Υπήρξε ένας από τους τελευταίους πραγματικούς «τζέντλεμαν» του ελληνικού θεάτρου. Ένας ηθοποιός που δεν χρειάστηκε ποτέ να προκαλέσει, να απασχολήσει με σκάνδαλα ή να κυνηγήσει τη δημοσιότητα για να γίνει αγαπητός. Ο Γιάννης Μιχαλόπουλος ανήκε σε εκείνη τη σπάνια γενιά καλλιτεχνών που άφησαν πίσω τους ένα τεράστιο έργο και μια αξιοπρεπή διαδρομή ζωής, γεμάτη ήθος, αγάπη για την τέχνη και αφοσίωση στην οικογένειά τους. Δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του, το όνομά του εξακολουθεί να προκαλεί συγκίνηση. Οι παλιότεροι θυμούνται τις λαμπρές του ερμηνείες στο θέατρο και στον κινηματογράφο, ενώ οι νεότεροι τον ανακαλύπτουν μέσα από τις αμέτρητες επαναλήψεις των ελληνικών ταινιών και τηλεοπτικών σειρών.

Τα πρώτα χρόνια

Μιχαλόπουλος

“Τα παιδικά μου χρόνια ήταν δύσκολα, δεν ξέραμε αν θα ζούσαμε την επομένη. Προχωρούσα να πάω στο σχολείο μου και έβλεπα ανθρώπους στον δρόμο πεθαμένους από την πείνα” έχει πει ο Γιάννης Μιχαλόπουλος σε συνέντευξή του. Ο Γιάννης Μιχαλόπουλος γεννήθηκε στις 22 Απριλίου 1927 στην Αθήνα. Η οικογένεια ζούσε στα Εξάρχεια και αργότερα εγκαταστάθηκε στο Μετς. Για τα νεανικά του χρόνια δεν είναι και πολλά γνωστά, ξέρουμε πάντως από σπαρταριστές διηγήσεις πως ο μικρός ήθελε να γίνει δεσπότης! Είχε φτιάξει με τα χέρια του, που έπιαναν πάντα στα καλλιτεχνικά, μια μακέτα εκκλησίας, καθώς ο πιτσιρίκος το ήθελε πολύ να γίνει ιερέας. Αλλά τότε θα έμπαινε σφήνα η μοίρα! Μια μέρα του έπεσε η μακέτα στο κεφάλι και τον τραυμάτισε ελαφρά. Ο Γιάννης πείσμωσε: «Δεν ήθελε ο Θεός να βάλω ράσο», είπε και ξέχασε το σχήμα.

Κι έτσι είπε να γίνει ηθοποιός, καθώς ήδη από τα 24 του (1951) είχε ξεκινήσει από εκφωνητής ραδιοφώνου στα ερτζιανά με όχημα την υπέροχη στρωτή φωνή του. Τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου την τέλειωσε επίσης την ίδια χρονιά, μαζεύοντας μάλιστα κάθε δεκάρα που έπαιρνε από το Εθνικό -σπούδαζε και δούλευε ταυτοχρόνως στην πρώτη σκηνή της χώρας – για να αντικαθιστά τις σπασμένες χορδές στο βιολί που γρατζουνούσε. Το βιολί το παράτησε, διαμαρτυρόμενος πως έφταιγαν τα «χοντρά μου δάχτυλα», με την υποκριτική όμως, η αγάπη έμελλε να είναι διαχρονική… Του άρεσε να φτιάχνει σκίτσα και μάλιστα δούλευε για μια εφημερίδα της εποχής, την “Νίκη” δεν πρόλαβε για πολύ, η εφημερίδα έκλεισε. Το κανονικό θεατρικό του ντεμπούτο θα το κάνει το 1951, με το χαρτί του αριστούχου ηθοποιού ανά χείρας, όταν ερμήνευσε τον ρόλο του Οκτάβιου στην κωμωδία του Γκολντόνι «Οι περίεργες γυναίκες».

