμένη αναφορά θεωρείται αρκετά σημαντική, γιατί δείχνει πως πίσω από τη δημόσια εικόνα του ανθρώπου που είχε βρεθεί στο επίκεντρο ενός σκανδάλου υπήρχε ένας ηθοποιός που προσπαθούσε να ξανασταθεί στη σκηνή και στα πόδια του.
Η κόρη του Πωλίνα Γκιωνάκη επίσης έχει μιλήσει κατά καιρούς για τον πατέρα της, τόσο για τον καλλιτέχνη όσο και για τον άνθρωπο και ανέφερε πόσο την είχε ενοχλήσει που εκείνος ήταν γυναικάς και έκανε απιστίες στην μητέρα της. Δες βίντεο από την συνέντευξή της, στο The 2night show και στον Γρηγόρη Αρναούτογλου στον ΑΝΤ1:
Ο Γκιωνάκης υπήρξε ένας σπουδαίος καλλιτέχνης, αλλά ταυτόχρονα ένας άνθρωπος με επιλογές και προσωπικές συγκρούσεις που επηρέασαν βαθιά τη ζωή του. Δες μια συνέντευξή του στην εκπομπή “Ψηλά τα χέρια” της Λιάνας Κανέλλη στο MEGA που μιλούσε για τα πάθη και τα λάθη της ζωής του:
Τα τελευταία χρόνια και η μεγάλη δοκιμασία
Διετέλεσε 8 χρόνια δημοτικός σύμβουλος με τον Δήμο Αθηναίων. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν δύσκολα. Πέρασε σοβαρά προβλήματα υγείας, ενώ τέσσερα χρόνια πριν από τον θάνατό του είχε υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο. “Τα χρόνια περνάνε, και τις εγχειρήσεις μου έχω κάνει και προστάτη έχω κάνει και βουβωνοκήλη έχω κάνει. Αφήνω το θέατρο στους νέους και αφήνω μια συμβουλή ‘μην βιάζεστε, να μην σας συγκινεί η τηλεόραση και η δημοτικότητα που έχετε και νομίζετε ότι γίνατε ηθοποιοί. Η τηλεόραση σε κάνει γνωστό, ηθοποιό σε κάνει το θέατρο” έλεγε στην εκπομπή “Δευτέρα παρουσία” με την Νανά Παλαιτσάκη. Δες το βίντεο:
Τα 4 τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Γιάννης Γκιωνάκης ήταν κατάκοιτος, τόσο εξαιτίας των εγκεφαλικών επεισοδίων όσο και του ακρωτηριασμού που υπέστη στο ένα του πόδι, τον τελευταίο μήνα της ζωής του που η υγεία του παρουσίασε σοβαρή επιδείνωση. Ο Γιάννης Γκιωνάκης πέθανε στις 25 Αυγούστου 2002, σε ηλικία 79 ετών στο νοσοκομείο “Λευκός Σταυρός” και κηδεύτηκε στο Α’Νεκροταφείο Αθηνών.
Έμεινε στην ιστορία ως ένας από τους μεγάλους κωμικούς της Ελλάδας, αλλά και ως ένας άνθρωπος του οποίου η ιδιωτική ζωή απέκτησε κάποια στιγμή μεγαλύτερη δημοσιότητα από όσο θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Μια ζωή γεμάτη επιτυχίες, πάθη, λάθη, ενοχές, οικογένεια και μεγάλες ανθρώπινες αντιφάσεις.




">
">
">
">
">
">
">
">