Στις 4 Ιουνίου συμπληρώνονται 18 χρόνια από τη ημέρα που η Ελλάδα πάγωσε στο άκουσμα της είδησης της δολοφονίας του Νίκου Σεργιανόπουλου. Αν ζούσε σήμερα θα ήταν 74 χρονών… “Ίσως δεν ήθελε να δει τον εαυτό του γερασμένο και έφυγε τόσο νωρίς” έχει πει ένας από τους έρωτες της ζωής του, ο μεγάλος σκηνοθέτης Ανδρέας Βουτσινάς. Ένας ηθοποιός που δεν υπήρξε απλώς δημοφιλής, αλλά βαθιά αγαπητός.

Ένας άνθρωπος που κατάφερε να συνδέσει το όνομά του με μερικούς από τους πιο χαρακτηριστικούς ρόλους της ελληνικής τηλεόρασης και του θεάτρου, αφήνοντας πίσω του ένα αποτύπωμα γεμάτο ευαισθησία, χιούμορ, αξιοπρέπεια και σπάνιο υποκριτικό ταλέντο. Ο Νίκος Σεργιανόπουλος δεν ήταν σταρ με τη συμβατική έννοια. Δεν επεδίωξε ποτέ τη φθηνή δημοσιότητα, ούτε επένδυσε στη λάμψη της τηλεοπτικής εικόνας, ήταν ένας αληθινός ηθοποιός.

Σεργιανόπουλος
ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ/EUROKINISSI

Από εκείνους που μπορούσαν να γεμίσουν μια σκηνή με το βλέμμα τους και να κάνουν τον τηλεθεατή να νιώθει ότι παρακολουθεί έναν άνθρωπο της διπλανής πόρτας. Η φυσικότητα, η αμεσότητα και η βαθιά ανθρώπινη παρουσία του ήταν τα στοιχεία που τον ξεχώρισαν.Ο γνωστός ηθοποιός γεννήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 1952 στη Δράμα. Από μικρός έδειξε ότι είχε καλλιτεχνική φλέβα, όμως η πορεία προς την υποκριτική δεν ήταν αυτονόητη.

Τα πρώτα του βήματα έγιναν στο θεατρικό σανίδι της Θεσσαλονίκης. Εκεί άρχισε να ξεδιπλώνει το υποκριτικό του χάρισμα, υπηρετώντας με πειθαρχία και αφοσίωση το θέατρο. Συνάδελφοί του από εκείνα τα χρόνια μιλούσαν για έναν άνθρωπο χαμηλών τόνων, ιδιαίτερα ευγενικό, εργασιομανή και τελειομανή. Δεν ήταν ποτέ ο ηθοποιός που θα φώναζε για να ξεχωρίσει, ξεχώριζε από μόνος του.

Η μεγάλη αναγνωρισιμότητα ήρθε μέσα από την τηλεόραση. Τη δεκαετία του ’90 ο Νίκος Σεργιανόπουλος έγινε ένα από τα πιο οικεία πρόσωπα της ελληνικής μυθοπλασίας. Συμμετείχε σε πολλές επιτυχημένες σειρές, όμως ο ρόλος που τον σημάδεψε περισσότερο ήταν εκείνος του «Κωνσταντίνου Μαρκορά» στη σειρά «Δύο Ξένοι».

Σεργιανόπουλος Παπούλια
ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ/EUROKINISSI

Ο εκκεντρικός, αυστηρός αλλά ταυτόχρονα βαθιά μοναχικός καθηγητής δραματικής σχολής εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο εμβληματικούς χαρακτήρες στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης. Ο τρόπος με τον οποίο ενσάρκωσε τον Μαρκορά ήταν μοναδικός, έδινε ψυχή σε έναν άνθρωπο γεμάτο ανασφάλειες, ειρωνεία, πίκρα αλλά και τρυφερότητα, ίσως αυτός ο ρόλος του θύμιζε στοιχεία του χαρακτήρα του. Οι ατάκες του έμειναν ιστορικές, όμως αυτό που πραγματικά καθήλωσε το κοινό ήταν η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό στοιχείο. Ο Σεργιανόπουλος μπορούσε μέσα σε μία σκηνή να κάνει το κοινό να γελάσει και αμέσως μετά να το συγκινήσει.

Τα παιδικά χρόνια της καταπίεσης, η επανάσταση και η τρέλα της υποκριτικής

Οι σχέσεις του με το διάβασμα δεν ήταν οι καλύτερες – δεν τον χωρούσαν τα θρανία. «Με έψαχνε η μάνα μου για να διαβάσω», είχε πει σε συνέντευξή του. Οι φίλοι του ωστόσο έχουν αντίθετη άποψη καθώς θυμούνται ότι ήταν «ένας πάρα πολύ καλός μαθητής». Με την υποκριτική παρόλα αυτά, τα πράγματα ήταν διαφορετικά, καθώς το μεράκι του για το θέατρο άρχισε να φαίνεται από πολύ νωρίς. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που τον θυμούνται από μικρή ηλικία να ερμηνεύει ρόλους στην αυλή του σπιτιού του. Φίλοι του από τα παλιά θυμούνται: “Ο Νίκος είχε τρέλα με την Ιλιάδα. Συνήθιζε να κλέβει την ποδιά της γιαγιάς του, με την οποία είχε ιδιαίτερη σχέση, να τη φοράει σαν χλαμύδα, να βάζει και μια χάρτινη περικεφαλαία και να υποδύεται τον Αχιλλέα”.