Την ίδια χρονιά θα εμφανιστεί και στο Ηρώδειο με τον Θυμελικό Θίασο του Λίνου Καρζή, στην αριστοφανική «Λυσιστράτη» ως κορυφαίος του χορού. Ο Μιχαλόπουλος αρεσκόταν σε όλα τα θεατρικά είδη και δοκιμάστηκε σε πολλά είναι η αλήθεια. Ακόμα και σε μιούζικαλ έπαιζε, χωρίς να είναι χορευτής ή τραγουδιστής. Η αδυναμία του ήταν πάντως οι κωμικοί ρόλοι, καθώς κι αυτός στην προσωπική του ζωή ήταν μεγάλος χιουμορίστας! Ταυτοχρόνως, συνέχιζε σταθερά τη δουλειά του ραδιοφωνικού εκφωνητή, όταν το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας στεγαζόταν στο Ζάππειο, καθώς η καλή άρθρωσή του και τα σωστά ελληνικά που μιλούσε δεν ήταν κάτι που έβρισκες εύκολα. Η ραδιοφωνική του καριέρα απλώθηκε από το 1952-1962 και άφησε τη δική της παρακαταθήκη στα ερτζιανά λέγοντας δελτίο ειδήσεων. “Δεν θυμάμαι τίποτα από τότε, θυμάμαι ότι την πρώτη φορά, βγήκα έξω λιπόθυμος” έχει πει.

Με το ραδιόφωνο δεν θα ξέμπλεκε μάλιστα ποτέ, καθώς είχε μια ιδιαίτερη σχέση με το μέσο. Μετά το 1962 εμφανιζόταν στις ραδιοφωνικές συχνότητες ως μέλος ηχογραφημένων θεατρικών παραστάσεων. Ένιωθε όμως πως μέρα με τη μέρα τον κέρδιζε ολοένα και περισσότερο η υποκριτική. Την οποία υπηρέτησε πιστά για πενήντα χρόνια (1951-2002) και στην πορεία συνεργάστηκε με όλους, από τους: Μυράτ, Διαμαντόπουλο, Αλκαίου, Κωνσταντάρα, Κοντού, Γκιωνάκη και Ρίζο μέχρι τους: Βουτσά, Παράβα, Χρονοπούλου, Τσιβιλίκα, Γιουλάκη και Δανδουλάκη. Από το 1966 και μετά, ο Μιχαλόπουλος υπήρξε συνθιασάρχης σε πολλά θεατρικά σχήματα. Δες συνέντευξή του στην εκπομπή “Αργά” του Νίκου Μαστοράκη στο STAR:

Η θεατρική διαδρομή που τον καθιέρωσε

Πριν ακόμη γίνει γνωστός από τον κινηματογράφο, ο Μιχαλόπουλος είχε ήδη χτίσει το όνομά του πάνω στο θεατρικό σανίδι. Συνεργάστηκε με σπουδαίους θιάσους και πρωταγωνιστές της εποχής, υπηρετώντας τόσο το κλασικό όσο και το σύγχρονο ελληνικό και ξένο ρεπερτόριο. Έπαιξε σε έργα μεγάλων συγγραφέων όπως ο Σαίξπηρ, ο Μολιέρος, ο Ίψεν και ο Τσέχοφ, ενώ ξεχώρισε και σε ελληνικές κωμωδίες που γνώρισαν τεράστια επιτυχία. Οι σκηνοθέτες μιλούσαν για έναν ηθοποιό που διάβαζε ασταμάτητα, ερχόταν πρώτος στις πρόβες και έφευγε τελευταίος. Δεν πίστευε ποτέ στο εύκολο χειροκρότημα. Ήθελε κάθε ρόλος να έχει ψυχή.

Ο κινηματογράφος τον έκανε αγαπημένο του κοινού

Μιχαλόπουλος

Τη δεκαετία του ’60 και του ’70 ο ελληνικός κινηματογράφος γνώριζε τη μεγάλη του άνθηση και ο Γιάννης Μιχαλόπουλος βρέθηκε ανάμεσα στους πρωταγωνιστές που ξεχώρισαν. Με τη χαρακτηριστική ευγένεια, τη βαθιά φωνή και το επιβλητικό παρουσιαστικό του έγινε ένας από τους πιο αγαπητούς ηθοποιούς της εποχής.

