Ο ξανθογάλανος ηθοποιός με το γυμνασμένο κορμί – σουηδικό μοντέλο με μεσογειακό ταμπεραμέντο – που υποδυόταν κυρίως τον απατημένο εραστή σε δεύτερους ρόλους, ήταν μία από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές του ελληνικού κινηματογράφου των δεκαετιών 60 -70. Με την ευγενική του παρουσία, τη φυσική του γοητεία και το υποκριτικό του ταλέντο, κατάφερε να αφήσει το δικό του αποτύπωμα σε μια εποχή όπου ο ελληνικός κινηματογράφος γνώριζε μεγάλη άνθηση. Η ζωή του, όμως, υπήρξε σύντομη και γεμάτη αντιθέσεις, από τη μία η αναγνώριση και η επιτυχία, από την άλλη η μεγάλη εσωτερική μοναξιά και οι “δαίμονες” εγκατάλειψης που τον κυνηγούσαν, σημάδεψαν την προσωπική του ζωή και δεν τον άφηναν να προχωρήσει.
Ο Λευτέρης Βουρνάς ανήκε σε εκείνη τη γενιά ηθοποιών που συνέδεσαν το όνομά τους με τις λεγόμενες «χρυσές» δεκαετίες του ελληνικού σινεμά. Δεν ήταν μόνο ένας εμφανίσιμος ηθοποιός, ήταν ένας καλλιτέχνης που προσπάθησε να υπηρετήσει διαφορετικά είδη ρόλων, από το δράμα και το κοινωνικό έργο έως την κωμωδία και τις αισθηματικές ταινίες. Δες σκηνή από την ταινία “Οι εραστές του ονείρου” που υποδυόταν τον αδερφό της Ζωής Λάσκαρη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ:
Τα δυο βαριά χτυπήματα της μοίρας που τον τσάκισαν και η συνάντηση με τον πατέρα του!
Ο Λευτέρης Βουρνάς γεννήθηκε το 1942 στην Αθήνα, μέσα στην κατοχή, από τη Νίκη Θεοτοκάτου και τον Γιάννη Βουρνά. Στην τρυφερή ηλικία των 2 χρόνων, ο ψυχισμός του δέχεται ένα ισχυρό πλήγμα, όταν χάνει τη μητέρα του και απομένει με την αδελφή και τον πατέρα του. Δυστυχώς όμως, ακολούθησε και δεύτερο “χτύπημα” όταν και ο πατέρας του αναγκάστηκε να φύγει στο εξωτερικό, στην Τασκένδη, ως πολιτικός πρόσφυγας, λόγω του εμφύλιου πολέμου. Ο μικρός Λευτέρης αποχωρίζεται την αδελφή του και υιοθετείται από την Αθηνά Καγκελάρη, αδελφή της γιαγιάς του. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, οικονομικά ευκατάστατη, του παρείχε όλα τα υλικά αγαθά, αλλά ποτέ δεν κάλυψε τα συναισθηματικά κενά του μικρού αγοριού αφού δεν ήξερε τον τρόπο να τον μεγαλώσει και να του δώσει όλα αυτά που θα διαμόρφωναν έναν δυνατό χαρακτήρα που θα μπορούσε να νικήσει όλες τις αναποδιές. Κάποιες πηγές αναφέρουν πως όταν έκανε αταξίες ή δεν έτρωγε το φαγητό του, του έλεγε: “φάε αλλιώς θα σε στείλω στο αναμορφωτήριο”.
Τα περισσότερα χρόνια της ζωής του, ο Λευτέρης Βουρνάς δεν σταμάτησε να ψάχνει, απεγνωσμένα, μέσω διαφόρων οργανισμών, τον πατέρα του στη Ρωσία. Τον βρήκε και όταν τον Απρίλιο του 1975 ήρθε στην Ελλάδα, συναντήθηκαν. Ο πατέρας του είχε παντρευτεί ξανά και είχε αποκτήσει ακόμα ένα παιδί. Η διαμονή του στην Ελλάδα ήταν ολιγόωρη, γύρισε πίσω στην Ρωσία και οι δυο τους δεν πρόλαβαν να καλύψουν το χρονικό κενό της απόστασης, ούτε να απαντηθούν ερωτήματα που βασάνιζαν το μυαλό του Λευτέρη για χρόνια, με αποτέλεσμα, αυτή η συνάντηση να του κάνει περισσότερο κακό παρά καλό. Από νεαρή ηλικία ο Λευτέρης Βουρνάς έδειξε ενδιαφέρον για τις τέχνες και ιδιαίτερα για το θέατρο. Η υποκριτική αποτέλεσε για εκείνον έναν τρόπο έκφρασης και επικοινωνίας με το κοινό για να ξεφύγει από την μοναξιά του. Σπούδασε στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου, από όπου πήρε τις βάσεις για τη μετέπειτα καλλιτεχνική του πορεία.
Η είσοδός του στον χώρο του θεάματος έγινε σε μια περίοδο ιδιαίτερα σημαντική για την Ελλάδα. Ο κινηματογράφος εξελισσόταν γρήγορα, οι εταιρείες παραγωγής δημιουργούσαν συνεχώς νέες ταινίες και το κοινό αναζητούσε νέους πρωταγωνιστές. Ο Λευτέρης Βουρνάς διέθετε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που μπορούσαν να τον κάνουν αγαπητό στο ευρύ κοινό, νεανική εμφάνιση, εκφραστικό βλέμμα και μια ήρεμη, αξιοπρεπή παρουσία. Στα πρώτα βήματα της καριέρας του συνεργάστηκε με σημαντικούς ανθρώπους του θεάτρου και του κινηματογράφου, αποκτώντας σταδιακά εμπειρία και αναγνωρισιμότητα. Η εξέλιξή του δεν ήταν απότομη, αλλά σταθερή. Με κάθε νέα συμμετοχή κέρδιζε την εκτίμηση τόσο των συναδέλφων του για την ευγένειά του όσο και των θεατών που τον θαύμαζαν για την υποκριτική του.
Ο γοητευτικός ζεν πρεμιέ με το αστείρευτο ταλέντο
Η δεκαετία του 1960 ήταν η περίοδος της μεγάλης του ακμής. Ο ελληνικός κινηματογράφος εκείνη την εποχή γνώριζε πρωτοφανή δημοτικότητα και οι ηθοποιοί της γενιάς του έγιναν πρόσωπα που αγαπήθηκαν από εκατομμύρια θεατές. Ο γόης της δεκαετίας του ’60 υπήρξε ένας από τους δευτεραγωνιστές του ελληνικού κινηματογράφου, που ξεχώρισε για την ομορφιά αλλά και την υπέροχη υποκριτική του υπόσταση, γοητεύοντας τόσο την Ειρήνη Παππά, όσο και τους Δημήτρη Χορν και Έλλη Λαμπέτη, με τους οποίους έγιναν στενοί φίλοι. Από νεαρή ηλικία έδειξε ότι έχει κλίση στην υποκριτική και εντελώς τυχαία στα 17 του εμφανίστηκε δίπλα στην Ειρήνη Παππά και τον Ανδρέα Μπάρκουλη στην ταινία “Μπουμπουλίνα”.
Ξετρελάθηκε από την εμπειρία κι’ έτσι αποφάσισε να γραφτεί στη Δραματική Σχολή Σταυράκου. Ως σπουδαστής έπαιξε πολύ μικρούς ρόλους- σχεδόν κομπάρσος – σε αρκετές ταινίες, ενώ στο δεύτερο έτος της σχολής έκανε και την πρώτη εμφάνιση στο θέατρο, στην παράσταση «Κόκκινα Φανάρια» (1962). Μια θρυλική παράσταση που παίχτηκε για τρεις σεζόν. Ο Λευτέρης Βουρνάς συμμετείχε σε πολλές ταινίες, συχνά υποδυόμενος χαρακτήρες με ευαισθησία, ρομαντισμό αλλά και δραματικές συγκρούσεις. Δεν περιορίστηκε σε έναν συγκεκριμένο τύπο ρόλου. Μπορούσε να ερμηνεύσει τον νέο άνδρα που αντιμετωπίζει κοινωνικά προβλήματα, τον ερωτευμένο πρωταγωνιστή αλλά και τον χαρακτήρα που δοκιμάζεται από τις δυσκολίες της ζωής. Το γυμνασμένο σώμα και το όμορφο πρόσωπό του, σίγουρα του άνοιξαν πολλές πόρτες και γρήγορα είχε προτάσεις για κινηματογραφικές παραγωγές. Τη δεκαετία του ’60 έπαιξε σε πολλές ταινίες στο πλευρό σημαντικών ηθοποιών της εποχής. Ανάμεσα στις ταινίες στις οποίες συμμετείχε συγκαταλέγονται έργα που έχουν μείνει στη μνήμη του ελληνικού κοινού. Η παρουσία του στη μεγάλη οθόνη συνδέθηκε με μια εποχή όπου οι ταινίες είχαν έντονο κοινωνικό χαρακτήρα και συχνά παρουσίαζαν τις αξίες, τις αγωνίες και τα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας.
Ακόμη και όταν οι ρόλοι του ήταν γραμμένοι μέσα στα πλαίσια του εμπορικού κινηματογράφου της εποχής, ο ίδιος προσπαθούσε να τους δώσει συναίσθημα και αλήθεια. Έπαιξε σε 32 κινηματογραφικές ταινίες, με τελευταία «Ο Κυρ Γιώργης Εκπαιδεύεται», που ήταν και η τελευταία παραγωγή της Φίνος Φιλμ το 1977. Δες βίντεο από την ταινία με τον Διονύση Παπαγιανόπουλο, τον Νίκο Δαδινόπουλο και την Τόνια Καζιάνη:
Ο Λευτέρης Βουρνάς συνεργάστηκε με πολλούς καταξιωμένους ηθοποιούς και σκηνοθέτες της εποχής. Δεν ήταν ένας ηθοποιός που βασιζόταν στις υπερβολές, προτιμούσε τη λεπτομέρεια, το βλέμμα και την έκφραση για να αποδώσει τα συναισθήματα των χαρακτήρων του. Δες σκηνή από την ταινία “Ο Ίλιγγος” με την Κατερίνα Χέλμη:
Η γενιά του περιλάμβανε ηθοποιούς που έγιναν σύμβολα της εποχής, όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη, ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ, η Τζένη Καρέζη, η Ζωή Λάσκαρη και πολλοί άλλοι. Ο Λευτέρης Βουρνάς δεν ακολούθησε ακριβώς την πορεία των μεγαλύτερων εμπορικών σταρ, όμως διατήρησε μια ξεχωριστή θέση χάρη στην ποιότητα και τη συνέπεια της παρουσίας του. Δες σκηνή από την ταινία “Η αμαρτία της ομορφιάς” με τον Νίκο Γαλανό, την Μπέττυ Λιβανού και την Τασσώ Καββαδία:
Ο Λευτέρης Βουρνάς πρόλαβε να κάνει και βιντεοκασέτες, μια από τις τελευταίες του εμφανίσεις ήταν στην ταινία “Μια γυναίκα δυο άντρες” το 1985 με την Γωγώ Ατζολετάκη και τον Βασίλη Πλατάκη:
Η σχέση του με το θέατρο
Παρότι ο κινηματογράφος ήταν το μέσο που τον έκανε ευρύτερα γνωστό, ο Βουρνάς είχε σημαντική σχέση και με το θέατρο. Για έναν ηθοποιό της γενιάς του, το θέατρο αποτελούσε το βασικό πεδίο καλλιτεχνικής δοκιμασίας, καθώς απαιτούσε διαφορετική τεχνική και μεγαλύτερη άμεση επαφή με το κοινό. Στη θεατρική σκηνή προσπάθησε να εξελίξει τις υποκριτικές του δυνατότητες και να αναμετρηθεί με πιο απαιτητικούς ρόλους. Η παρουσία του στο θέατρο επιβεβαίωνε ότι δεν ήταν απλώς ένας κινηματογραφικός πρωταγωνιστής, αλλά ένας ηθοποιός με ευρύτερες καλλιτεχνικές αναζητήσεις. Δες ένα αφιέρωμα της Φίνος Φίλμ για τον Λευτέρη Βουρνά από ταινίες που έπαιξε, ενώ από τις συμμετοχές του στο θέατρο δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου βίντεο:
Η αυτοκτονία που σόκαρε το Πανελλήνιο. Έκοψε τις φλέβες του και πήδηξε στο κενό…
Πίσω από τη δημόσια εικόνα του επιτυχημένου ηθοποιού υπήρχε ένας άνθρωπος βαθιά πικραμένος και προβληματισμένος που αντιμετώπισε δυσκολίες στην προσωπική του ζωή. Η δημοσιότητα συχνά δημιουργεί μια απόσταση ανάμεσα στην εικόνα που βλέπει το κοινό και στην πραγματική ζωή που ζει ένας καλλιτέχνης. Έπειτα από τον θάνατο της θείας του που τον είχε μεγαλώσει, ο Λευτέρης Βουρνάς αντιμετώπισε σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Ήταν εξαιρετικά εσωστρεφής, κυκλοθυμικός και για μεγάλα χρονικά διαστήματα κλεινόταν στον εαυτό του. Όσο μεγάλωνε τόσο περισσότερο αναζητούσε τον πατέρα του. Το πατρικό πρότυπο ήταν κάτι που είχε στερηθεί και ήθελε να το αναπληρώσει. Το 1971 ο Λευτέρης Βουρνάς παντρεύτηκε την Αθηνά και πήγαν να ζήσουν στην Βούλα. Τα είχε όλα! Δόξα, φήμη και μια υπέροχη οικογενειακή ζωή.
Όλα αυτά, ωστόσο, φαίνεται πως δεν αναπλήρωσαν τα μεγάλα συναισθηματικά κενά που είχε στην προσωπική του ζωή. Λέγεται πως η αντίστροφή μέτρηση ξεκίνησε μετά από εκείνη την συνάντηση που είχε με τον πατέρα του. Τα παιδικά του χρόνια ήταν άσχημα και η γυναίκα που τον μεγάλωσε δεν τον ατσάλωσε συναισθηματικά. Όταν πέθανε η θεία του εκείνος εγκατέλειψε το σπίτι του στην Βούλα όπου έμενε με την σύζυγό του και πήγε να ζήσει στο κέντρο της Αθήνας μόνος του.
Ένα χρόνο αργότερα επέστρεψε στη γυναίκα του στην Βούλα, αλλά ήταν ψυχολογικά ράκος. Δεν έτρωγε, είχε κατάθλιψη και ψυχολογικές διαταραχές. Δεν ήταν ο ίδιος άνθρωπος, πλέον. Έδειχνε να έχει παραιτηθεί από τη ζωή. Το μόνο βέβαιο είναι ότι το καλοκαίρι του 1987 έδωσε ο ίδιος τέλος στη ζωή του πέφτοντας από το μπαλκόνι του διαμερίσματος όπου ζούσε με την σύζυγο του: Ήταν μόλις 45 ετών… Η τελευταία θεατρική παράσταση του Βουρνά ήταν με τη Μάρθα Καραγιάννη. Όλοι ήλπιζαν τότε πως η εκ νέου ενασχόλησή του με την υποκριτική θα λειτουργούσε σαν «ηλεκτροσόκ» και θα τον επανέφερε. Μάταια, όμως… Τίποτα δεν άλλαξε στην ψυχοσύνθεσή του και ήρθε το τέλος. Αφού πήρε μερικά χάπια και έκοψε τις φλέβες του, πήδηξε από τον τρίτο όροφο του σπιτιού του. Η είδηση του θανάτου του συγκλόνισε τους συναδέλφους του και τους θαυμαστές του.
Όργιο φημών για τον θάνατό του από AIDS
Ένας άλλος θάνατος συνδέθηκε τυχαία με τον δικό του. Μερικές ημέρες πριν από την αυτοκτονία του Βουρνά και συγκεκριμένα στις 13 Ιουνίου, είχε φύγει από τη ζωή ο 33χρονος Βασίλης Κουρκουμέλης, ο διάσημος σχεδιαστής που είχε γίνει γνωστός με το ψευδώνυμο Μπίλι Μπο, είχε πεθάνει από AIDS. Όταν ο Λευτέρης Βουρνάς μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και έγινε γνωστό πως ήταν νεκρός, έσπευσαν εκεί πολλοί δημοσιογράφοι και φωτορεπόρτερ. Επίσης, στο νοσοκομείο πήγαν και αρκετοί συνάδελφοί του, ανάμεσα σε αυτούς και ο Σταύρος Παράβας. Ο ηθοποιός όταν είδε τον «κακό χαμό» που γινόταν έξω από το νοσοκομείο είπε απευθυνόμενος προς τους δημοσιογράφους: «Για όνομα του θεού! Ούτε στον Μπίλι Μπο δεν κάνατε έτσι»! Τα λόγια αυτά του Παράβα ήταν αρκετά για να αναπτυχθεί ένα όργιο φημών σχετικά με τις αιτίες που οδήγησαν τον Λευτέρη Βουρνά στην αυτοχειρία. Εκείνες τις ημέρες είχε ακουστεί μέχρι και ότι ο ηθοποιός είχε κάνει εξετάσεις, αλλά αυτοκτόνησε πριν πάρει τα αποτελέσματα στα χέρια του, έχοντας τον φόβο ότι πάσχει από την αρρώστια της εποχής.
Όλες αυτές τις φήμες διέλυσε η σύζυγός του αργότερα, η οποία ζήτησε να γίνουν εξετάσεις στη σορό του Λευτέρη Βουρνά. Λίγο καιρό μετά τα αποτελέσματα βγήκαν και ήταν αρνητικά, ξαναφέρνοντας στο προσκήνιο τα ερωτηματικά και τα «γιατί». Οι περισσότεροι απέδωσαν την απόφασή του αυτή, να βάλει τέλος στην ζωή του, στην κατάθλιψη και στην κακή ψυχολογική κατάσταση ενός ζεν πρεμιέ που θα μπορούσε να δώσει ακόμα πάρα πολλά στον κινηματογράφο και το θέατρο. Τα φώτα, η αναγνωρισιμότητα, η φήμη και η επιτυχία είναι εφήμερα. Κάποια στιγμή μένεις μόνος με τους δαίμονές σου και εκεί η αναμέτρηση είναι σκληρή. Ο Λευτέρης Βουρνάς, ο όμορφος ηθοποιός που στάθηκε επάξια δίπλα σε σπουδαίους συναδέλφους του, δεν άντεξε σε αυτή την αναμέτρηση. Έβαλε τέλος στη ζωή του με έναν τρόπο άγριο και ιδιαίτερα οδυνηρό. Σα να ήθελε να σιγουρευτεί πως όλα θα τελείωναν εκείνη την ημέρα.
Ο Λευτέρης Βουρνάς έζησε σε μια εποχή όπου οι ηθοποιοί βρίσκονταν διαρκώς στο επίκεντρο της δημοσιότητας, όμως η αναγνωρισιμότητα δεν εξασφαλίζει πάντα προσωπική ευτυχία. Οι πιέσεις του επαγγέλματος, η αβεβαιότητα της καλλιτεχνικής ζωής και οι προσωπικές δοκιμασίες επηρέασαν την πορεία του. Ο θάνατός του συγκλόνισε τον καλλιτεχνικό κόσμο και το κοινό που τον είχε αγαπήσει μέσα από τις ταινίες του. Η απώλειά του στέρησε από τον ελληνικό πολιτισμό έναν ηθοποιό που είχε ακόμη πολλά να προσφέρει. Το έργο του παραμένει παρόλα αυτά ζωντανό και αποτελεί έναν ακόμη κρίκο στην πλούσια ιστορία του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου.




">
">
">
">
">
">
">
">