Το δεύτερο παιδί της οικογένειας Σεργιανόπουλου ήθελε να χάνεται στα χωράφια και να ονειρεύεται. Μόνο που τα όνειρά του, μέχρι κάποια ηλικία, τα κρατούσε για τον εαυτό του. Όταν τα ανακοίνωσε, αναγκαστικά, έγινε χαμός. Το «αναγκαστικά» μεταφράζεται ότι είχε φτάσει 24 ετών και η Σχολή του Εθνικού θεάτρου είχε ως ανώτατο όριο τα 25. Όταν βλέπει ότι συναντά τις έντονες αντιδράσεις των γονιών του, παίρνει την κατάσταση στα χέρια του. Δουλεύει εντατικά ως λογιστής, και με τα χρήματα που μαζεύει κατεβαίνει στην Αθήνα. Περνά μεν στη σχολή, αλλά τα χρήματα τελειώνουν. Οι σχέσεις με την οικογένεια έχουν διακοπεί, και ο Νίκος προσπαθεί να επιβιώσει. Αρχίζουν οι μεγάλες πείνες. Οι δικοί του λυγίζουν, και λύνουν το εμπάργκο. Τελικά επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη και μεταγράφεται στη σχολή του ΚΘΒΕ όπου και υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Πειραματικής Σκηνής Τέχνης. Παράλληλα εργάζεται ως σερβιτόρος. Συμμετείχε σε θεατρικές παραστάσεις τόσο στη Θεσσαλονίκη όσο και στην Αθήνα. Το 1986 έκανε το ντεμπούτο του στον κινηματογράφο στην ταινία του Τάσου Ψαρά «Καραβάν Σαράι», που ήταν και η μοναδική συμμετοχή του στη μεγάλη οθόνη. Την ίδια χρονιά πρωτόπαιξε και στην τηλεόραση, στη σειρά του Κώστα Αριστόπουλου «Η τελευταία Ιθάκη».

Το ξεκίνημα της ιδιωτικής τηλεόρασης ανέβασε κατακόρυφα τις μετοχές του. Το 1992 έγινε γνωστός μέσα από την υπερπαραγωγή του MEGA “Άφρικα”, που γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στην Κένυα. Δες σκηνή από το σήριαλ “Άφρικα” με την Κοραλία Καράντη:

Ο μεγάλος έρωτας με τον σκηνοθέτη Ανδρέα Βουτσινά στο Παρίσι και στην Θεσσαλονίκη

Κάπου στις αρχές του ’80, ο Νίκος Σεργιανόπουλος, μπαίνει στη θεατρική ζωή της Θεσσαλονίκης –αλλά και του Νίκου Σεργιανόπουλου– ο Ανδρέας Βουτσινάς. Ο μεγάλος σκηνοθέτης δεν έκρυψε ποτέ τον έρωτά του για τον ηθοποιό, κι έχει μιλήσει και για την κοινή τους ζωή όπως και για τα τρωτά του χαρακτήρα του. «Ο Νίκος ήταν φοβερά αρνητικός στα πάντα. Έβρισκε κάτι για να του χαλάσει την πορεία», έχει πει. «Η αγάπη της οικογένειάς του ήταν η αδερφή του και όχι αυτός. Η αδερφή του τον αγαπούσε παράφορα και εκείνος την ζήλευε. Είχαν ανταγωνισμό, αλλά η αδερφή του ήταν καταπληκτική κυρία. Είμαι σίγουρος πως πέθανε διότι έφυγε ο Νίκος. Για εκείνη ο Νίκος ήταν ένα πρόσωπο μαγικό, αλλά εκείνος πίστευε πως τον λυπάται».

Κάποια στιγμή ο Νίκος Σεργιανόπουλος πήγε στο Παρίσι για να κάνει πλαστική στη μύτη του. Ήταν ένα δώρο του σκηνοθέτη, που είχε σχολιάσει: «Άλλαξε τη μύτη του για την αδερφή του». Μιλώντας αργότερα για την ποιότητα της ζωής του αδικοχαμένου ηθοποιού στο Παρίσι, ο σκηνοθέτης είχε πει: «Δεν του άρεσε που δεν τον γνώριζαν. Όμως πηγαίναμε όπου μου ζητούσε». Αρχές του ’90 που ο Νίκος Σεργιανόπουλος είναι λίγο πριν από τα 40, είναι όνομα μεν στη θεατρική πιάτσα της Θεσσαλονίκης, αλλά δεν του αρκεί. Έχει παίξει σε μια-δυο σειρές, αλλά ακόμα δεν έχει κάνει τη μεγάλη έκρηξη. Όταν του προκύπτει η τηλεοπτική σειρά «Άφρικα», τα παρατάει όλα – και τους έρωτες – κατεβαίνει στην Αθήνα, και στα 40 του αρχίζει μια νέα ζωή. «Ήταν λάθος του να φύγει από εκεί. Πήγε στην τηλεόραση και άλλαξε», έχει δηλώσει ο σκηνοθέτης σε συνέντευξή του.

Αργότερα για τον θάνατό του ο Ανδρέας Βουτσινάς έλεγε: «Δεν έχω κλάψει όσο με τον Νίκο… Δεν του άξιζε τέτοιο τραγικό τέλος. Πάντα του έλεγα: θα είσαι ένας καταπληκτικός γέρος. Ίσως ο Νίκος Σεργιανόπουλος να μην ήθελε να δει τον εαυτό του γερασμένο και προτίμησε να φύγει τόσο γρήγορα…Το τραγικό είναι πως έφυγε άδικα», είχε πει ο Ανδρέας Βουτσινάς.

Ο γοητευτικός κ. Μαρκοράς που ξετρελαίνει τις γυναίκες και ο έρωτας με τον Αλέξανδρο Ρήγα

Η επιτυχία του σήριαλ «Δύο Ξένοι» απογείωσε τη δημοτικότητά του. Ξαφνικά, όλη η Ελλάδα μιλούσε για τον «κύριο Μαρκορά». Ωστόσο ο ίδιος παρέμενε μακριά από τη λογική του σταρ σύστεμ. Έδινε ελάχιστες συνεντεύξεις και προστάτευε όσο μπορούσε την προσωπική του ζωή, δεν του άρεσε η υπερέκθεση. Ίσως γιατί πίσω από το χαμόγελο και την υποκριτική του δεινότητα κρυβόταν ένας βαθιά μοναχικός άνθρωπος. Δες σπάνια πλάνα από τα backstage γυρισμάτων στο σήριαλ “Δυο ξένοι”:

Ακολούθησαν πολλές ακόμη τηλεοπτικές και θεατρικές επιτυχίες. Στη συνέχεια έλαβε μέρος σε πολλές τηλεοπτικές παραγωγές («Τι ψυχή θα παραδώσεις μωρή», «Οι Στάβλοι της Εριέτας Ζαίμη», κ.ά.), αλλά για τους τηλεθεατές παρέμενε ο καθηγητής Μαρκοράς. Η «Εξαφάνιση», που προβλήθηκε από τον ALPHA, ήταν η τελευταία του τηλεοπτική δουλειά. Συμμετείχε σε σειρές που αγαπήθηκαν ιδιαίτερα από το κοινό, ενώ στο θέατρο συνέχιζε να δίνει τον καλύτερό του εαυτό. Οι συνάδελφοί του μιλούσαν συχνά για έναν ηθοποιό με τεράστια πειθαρχία, που σεβόταν απόλυτα το επάγγελμα και δεν αντιμετώπιζε ποτέ επιπόλαια τη δουλειά του. Δες βίντεο από την τελευταία του τηλεοπτική δουλειά “Η Εξαφάνιση” με την Ναταλία Δραγούμη:

Όμως η επιτυχία θέλει μέτρο και σύνεση – και φυσικά σωστές ισορροπίες που στην πορεία χάθηκαν. Έστω και αν δεν ήταν δική του υπαιτιότητα κάποια πράγματα, όπως για παράδειγμα οι θεατρικές προτάσεις που δεχόταν. Σαν να σβήστηκαν μεμιάς οι ρόλοι που είχε παίξει στη Θεσσαλονίκη, κυρίως. Οι ρόλοι που του προτείνουν είναι μεν λαμπεροί, και καλοπληρωμένοι, αλλά δεν τον εκφράζουν. Τελικά το 2001 παίζει –για τελευταία φορά, όπως αποδείχτηκε– στο σανίδι, στο Νυφικό κρεβάτι, σε προσαρμογή και σκηνοθεσία Αλέξανδρου Ρήγα. Δες το τρέιλερ από το “Νυφικό κρεβάτι” με την Ρένια Λουιζίδου:

Με τον τελευταίο ηθοποιό και σεναριογράφο, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, έζησαν μια θυελλώδη σχέση. Με τσακωμούς, χωρισμούς, που ναι μεν κάποιοι τα γνώριζαν, αλλά γράφονταν ανώνυμα στα έντυπα της εποχής. Ο Σεργιανόπουλος νιώθει να πνίγεται. Από την άλλη, οι επιτυχίες του στην τηλεόραση συνεχίζονται αμείωτες. Ασχέτως αν στο πέρασμα του χρόνου δεν τις θυμούνται παρά ελάχιστοι. Ο Αλέξανδρος Ρήγας σε μια συνέντευξή του στον Γρηγόρη Αρναούτογλου έρχεται σε άβολη θέση μιλώντας για την σχέση του με τον Νίκο Σεργιανόπουλο, παραδέχεται όμως ότι είχε προλάβει να του πει πριν από τον θάνατό του πόσο τον αγαπούσε. Δες το βίντεο:

Η σκοτεινή πλευρά της ζωής του, η ευαισθησία και η μεγάλη μοναξιά

Η φωτεινή πλευρά, είναι ένας άνθρωπος πετυχημένος στη δουλειά του, καλοπληρωμένος, γλεντζές και ανοιχτόκαρδος. Η σκοτεινή, ένας άνθρωπος που εκτός από εφήμερες περιπέτειες, αισθανόταν ενοχές και μοναξιά. Παρά τη δημοφιλία του, ο Νίκος Σεργιανόπουλος δεν έπαψε ποτέ να κουβαλά μια εσωτερική μελαγχολία. Ήταν ένας άνθρωπος ιδιαίτερα ευαίσθητος, που δυσκολευόταν να διαχειριστεί τη μοναξιά και τις προσωπικές του μάχες. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του βρέθηκε αρκετές φορές στο επίκεντρο της δημοσιότητας όχι για τη δουλειά του, αλλά για την προσωπική του ζωή και τα προβλήματα που αντιμετώπιζε.

Ο Νίκος Σεργιανόπουλος δεν είχε δώσει ποτέ δικαιώματα και κανείς δεν είχε υποψιαστεί ότι ήταν gay. Η προσπάθεια να το κρατήσει μυστικό και η ξαφνική επιτυχία τον άγχωσε και τον έκλεισε στον εαυτό του. Έγινε αντικοινωνικός. Για 16 χρόνια ζούσε με το σκύλο του, που όπως έλεγε «είμαστε οι καλύτεροι φίλοι». Εκτός από ταλαντούχος ηθοποιός, ήταν κι η επιτομή της γοητείας, όμως, ο πραγματικά κόντρα ρόλος του ήταν αυτός της αλήθειας του. Όσο δύσκολο κι αν ήταν για τους θεατές, θαυμαστές και μη να επεξεργαστούν πως δεν τον έλκυαν οι γυναίκες, άλλο τόσο δύσκολο, ενδεχομένως, ήταν και για τον ίδιο.

Ο Νίκος Σεργιανόπουλος, ο ηθοποιός με το αξύριστο look και τους γκρίζους κροτάφους, μετατρέπεται σε sex symbol. Όλοι του λένε ότι θυμίζει τον Τζορτζ Κλούνεϊ κι αυτός απλώς χαμογελά. Φωτογραφήσεις, εξώφυλλα, συνεντεύξεις μπαίνουν στο καθημερινό του πρόγραμμα. «Δεν τρελαινόταν για όλα αυτά. Ποτέ δεν του άρεσε η έκθεση. Προτιμούσε να περνάει απαρατήρητος», λένε άνθρωποι που τον γνώριζαν.

Πήγαινε τουλάχιστον τρεις φορές το χρόνο στη Δράμα γιατί εκεί ήταν η μητέρα του, η γιαγιά και η αδερφή του. Ο ίδιος δεν έκρυψε ποτέ ότι περνούσε δύσκολες περιόδους. Ωστόσο, όσοι τον γνώριζαν προσωπικά έλεγαν πως προσπαθούσε να σταθεί όρθιος και να συνεχίσει να δουλεύει. Μέχρι το τέλος παρέμεινε αφοσιωμένος στην τέχνη του. Ήθελε να παίζει, να δημιουργεί, να αισθανθεί ξανά ότι ανήκει κάπου. Δες το βίντεο από την εμφάνισή του στην εκπομπή “Καφές με την Ελένη” και τι έλεγε τότε για τα σχέδια του στην Ελένη Μενεγάκη το 2008 στον ALPHA.

Η Ελλάδα πάγωσε! Η δολοφονία που συγκλόνισε το Πανελλήνιο

Η είδηση έσκασε σαν βόμβα. Ο Νίκος Σεργιανόπουλος βρέθηκε νεκρός στο διαμέρισμά του στο Παγκράτι, δολοφονημένος με πρωτοφανή αγριότητα. Η εικόνα που αντίκρισαν οι αστυνομικοί και οι ιατροδικαστές ήταν σοκαριστική. Ο αγαπημένος ηθοποιός είχε δεχθεί πολλαπλές μαχαιριές μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Η Ελλάδα πάγωσε. Για ώρες κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που είχε συμβεί. Τα κανάλια διέκοπταν το πρόγραμμά τους για έκτακτες συνδέσεις, οι εφημερίδες κυκλοφορούσαν με πρωτοσέλιδα αφιερωμένα στο έγκλημα και ο καλλιτεχνικός κόσμος βυθίστηκε στο σοκ. Ήταν από εκείνες τις στιγμές που μια είδηση ξεπερνά τα όρια της επικαιρότητας και μετατρέπεται σε βαθύ τραύμα.

Νίκος Σεργιανόπουλος: Αφιέρωμα σε έναν ηθοποιό που είχε κρυφή ερωτική ζωή με διάσημους - H δολοφονία του συγκλόνισε το πανελλήνιο

Στις 4/6/2008, η Ελλάδα παγώνει από το άγριο έγκλημα και κανένας δεν πιστεύει αυτά που ακούει. Ένα μήνα αργότερα συνελήφθη ο γεωργιανός Δαβίδ Μουρτινέλι, ο οποίος στις 26 Ιουλίου ομολόγησε ότι αυτός διέπραξε τη δολοφονία. Όπως αποκαλύφτηκε, ο Σεργιανόπουλος είχε «ψωνίσει» τον δολοφόνο του το προηγούμενο βράδυ στην Πλατεία Βικτωρίας.

Η κατάθεση της οικιακής βοηθού σοκάρει!

Η Μαρία-Λουΐζα, που τα τελευταία τέσσερα χρόνια φρόντιζε το διαμέρισμα της οδού Μετεώρων, κατέθεσε ότι η σχέση που είχε αναπτυχθεί ανάμεσα σε εκείνη και τον 56χρονο δημοφιλή ηθοποιό, ήταν μια σχέση αμοιβαίας εκτίμησης και αγάπης χωρίς ίχνος υποκρισίας. Μπορεί να ήταν ένας άνθρωπος με απίστευτα ερωτικά πάθη αλλά ήταν τρυφερός, αξιοπρεπής και πάνω απ’ όλα δίκαιος. Εκτός από τις ιδιαιτερότητες του ηθοποιού, τις οποίες υποχρεώθηκε να αναφέρει περιέγραψε τις καθημερινές στιγμές που είχε ζήσει δίπλα στον ηθοποιό. «Τον είχα σαν πατέρα μου» είχε πει στην προανακριτική της κατάθεση στην Ασφάλεια η διαζευγμένη γυναίκα και μητέρα ενός ανήλικου κοριτσιού.

«Ο κ. Νίκος μου είχε αδυναμία και με αγαπούσε πολύ, με πρόσεχε σαν παιδί του. Με είχε βοηθήσει με δικηγόρους, όταν εγώ ήμουν στη διαδικασία του διαζυγίου μου. Όταν πήγαινα στο σπίτι του για να καθαρίσω, κάποιες φορές συζητάγαμε για διάφορα θέματα. Ο ίδιος μου είχε πει μάλιστα κάποια στιγμή για τις σεξουαλικές του προτιμήσεις και συγκεκριμένα μου είπε “ξέρεις, Μαρία, εγώ είμαι gay”. Του είχα πει ότι εγώ δεν είχα πρόβλημα με τις προτιμήσεις του αυτές. Κάποιες φορές έβρισκα και άσπρη σκόνη, μάλλον ναρκωτικά, και επειδή τον αγαπούσα και εγώ σαν πατέρα μου, όταν συζητούσαμε, προσπαθούσα να τον πείσω να το κόψει. Εκείνος απαντούσε “θα το κόψω, Μαρία, αφού κατάφερα και έκοψα το ποτό, αυτό δεν είναι τίποτα”». Ο άτυχος ηθοποιός, ανεξάρτητα από την ιδιαιτερότητά του, είχε αρχές, όρια και αναστολές.

Ο Νίκος Σεργιανόπουλος ήταν άρχοντας και υπεράνω χρημάτων, μάλιστα σεβόταν το μεροκάματο των άλλων και ήταν ακριβοδίκαιος όπως αποκάλυπτε στην κατάθεσή της η οικιακή βοηθός του. Σύμφωνα με την κατάθεση της γυναίκας, η περιπέτεια της σύλληψής του για ναρκωτικά έγινε η αιτία να μετρήσει τους φίλους του και αυτούς που στάθηκαν στο πλευρό του. Ένας από αυτούς, ήταν και ο 40χρονος «μόνιμος φίλος» του Παναγιώτης. Δάσκαλος στο επάγγελμα, ο οποίος «εξαφανίστηκε» όταν ο Νίκος Σεργιανόπουλος συνελήφθη και περνούσε δύσκολες ώρες στα κρατητήρια της Ασφάλειας. Ο πολυετής δεσμός τους «ακυρώθηκε» γιατί, ο δάσκαλος τον παράτησε στην Ασφάλεια φοβούμενος μήπως εκτεθεί και χάσει τη δουλειά του…». «Στην Ασφάλεια είχε έρθει μόνο ο Αλέξανδρος Ρήγας, τον οποίο είδα μόνο μία φορά και το όνομά του μου το είχε πει ο κ. Νίκος», κατέληξε η μάρτυρας.

Sex, drugs και ζειν επικινδύνως

Μια ζωή γεμάτη περιπέτεια, ρίσκο και εξόδους από τις ζώνες ασφαλείας… “Ζειν επικινδύνως” ήταν το motto του Νίκου Σεργιανόπουλου. Στις 10/11/ 2009, ο Μουρτινέλι καταδικάσθηκε σε κάθειρξη 20 ετών και 10 μηνών, καθώς το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο του αναγνώρισε ελαφρυντικά. Η εισαγγελική αρχή άσκησε έφεση και ο Μουρτινέλι ξαναδικάσθηκε και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο στις 18/6/ 2015. Μερικούς μήνες πριν από τη δολοφονία του, ο Νίκος Σεργιανόπουλος είχε απασχολήσει την επικαιρότητα με μία υπόθεση ναρκωτικών. Στις 2/12/2007 συνελήφθη, κατόπιν τυχαίου ελέγχου, έχοντας στην κατοχή του 35 γραμμάρια κοκαΐνης. Κατηγορήθηκε για κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών, αλλά δεν προφυλακίστηκε, επειδή δήλωσε και διαγνώστηκε εξαρτημένος χρήστης. Από τότε ξεκίνησε ο καταιγισμός «κίτρινων» δημοσιευμάτων και οι τόνοι λάσπης. Έγραφαν για απειλές εναντίον του, για περιπέτειες με εμπόρους ναρκωτικών κτλ., κτλ. Ο Νίκος δεν άντεξε όλο αυτόν τον καταιγισμό του κουτσομπολιού και απομονώθηκε.

Νίκος Σεργιανόπουλος: Αφιέρωμα σε έναν ηθοποιό που είχε κρυφή ερωτική ζωή με διάσημους - H δολοφονία του συγκλόνισε το πανελλήνιο
Το σπίτι όπου βρέθηκε νεκρός ο Νίκος Σεργιανόπουλος (ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI)

Το ακόμη πιο τραγικό ήταν ότι ο θάνατός του συνοδεύτηκε από μια ακραία εισβολή στην προσωπική του ζωή. Πολλές εκπομπές και δημοσιεύματα της εποχής αντιμετώπισαν τη δολοφονία όχι με σεβασμό απέναντι σε έναν νεκρό άνθρωπο, αλλά σαν τηλεοπτικό θέαμα. Αναλύσεις, λεπτομέρειες, σενάρια και υπερβολές γέμισαν τα δελτία ειδήσεων. Για μέρες ολόκληρες η ανθρώπινη τραγωδία μετατράπηκε σε δημόσιο θέαμα. Κι όμως, πίσω από όλα αυτά, υπήρχε ένας άνθρωπος που είχε χαρίσει γέλιο, συγκίνηση και σπουδαίες ερμηνείες σε εκατομμύρια τηλεθεατές. Ένας άνθρωπος που βρέθηκε μόνος, ευάλωτος και τελικά τραγικά αβοήθητος.

Η σοκαριστική απολογία του δολοφόνου του

Το κείμενο που ακολουθεί και περιγράφει όλα τα γεγονότα από την στυγερή δολοφονία του ηθοποιού, είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Πάνου Σόμπολου «Τα εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα, όπως τα έζησα», από τις εκδόσεις Πατάκη. Σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία της αστυνομίας, ο Γεωργιανός είπε ότι τις πρώτες πρωινές ώρες της 4ης Ιουνίου του 2008, ενώ βρισκόταν στην πλατεία Βικτωρίας με σκοπό να πάει στο Πέραμα, όπου δούλευε, συναντήθηκε με τον Σεργιανόπουλο, ο οποίος του πρότεινε να κάνουν χρήση κοκαΐνης μέσα στο αυτοκίνητό του. Αφού μπήκαν μέσα, ο ηθοποιός του πρότεινε να πάνε στο σπίτι του και να κάνουν εκεί χρήση κοκαΐνης με την ησυχία τους, πράγμα που δέχτηκε ο Μουρτινέλι. Ο Σεργιανόπουλος, του είπε μάλιστα ότι θα καλούσαν και κοπέλες και θα περνούσαν πολύ καλά όλοι μαζί. Από την πλατεία Βικτωρίας τράβηξαν για το Παγκράτι, όπου έμενε ο Σεργιανόπουλος. Καθ’ οδόν ο ηθοποιός αγόρασε μπίρες και τσιγάρα γιατί, όπως είπε στον Μουρτινέλι του είχαν τελειώσει. Όταν έφτασαν στο διαμέρισμα κάθισαν στο καθιστικό και έκαναν χρήση ναρκωτικών.

Στη συνέχεια πέρασαν στο σαλόνι και όπως είχε πει ο ηθοποιός, επρόκειτο να έλθουν από ώρα σε ώρα και οι κοπέλες. Ενώ περίμεναν τις κοπέλες ξεντύθηκαν και έμειναν με τα εσώρουχα τους για να συνευρεθούν ερωτικά. Σύμφωνα με όσα ισχυρίστηκε στην απολογία του στην ασφάλεια ο 30χρονος δράστης η σκηνή του φόνου έγινε ως εξής: «Ο Σεργιανόπουλος σε κάποια φάση άρπαξε ένα μαχαίρι από την κουζίνα και μου ζήτησε να μου κάνει εκείνος την «πράξη». Εγώ αντέδρασα γιατί δεν είμαι παθητικός και με έθιξε. Κατάφερα να του πάρω το μαχαίρι και άρχισα να τον μαχαιρώνω σε διάφορα σημεία του σώματός του. Όταν σωριάστηκε κάτω, κατευθύνθηκα προς το μπάνιο για να πλυθώ επειδή είχα γεμίσει αίματα. Έπλυνα το μαχαίρι και το τοποθέτησα στο συρτάρι της κουζίνας».

Το κατά πόσο έχουν βάση οι ισχυρισμοί του δράστη για το παθητικό, αυτό κανένας δεν μπορεί να το γνωρίζει δεδομένου ότι δεν υπάρχει αυτόπτης μάρτυρας. Ο δράστης είπε επίσης ότι πριν φύγει από το διαμέρισμα ερεύνησε όλους τους εσωτερικούς χώρους για να θεωρήσει η αστυνομία ότι είχε γίνει ληστεία και να αποπροσανατολιστούν οι έρευνες. Παραδέχτηκε ότι φεύγοντας είχε πάρει 100 ευρώ από το πορτοφόλι του θύματος, δύο φορητούς υπολογιστές, το κινητό του ηθοποιού και τα κλειδιά του σπιτιού και του αυτοκινήτου του. Οι δύο υπολογιστές βρέθηκαν στο σπίτι του 30χρονου, ενώ για το κινητό ισχυρίστηκε ότι το είχε πουλήσει σε άγνωστο άτομο. Για τα κλειδιά είπε, ότι τα πέταξε σε κάδο απορριμμάτων φεύγοντας και στο σπίτι του πήγε τελικά με ταξί. Με τη δικογραφία που σχημάτισε η ασφάλεια ο δράστης παραπέμφθηκε στην εισαγγελία, όπου του ασκήθηκε ποινική δίωξη και οδηγήθηκε στις φυλακές.

Η υπόθεση της δολοφονίας εξιχνιάστηκε έπειτα από έρευνες των αρχών και ακολούθησε πολύκροτη δίκη. Όμως, ακόμη και μετά την καταδίκη του δράστη, η αίσθηση που έμεινε στην κοινωνία ήταν αυτή της βαθιάς θλίψης. Δεν υπήρξε ποτέ πραγματική κάθαρση. Γιατί ο τρόπος με τον οποίο χάθηκε ο Νίκος Σεργιανόπουλος ξεπερνούσε τα όρια ενός αστυνομικού γεγονότος. Ήταν η βίαιη απώλεια ενός ανθρώπου που είχε αγαπηθεί αληθινά.

Τι έλεγαν επώνυμοι φίλοι του για τον ηθοποιό

Ο Θοδωρής Αθερίδης, σε δήλωσή του μοιράζεται πως “ο Σεργιανόπουλος σε μια μάταιη προσπάθεια να καταλάβει γιατί είναι «ελαττωματικός» κατέφυγε στο γενεαλογικό του δέντρο θέλοντας να καταλήξει ότι η ομοφυλοφιλία είναι κληρονομική κι όχι επίκτητη. Είκαζε, λοιπόν, πως και ο πατέρας του έλκονταν ενδεχομένως από άντρες, γεγονός που πέρασε στην επόμενη γενιά ως «κουσούρι». Ο Νίκος είχε άσχημη γνώμη για τους γκέι, όμως ο λόγος γι’ αυτό ήταν η δική του άρνηση να αποδεχθεί τη φύση του. Αν ο ίδιος δεν ήταν, όλοι γύρω του στοιχηματίζουν πως δε θα τον ενοχλούσε καν το θέμα”.

Επίσης όπως είχε αναφέρει σε παλαιότερη συνέντευξή του ο σεναριογράφος Δημήτρης Αποστόλου, για τον στενό του φίλο και συνεργάτη: «Ο Νίκος πέθανε ουσιαστικά στα 16 του χρόνια, όταν συνειδητοποίησε πως η σεξουαλική ιδιαιτερότητά του θα αποτελεί πάντα κόκκινο πανί». Ο Δημήτρης Αποστόλου συνεργάστηκε με τον Νίκο Σεργιανόπουλο σε πολλές παραγωγές και αποκάλυψε ότι ο ηθοποιός τόσα χρόνια ζούσε σαν ζωντανός νεκρός: «Πιστεύω ότι τα έχουν φορτώσει όλα σ’ αυτόν τον τυπάκο. Δεν ξέρω αν είναι ή όχι ο δολοφόνος. Από ότι είχα ακούσει και δει το έγκλημα παραήταν βίαιο για έναν τέτοιο χαχόλο τύπο. Πιστεύω ότι κρύβονται άλλα πράγματα από πίσω, δεν με ενδιαφέρει να τα ψάξω και ούτε νομίζω ότι θα τα ψάξει και κανείς».

Επίσης, αποκάλυψε ότι τόσα χρόνια ο αγαπημένος «Κωνσταντίνος Μαρκοράς» ήταν μία πολύ βασανισμένη ψυχή: «Αυτό που ενδιαφέρει εμένα είναι αυτή η ψυχούλα που έφυγε, η οποία ήταν πολύ βασανισμένη. Ο Νίκος είχε πεθάνει πολλά χρόνια πριν, τον θάψαμε εκείνη την ημέρα. Ήταν μια πολύ… καταραμένη ψυχή, αλλά με την ποιητική έννοια του Μπωντλαίρ. Πιστεύω ότι κάπου εκεί στην εφηβεία που του είχε βγει η ιδιαιτερότητά του και έφαγε πάρα πολλή βία για να βγει από μέσα του, λες και είναι ένα κουσούρι, ένα κακό σπυρί που σπάει και καθαρίζει το δέρμα, κάπου εκεί, λοιπόν, τον είχαν σκοτώσει. Απλώς τον θάψαμε 40 χρόνια μετά».

“Ο Νίκος δεν αγαπούσε τον εαυτό του, τον τιμωρούσε. «Όταν μια οικογένεια προσπαθεί να βάλει το παιδί σε κάποια καλούπια, πώς πρέπει να είναι κτλ., τότε μεγαλώνουν άνθρωποι που έχουν μέσα τους πληγές» έχει πει για τον Νίκο Σεργιανόπουλο η Λυδία Φωτοπούλου. «Ακόμα και με τους φίλους του δεν ήταν ελεύθερος. Υπέφερε που έπρεπε να κρύβει το γεγονός της ομοφυλοφιλίας του συνεχώς» πρόσθεσε.

Το τραγικό αντίο στην Δράμα

Παρουσία συγγενών, φίλων, συναδέλφων και απλού κόσμου έγινε η κηδεία του Νίκου Σεργιανόπουλου στον Ιερό Ναό του Αγίου Παντελεήμονος, στη γενέτειρά του, τη Δράμα. Με το πέρασμα των χρόνων, η εικόνα που έχει μείνει δεν είναι εκείνη της τραγωδίας, αλλά της καλλιτεχνικής του κληρονομιάς. Οι νεότεροι εξακολουθούν να ανακαλύπτουν τις δουλειές του μέσα από επαναλήψεις σειρών, αποσπάσματα στο διαδίκτυο και αφιερώματα. Και κάθε φορά που εμφανίζεται στην οθόνη, μοιάζει σαν να μην έφυγε ποτέ. Υπάρχουν ηθοποιοί που παίζουν ρόλους και ηθοποιοί που αφήνουν εποχή. Ο Νίκος Σεργιανόπουλος ανήκε ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Δεν χρειάστηκε υπερβολές, ούτε δημόσιες σχέσεις. Το ταλέντο του ήταν αρκετό. Η εκφραστικότητα του προσώπου του, η χαρακτηριστική φωνή του, η λεπτή ειρωνεία στο βλέμμα του και η μοναδική αίσθηση του χιούμορ, δημιούργησαν έναν καλλιτέχνη που δύσκολα μπορεί να αντικατασταθεί.

Ίσως γι’ αυτό ο θάνατός του συγκλόνισε τόσο βαθιά τον κόσμο. Γιατί ο Νίκος Σεργιανόπουλος δεν ήταν απλώς ένας διάσημος ηθοποιός. Ήταν κομμάτι της καθημερινότητας των ανθρώπων. Ήταν ο άνθρωπος που έμπαινε κάθε εβδομάδα στα σπίτια τους μέσα από την τηλεόραση και τους έκανε να γελούν, να συγκινούνται, να ξεχνούν για λίγο τα προβλήματά τους. Δες βίντεο από την κηδεία του:

Δεκαοκτώ χρόνια μετά, το όνομά του εξακολουθεί να προκαλεί συγκίνηση. Οι ατάκες του αναπαράγονται ακόμη, οι σκηνές του γίνονται viral στις νεότερες γενιές και οι συνάδελφοί του μιλούν πάντοτε με αγάπη και σεβασμό για εκείνον. Αυτό είναι ίσως η μεγαλύτερη δικαίωση για έναν καλλιτέχνη: να μην ξεχνιέται. Ο χρόνος συχνά ξεθωριάζει τις μνήμες. Στην περίπτωση του Νίκου Σεργιανόπουλου όμως συνέβη το αντίθετο. Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο πιο έντονα φαίνεται πόσο σπουδαίος υπήρξε. Και ίσως σήμερα, μακριά από την τοξικότητα και τον θόρυβο της εποχής εκείνης, μπορούμε να δούμε πιο καθαρά τον πραγματικό άνθρωπο πίσω από τον τίτλο του «διάσημου ηθοποιού». Έναν άνθρωπο εύθραυστο, βαθιά συναισθηματικό, με μεγάλες σιωπές και τεράστιο καλλιτεχνικό χάρισμα.

Στις 4 Ιουνίου δεν θα θυμηθούμε μόνο το έγκλημα που συγκλόνισε το πανελλήνιο. Θα θυμόμαστε κυρίως τον καλλιτέχνη. Τον ηθοποιό που χάρισε στην ελληνική τηλεόραση και στο θέατρο στιγμές που άντεξαν στον χρόνο. Τον άνθρωπο που, παρά τις δυσκολίες και τις προσωπικές του μάχες, συνέχισε μέχρι το τέλος να υπηρετεί την τέχνη του με αξιοπρέπεια. Δεκαοκτώ χρόνια μετά, η απουσία του παραμένει αισθητή. Και η μνήμη του, ζωντανή.