Συμμετείχε σε δεκάδες ταινίες, ενώ αρκετές από αυτές εξακολουθούν μέχρι σήμερα να προβάλλονται από την ελληνική τηλεόραση. Στον κινηματογράφο έπαιζε συνήθως δεύτερους ρόλους αλλά εμφανίστηκε σε πολλές επιτυχημένες ταινίες, μεταξύ των οποίων: “Αχ αυτή η γυναίκα μου”, “Η θεία μου η χίπισσα”, “Άνθρωπος για όλες τις δουλειές”, “Ο κατεργάρης”. Δες σκηνή από την σπαρταριστή κωμωδία “Ο κατεργάρης” με τους Χρόνη Εξαρχάκο και Λευτέρη Βουρνά που δίνουν ρεσιτάλ γέλιου:

Συνεργάστηκε επίσης με κορυφαίους ηθοποιούς όπως: η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Θανάσης Βέγγος, ο Κώστας Βουτσάς, ο Νίκος Ρίζος, η Μάρω Κοντού, η Τζένη Καρέζη, η Μάρθα Καραγιάννη, η Ξένια Καλογεροπούλου και πολλοί ακόμη. Δες σκηνή από την ταινία “Η θεία μου η χίπισσα” με τους Ρένα Βλαχοπούλου, Ανδρέα Μπάρκουλη, Βασίλη Τσιβιλίκα, Νόρα Βαλσάμη:

Ως ένας από τους τελευταίους μεγάλους ηθοποιούς που γεννήθηκαν στα χρόνια του Μεσοπολέμου και συνδύαζαν σε ίσες δόσεις θεατρική παιδεία, γνώση και ήθος, ο Μιχαλόπουλος μεταμορφωνόταν με άνεση από αυστηρός, πλην κοιλιόδουλος, διευθυντής του Δημήτρη Παπαμιχαήλ στο «Αχ αυτή η γυναίκα μου» μέχρι και σε ερωτοχτυπημένο Αμερικάνο Πιτ στη «Θεία μου τη χίπισσα», δίπλα στη Ρένα Βλαχοπούλου. “Μωρέ πήγαινε στην θέση σου” μια χαρακτηριστική κωμική σκηνή με τον Γιάννη Μιχαλόπουλο και την Σαπφώ Νοταρά στην ταινία “Αχ αυτή η γυναίκα μου” με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ:

Πέρα από την υποκριτική του καριέρα, ο ηθοποιός διέθετε μια ανεξάντλητη καλλιτεχνική φλέβα, έφτιαχνε μακέτες, έκανε σκηνικά και ζωγράφιζε, την ώρα που μετρούσε μια πενηντάχρονη σχεδόν παρουσία στο θέατρο! «Στο θέατρο είχα μόνο γνωστούς, φίλος ήταν μόνο ο Γιάννης», εξομολογήθηκε για τον ιδιαιτέρως ευγενικό άνθρωπο η Κατερίνα Γιουλάκη στην κηδεία του το 2016. «Άρχοντα» τον αποκαλούσε εξάλλου όλη η γειτονιά κοντά στο Γηροκομείο όπου ζούσε. Πέρα από σεμνός και ταπεινός όμως, ήταν σωστό πειραχτήρι και τα παρασκήνια σείονταν συχνά από το χιούμορ του Μιχαλόπουλου, από μια του φράση ή μια απλή χειρονομία… Δες σκηνή από την ταινία “Μια τρελή τρελή σαραντάρα” με την Ρένα Βλαχοπούλου, Γιάννη Μιχαλόπουλο, Τασσώ Καββαδία, Γιώργο Γαβριηλίδη:

Ο «Κύριος Συνήγορος» που έγραψε ιστορία

Αν υπάρχει ένας τηλεοπτικός ρόλος που ταυτίστηκε απόλυτα με τον Γιάννη Μιχαλόπουλο, αυτός ήταν ο δικηγόρος Δημοσθένης Παρλάτος στη θρυλική σειρά της ΕΡΤ «Ο Κύριος Συνήγορος» σε κείμενα του Κώστα Πρετεντέρη και σκηνοθεσία του ίδιου του Γιάννη Μιχαλόπουλου. Το σίριαλ άρχισε να προβάλεται τον Μάιο του 1970 και απλώθηκε σε 256 δεκαπεντάλεπτα επεισόδια, χαρίζοντας στον Μιχαλόπουλο έναν από τους πιο αξιομνημόνευτους τηλεοπτικούς του ρόλους και την πρώτη μεγάλη προσωπική του επιτυχία. Η σειρά αγαπήθηκε όσο λίγες και ο ίδιος απέδειξε πως μπορούσε να υποστηρίξει με την ίδια άνεση τόσο την κωμωδία όσο και το κοινωνικό δράμα. “Είχα πάντα άγχος όπου εμφανιζόμουνα… Σε ένα καμαράκι 5Χ5 κάναμε εκπομπές, με δυο κάμερες ένα σωρό άνθρωποι… Ήταν η πρώτη τηλεοπτική σειρά και η πρώτη επιτυχία στην τηλεόραση”… Δες συνέντευξη του στην ΕΤ1 που μιλάει για την εμπειρία του από το σήριαλ “Ο κύριος Συνήγορος”:

Για πολλούς τηλεθεατές εκείνης της εποχής, ο Μιχαλόπουλος δεν ήταν απλώς ένας ηθοποιός. Ήταν το πρόσωπο που έμπαινε κάθε εβδομάδα στο σπίτι τους και τους κρατούσε συντροφιά. Είχε ήδη πάρει μέρος και στο σίριαλ «Το σπίτι με το Φοίνικα» (ΥΕΝΕΔ – 1970), την πρώτη σειρά της ελληνικής τηλεόρασης, και ο κόσμος τον ήξερε καλά. Ο Μιχαλόπουλος είχε πολλές ακόμα κλασικές σειρές στο ενεργητικό του, όπως «Τα παιδιά του Ζεβεδαίου» (1973-1975), πάλι σε σενάριο Πρετεντέρη και σκηνοθεσία του ίδιου του Μιχαλόπουλου, αν και την παντοτινή φήμη θα την εξασφάλιζε το 1982, όταν πρωταγωνίστησε ως πρόεδρος του απίστευτου τηλεοπτικού δικαστηρίου στο μοναδικό «Ορκιστείτε παρακαλώ» (ΥΕΝΕΔ)! Με αυτόν τον ρόλο θα ταυτιστεί στις συνειδήσεις του ελληνικού κοινού, μεσουρανώντας τηλεοπτικά από το 1982-1987, σε μια από τις πιο πετυχημένες κωμικές σειρές της δεκαετίας του 1980. Δες βίντεο από την τηλεοπτική σειρά του ΕΙΡΤ “Τα Παιδιά του Ζεβεδαίου” σε σενάριο Κώστα Πρετεντέρη:

Η σειρά αποτελούσε διασκευή δικαστηριακών ευθυμογραφημάτων του Μανώλη Καραμπατσάκη και προβλήθηκε σε 90 επεισόδια, στα οποία ο Μιχαλόπουλος έδινε πραγματικό ρεσιτάλ προσπαθώντας να επαναφέρει το δικαστήριό του στην τάξη! Έπαιξε επίσης στη σειρά του Ασημάκη Γιαλαμά «Ο Κόσμος κι ο Κοσμάς» (1973), την οποία και σκηνοθέτησε, αλλά και στους «Εργένηδες» (1991) του Γιάννη Σκλάβου. Ο Γιάννης Μιχαλόπουλος εκτιμούσε ιδιαιτέρως τον Κώστα Πρετεντέρη, με τον οποίο ήταν αδελφικοί φίλοι. Όταν έβρισκε λίγο χρόνο στο πολυάσχολο καθημερινό του πρόγραμμα, το έριχνε στο διάβασμα, καθώς ήταν άνθρωπος των γραμμάτων και σύχναζε μάλιστα στο βιβλιοπωλείο του Φιλιππότη στη Σόλωνος. Δες βίντεο από το “Θέατρο της Δευτέρας” με το έργο του Σπύρου Μελά “Η Μέθοδος των Τριών” το 1978 σε σκηνοθεσία Αντώνη Αντωνίου και τηλεσκηνοθεσία Στέλιου Ράλλη. Πρόκειται για μια απολαυστική κωμωδία στην οποία πρωταγωνιστεί ο Γιάννης Μιχαλόπουλος, ερμηνεύοντας υποδειγματικά το ρόλο του κεντρικού ήρωα Γιώργου Σπανού. Πλάι του η Μαρία Αλιφέρη και ο Γιάννης Ευαγγελίδης:

Το 1966 τιμήθηκε από την Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων για την προσφορά του στη νεοελληνική κωμωδία, ενώ η κόρη του αξέχαστου Δημήτρη Ψαθά, Μαρία, τον βράβευσε για τις θεατρικές ερμηνείες στα έργα του πατέρα της. Δες βίντεο από το σήριαλ “Ορκιστείτε παρακαλώ” στην ΕΡΤ2 το 1983:

Ο Γιάννης Μιχαλόπουλος έπαιζε για πολλά χρόνια στον κινηματογράφο και συνεργάστηκε ακόμα και με τη νεότερη γενιά. Δες σκηνή από την ταινία “Ο Παρθενοκυνηγός” το 1980 σε σκηνοθεσία Όμηρου Ευστρατιάδη:

Ο μεγάλος έρωτας της ζωής του

Σε αντίθεση με άλλους πρωταγωνιστές της γενιάς του, ο Γιάννης Μιχαλόπουλος κράτησε την προσωπική του ζωή μακριά από τα φώτα. Παντρεύτηκε την αγαπημένη του σύζυγο, Ελένη Μιχαλοπούλου, με την οποία έζησαν μαζί για δεκαετίες. “Εγώ είμαι αποδιοπομπαίος τράγος, όπου πάω και λέω ότι είμαι 37 χρόνια παντρεμένος, με κοιτάνε υποτιμητικά” έχει πει. Ο γάμος τους ήταν από τους πιο λαμπερούς της εποχής, έχοντας μάλιστα κουμπάρους δύο θρύλους του ελληνικού θεάτρου, την Έλλη Λαμπέτη και τον Δημήτρη Χορν. Μιχαλόπουλος και Λαμπέτη διατήρησαν πολυετή φιλία, καθώς ήταν η μεγάλη αδυναμία του Γιάννη. Οι δυο τους συνέχισαν να κάνουν παρέα ακόμα και μετά τη διάλυση της σχέσης της με τον Χορν και ο Μιχαλόπουλος δεν έχανε ποτέ παράστασή της. Μαζί με την σύζυγό του δημιούργησαν μια δεμένη οικογένεια και απέκτησαν μια κόρη, την Άρτεμη. Όσοι τον γνώριζαν μιλούσαν για έναν άνθρωπο που πάνω απ’ όλα ήταν οικογενειάρχης. Μόλις τελείωναν οι παραστάσεις ή τα γυρίσματα, επέστρεφε πάντα στο σπίτι του, αποφεύγοντας τις κοσμικές εξόδους και τη νυχτερινή ζωή.

Ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων

Παρότι γνώρισε μεγάλη επιτυχία, δεν άλλαξε ποτέ. Δεν τον ενδιέφεραν οι δημόσιες σχέσεις ούτε τα εξώφυλλα των περιοδικών. Έδινε ελάχιστες συνεντεύξεις, πίστευε πως ο ηθοποιός πρέπει να μιλά μέσα από τους ρόλους του και απέφευγε να σχολιάζει συναδέλφους ή να συμμετέχει σε αντιπαραθέσεις. Η αξιοπρέπεια ήταν το χαρακτηριστικό που όλοι αναγνώριζαν στο πρόσωπό του.

Τα δύσκολα τελευταία χρόνια
Μιχαλόπουλος

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε μακριά από τη δημοσιότητα. Τα προβλήματα υγείας άρχισαν να γίνονται όλο και πιο έντονα, ενώ ένα ακόμη μεγάλο χτύπημα ήταν η απώλεια της αγαπημένης του συζύγου, που τον σημάδεψε βαθιά. Οι άνθρωποι του περιβάλλοντός του έλεγαν πως δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει πραγματικά τον χαμό της.

Ο Γιάννης Μιχαλόπουλος αποσύρθηκε από την ενεργό θεατρική δράση το 2003, όταν έσπασε το πόδι του και δεν μπορούσε να ανέβει πια στο σανίδι. Τα τελευταία του χρόνια τα πέρασε αντιμετωπίζοντας προβλήματα υγείας, διατηρώντας πάντως τις σχέσεις του με τους παλιούς του φίλους, καθώς ήταν εξαιρετικά αγαπητός στη θεατρική κοινότητα. Η Κατερίνα Γιουλάκη είχε εξομολογηθεί: «Θυμάμαι μεγάλες στιγμές που χάραξαν τη φιλία και τον αλληλοσεβασμό μας. Θυμάμαι την εποχή της Επταετίας που ζήσαμε δύσκολες στιγμές στο θέατρο και ενώ γίνονταν γεγονότα τρομακτικά [αναφέρεται στο Πολυτεχνείο], ο Γιάννης με συνόδευσε στο σπίτι μου με κίνδυνο της ζωής μας, με πήγε στα Εξάρχεια που έμενα. Τότε είχαμε τα παιδιά μας μωρά. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ».

Χαμηλών τόνων, σεμνός και ευγενικός, ο Μιχαλόπουλος είδε την κατάσταση της υγείας του να επιδεινώνεται δραματικά, αφήνοντας τελικά την τελευταία του πνοή στο ΚΑΤ από ανακοπής καρδιάς που ακολούθησε μια επέμβαση στο πόδι.

Το τελευταίο αντίο
Κηδεία Γιάννη Μιχαλόπουλου.Τα παιδιά του Γιάννη Μιχαλόπουλου Άρτεμις & Λεωνίδας & ο εγγονός Άρης
Κηδεία Γιάννη Μιχαλόπουλου.Τα παιδιά του Γιάννη Μιχαλόπουλου Άρτεμις & Λεωνίδας & ο εγγονός Άρης

Στις 10 Ιουνίου 2016 ο Γιάννης Μιχαλόπουλος άφησε την τελευταία του πνοή, σε ηλικία 89 ετών. Η κηδεία του ηθοποιού έγινε στο νεκροταφείο του Ζωγράφου. Η είδηση του θανάτου του σκόρπισε θλίψη στον καλλιτεχνικό κόσμο. Συνάδελφοι, φίλοι και άνθρωποι που συνεργάστηκαν μαζί του μίλησαν για έναν σπάνιο άνθρωπο, έναν πραγματικό κύριο, έναν ηθοποιό που τίμησε το επάγγελμά του όσο λίγοι. Ο Γιάννης Μιχαλόπουλος δεν υπήρξε ποτέ σταρ με τη σημερινή έννοια του όρου. Δεν κυνηγούσε τη δημοσιότητα, ούτε προσπάθησε να χτίσει έναν μύθο γύρω από το όνομά του. Άφησε όμως κάτι πολύ πιο σημαντικό: ένα έργο που άντεξε στον χρόνο. Δεκάδες θεατρικές παραστάσεις, κινηματογραφικές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές συνεχίζουν μέχρι σήμερα να θυμίζουν στις νεότερες γενιές τι σημαίνει πραγματικός ηθοποιός. Δες ένα αφιέρωμα στην ζωή του: