Η Ταϋγέτη Μπασούρη υπήρξε μία από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου. Αν και σπάνια βρέθηκε σε πρωταγωνιστικό ρόλο, κατάφερε να αφήσει ανεξίτηλο το αποτύπωμά της μέσα από δεκάδες εμφανίσεις σε ταινίες, θεατρικές παραστάσεις και τηλεοπτικές παραγωγές. Το ιδιαίτερο παρουσιαστικό της, η εκφραστικότητα, το πηγαίο ταλέντο και η αυθεντικότητα της ερμηνείας της την έκαναν μία από τις πιο αγαπητές καρατερίστριες του ελληνικού κινηματογράφου.
Παρότι για πολλά χρόνια αναφερόταν ως η «άσχημη» του ελληνικού σινεμά, ένας χαρακτηρισμός που αντανακλούσε τα στερεότυπα της εποχής, η Ταϋγέτη κατάφερε να μετατρέψει τη διαφορετικότητά της σε καλλιτεχνικό πλεονέκτημα. Το κοινό τη λάτρεψε ακριβώς επειδή δεν προσπαθούσε να μοιάσει σε κανέναν άλλον και επειδή είχε αποδεχτεί την ασχήμια της. Ήταν αυθεντική, αληθινή και απόλυτα αναγνωρίσιμη. Η Ταϋγέτη συγκαταλέγεται, μαζί με τη Γεωργία Βασιλειάδου και την Αθηνά Μερτύρη, στις «άσχημες» του ελληνικού κινηματογράφου. Μάλιστα η ίδια η Βασιλειάδου είχε αναφέρει ότι αν γινόντουσαν καλλιστεία για άσχημες, η ίδια θα έβγαινε σταρ Ελλάς και η Ταϋγέτη Μις Ελλάς! Οι δυο τους όποτε έπαιζαν μαζί ήταν ένα αχτύπητο δίδυμο. Δες βίντεο από την ταινία “Η προξενήτρα”:
Τα πρώτα χρόνια στο σανίδι
Η Ταϋγέτη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1914 ή, σύμφωνα με άλλες πηγές, το 1917 με καταγωγή από την Μάνη. Η ίδια απέφευγε συχνά να αναφέρεται στην πραγματική της ηλικία, γεγονός που δημιούργησε σύγχυση γύρω από τη χρονολογία γέννησής της. Προερχόταν από οικογένεια με κοινωνική θέση, καθώς ο πατέρας της ήταν εισαγγελέας. Σε ηλικία 14 χρονών όταν έχασε την μητέρα της, έδειξε ενδιαφέρον για τις τέχνες και ιδιαίτερα για το θέατρο. Σπούδασε αρχικά στη Σχολή του Εθνικού Ωδείου και στη συνέχεια στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Οι σπουδές της αποτέλεσαν το θεμέλιο πάνω στο οποίο έχτισε μια μακρόχρονη καριέρα που θα ξεπερνούσε τις πέντε δεκαετίες.
Οι πρώτες της εμφανίσεις στο θέατρο πραγματοποιήθηκαν στα χρόνια της Κατοχής. Από νωρίς ξεχώρισε για την ευκολία με την οποία μπορούσε να αποδώσει λαϊκούς, κωμικούς αλλά και δραματικούς χαρακτήρες.
Η δράση στην Κατοχή, η σύλληψη, η εξορία και το αλύπητο ξύλο!
“Έφαγα πολύ ξύλο στην εξορία. Δεν έκανα δήλωση μετάνοιας και με βαρούσαν αλύπητα, υπήρχαν κάποιοι που δεν άντεξαν το ξύλο και έκαναν δήλωση, εγώ άντεξα” έχει πει σε συνέντευξή της για την σύλληψη και την εξορία. Η ζωή της υπήρξε γεμάτη δυσκολίες, πολιτικές διώξεις, προσωπικές απώλειες και επαγγελματικούς αγώνες. Παρ’ όλα αυτά, δεν έχασε ποτέ την αξιοπρέπειά της ούτε την αγάπη της για την τέχνη. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο η Ταϋγέτη παραμένει μέχρι σήμερα μία από τις πιο ξεχωριστές φυσιογνωμίες του ελληνικού πολιτισμού, ένα πρόσωπο που απέδειξε ότι η αληθινή αξία ενός καλλιτέχνη δεν βρίσκεται στην εξωτερική εμφάνιση ή στη δημοσιότητα, αλλά στο ταλέντο, την προσωπικότητα και την αυθεντικότητα που αφήνει πίσω του. Ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της ζωής της δεν αφορά την καλλιτεχνική της πορεία αλλά την πολιτική και κοινωνική της δράση. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής, δυο κολλητές της φίλες την μύησαν και εντάχθηκε στο ΕΑΜ Θεάτρου και ανέπτυξε έντονη αντιστασιακή δραστηριότητα. Παράλληλα συνδέθηκε με το ΚΚΕ, γεγονός που αργότερα θα επηρέαζε δραματικά τη ζωή της.

Συνελήφθη εξαιτίας των πολιτικών της πεποιθήσεων και οδηγήθηκε σε τόπους εξορίας, μεταξύ των οποίων η Μακρόνησος, το Τρίκερι, η Γυάρος και ο Αϊ-Στράτης. Οι συνθήκες που αντιμετώπισε ήταν ιδιαίτερα σκληρές. Σύμφωνα με μαρτυρίες, υπέστη κακοποιήσεις και ξυλοδαρμούς, όμως παρέμεινε πιστή στις ιδέες της και δεν υπέγραψε ποτέ δήλωση μετανοίας. Η εμπειρία της εξορίας τη σημάδεψε βαθιά. Ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία μιλούσε για όσα είχε βιώσει, θεωρώντας πως οι δυσκολίες εκείνης της περιόδου διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα και τη στάση ζωής της. Όπως είχε δηλώσει η ίδια: «Η ιδεολογία είναι πάνω από την οικογένεια. Οι γονείς μου δεν ήταν αριστεροί, εγώ όμως έβλεπα γύρω μου την αδικία και ένιωθα ότι κάτι έπρεπε να κάνω, έτσι μπήκα από μικρή στο Κομμουνιστικό Κόμμα». Επίσης, ήταν της άποψης ότι κάθε άνθρωπος πρέπει να υπερασπίζεται τα πιστεύω του μέχρι το τέλος: «Τέσσερα χρόνια κάθισα στην εξορία επειδή αρνιόμουνα να υπογράψω ότι δεν είμαι κομμουνίστρια».
Σε συνέντευξή της στο παρελθόν, είχε αποκαλύψει ότι: «Συχνά οι άνθρωποι γίνονται σκληροί χωρίς τη θέλησή τους. Θυμάμαι, στην εξορία, κάτι κακόμοιρα δεκαεννιάχρονα φανταράκια που τα υποχρέωναν να με χτυπάνε. Δεν μπορούσαν να το κάνουν, έβαζαν τα κλάματα και με παρακαλούσαν να προσποιούμαι ότι φωνάζω από πόνο, γιατί διαφορετικά θα τις έτρωγαν εκείνα». Σε άλλη συνέντευξη μιλώντας για την σωματική βία που υπέστη εκείνα τα χρόνια είχε πει: «Άμα πιστεύεις σε κάτι με όλο σου το είναι, αντέχεις και τον πόνο και όλα. Το ξύλο που έτρωγα στη Μακρόνησο με πεισμάτωνε ακόμα πιο πολύ».
Η επιστροφή στο θέατρο
Μετά την επιστροφή της από την εξορία, η Ταϋγέτη ξαναβρήκε τη θέση της στο θεατρικό σανίδι. Συνεργάστηκε με σημαντικούς θιάσους και διακρίθηκε κυρίως σε κωμικούς ρόλους. Η παρουσία της στη σκηνή ήταν πάντα έντονη, ακόμη κι όταν οι ρόλοι της δεν ήταν πρωταγωνιστικοί. “Μου έκοβαν ρόλους συνέχεια και αυτή ήταν η μεγάλη μου λύπη, η χαρά μου όμως ήταν το χειροκρότημα του κόσμου” έλεγε όταν την ρωτούσαν για την ζωή της πάνω στο σανίδι. Το κοινό αναγνώριζε αμέσως το χαρακτηριστικό της ύφος. Διέθετε μοναδική αίσθηση του κωμικού χρόνου, ενώ μπορούσε να προκαλέσει γέλιο ακόμη και με μια μόνο έκφραση του προσώπου της. Αυτή η ικανότητα την έκανε περιζήτητη στους θιάσους της εποχής.
Από το 1984 έως το 1992 εργάστηκε στο Εθνικό Θέατρο, ολοκληρώνοντας έτσι έναν κύκλο που είχε ξεκινήσει από τα μαθητικά της χρόνια στη δραματική σχολή του οργανισμού. Η Ταυγέτη είχε υπέροχη φωνή και μάλιστα η καθηγήτριά της στο Ωδείο της είχε πει ότι ήταν αμαρτία που δεν έφευγε να πάει στην Ιταλία να δουλέψει σαν mezzo soprano. Δες μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις της στην εκπομπή “Νυχτερινός επισκέπτης” με τον Άρη Σκιαδόπουλο το 1994 που μιλάει για την ζωή της:
Η καριέρα στον κινηματογράφο
Η μεγάλη αναγνωρισιμότητα της Ταυγέτη, ήρθε μέσα από τον ελληνικό κινηματογράφο. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 και έπειτα συμμετείχε σε δεκάδες ταινίες, συνήθως σε δεύτερους αλλά εξαιρετικά χαρακτηριστικούς ρόλους. “Τον κινηματογράφο τον αγαπάω πολύ γιατί έχω φωτογένεια και με δείχνει πιο όμορφη, αλλά περισσότερο αγαπάω το θέατρο” έλεγε. Σε μια εποχή που οι πρωταγωνίστριες έπρεπε να πληρούν συγκεκριμένα πρότυπα ομορφιάς, η Ταϋγέτη απέδειξε ότι το ταλέντο μπορεί να υπερβεί κάθε στερεότυπο. Δεν στηρίχθηκε ποτέ στην εξωτερική εμφάνιση αλλά αποκλειστικά στην υποκριτική της δεινότητα.
Οι σκηνοθέτες την επέλεγαν συχνά για ρόλους γειτόνισσας, θείας, υπηρέτριας, προξενήτρας ή εκκεντρικής γυναίκας, γνωρίζοντας ότι μπορούσε να δώσει ξεχωριστή προσωπικότητα ακόμη και στον πιο μικρό χαρακτήρα. Δες βίντεο:
Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η συνεργασία της με τον Θανάση Βέγγο, ο οποίος εκτιμούσε το ταλέντο της και της έδινε συχνά ρόλους στις ταινίες του, εκείνη έλεγε ότι “Ο Βέγγος ήταν ο καλύτερος εργοδότης”. Οι δυο τους ανέπτυξαν αμοιβαίο σεβασμό και συνεργάστηκαν επανειλημμένα, δημιουργώντας αξέχαστες κινηματογραφικές στιγμές. Ο Θανάσης Βέγγος της είχε ιδιαίτερη αδυναμία και πίστευε στο ταλέντο της και της έδειχνε πολλή εμπιστοσύνη ως επαγγελματία. Γι’ αυτό και έπαιξαν μαζί σε πάρα πολλές ταινίες. Δες βίντεο με τον Θανάση Βέγγο:
Η Ταυγέτη εκτιμούσε επίσης από τους πρωταγωνιστές της εποχής ιδιαίτερα τον Λάμπρο Κωνσταντάρα. Έλεγε ότι ήταν ο άνθρωπος που την βοήθησε πολύ και την σύστηνε παντού για να έχει δουλειά. “Όχι σαν κάτι άλλους που έλεγαν ‘σιγά μην πάρουμε την Ταυγέτη’. Εμένα δεν με ενδιέφεραν δεξιοί και αριστεροί, εμένα με ενδιαφέρουν οι άνθρωποι. Επίσης ένας άνθρωπος που ήρθε να με δει όταν ήρθα από την Εξορία ήταν ο Τίτος Βανδής. Και ήρθε το καημένο για να μου φέρει 80 δραχμές” έλεγε εκείνη σε συνεντεύξεις της. Ανάμεσα στις πιο γνωστές εμφανίσεις της συγκαταλέγονται: «Η Κυρά μας η Μαμή» «Της Κακομοίρας» «Οι Γαμπροί της Ευτυχίας» «Ένας Βέγγος για Όλες τις Δουλειές» «Ο Παλαβός Κόσμος του Θανάση» «Εμείς τα Μπατηράκια». Δες βίντεο από την ταινία “Κυνηγός ταλέντων” με τον Θανάση Βέγγο:
Οι περισσότερες συμμετοχές της ήταν σύντομες σε διάρκεια, αλλά συχνά αρκούσαν λίγα λεπτά στην οθόνη για να κερδίσει τις εντυπώσεις. Οι χαρακτήρες που ενσάρκωνε έμοιαζαν βγαλμένοι από την καθημερινότητα της ελληνικής κοινωνίας. Ήταν άνθρωποι του μόχθου, της γειτονιάς και της λαϊκής ζωής, στοιχεία που έκαναν το κοινό να ταυτίζεται μαζί τους. Δες βίντεο από την ταινία με τον Νίκο Σταυρίδη “Γραφεία συνοικεσίων”:
Ένσημα και σύνταξη με την βοήθεια της Μερκούρη
Παρότι η μεγαλύτερη φήμη της προήλθε από το θέατρο και τον κινηματογράφο, η Ταϋγέτη εμφανίστηκε και στην τηλεόραση. Συμμετείχε σε τηλεοπτικές σειρές και θεατρικές μεταφορές, κυρίως κατά τις δεκαετίες του 1970 και του 1980. Η τηλεόραση της έδωσε την ευκαιρία να συστηθεί σε νεότερες γενιές θεατών, οι οποίες ίσως δεν είχαν προλάβει να τη δουν στη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου. Η Ταϋγέτη συμμετείχε συνολικά σε 50 κινηματογραφικές ταινίες. Οι τελευταίες εμφανίσεις της ήταν οι: «Δυο τρελοί και ο ατσίδας», «Μη μου άπτου» και «Το 24ωρο ενός παλιατζή».
Μετά την απελευθέρωσή της, από το 1951 εμφανίστηκε σε ποικίλα έργα, σε όλα τα θεατρικά είδη (τραγωδία, δράμα, κωμωδία, μουσική κωμωδία, επιθεώρηση) και σε ποικίλους, κυρίως κωμικούς, ρόλους. Από το 1955 έπαιξε σε πολλές ταινίες, με πρώτη την «Κάλπικη λίρα» και τελευταία την ταινία του Στέλιου Τατασόπουλου «Δυο τρελοί και ο ατσίδας». Το 1984 προσελήφθη στο Εθνικό Θέατρο, όπου παρέμεινε μέχρι το 1992, οπότε συμπληρώνοντας το μίνιμουμ όριο των ενσήμων μπόρεσε να συνταξιοδοτηθεί. Τόσα χρόνια δεν είχε συγκεντρώσει τα απαραίτητα ένσημα από την δουλειά της για να έχει μια σύνταξη στα γεράματα… Έπειτα αποφάσισε να σταματήσει την υποκριτική, έως το 1984 όπου, με παρέμβαση της Μελίνας Μερκούρη, επέστρεψε στο Εθνικό Θέατρο για να συμπληρώσει τα συντάξιμά της έτη. Παρέμεινε εκεί έως το 1992.
Η μοναξιά και η σχέση της με τον έρωτα και τον γάμο
“Μου άρεσε ο γάμος αλλά να είναι γάμος” έλεγε όταν την ρωτούσαν γιατί δεν παντρεύτηκε ποτέ. Σε αντίθεση με πολλούς συναδέλφους της, η Ταϋγέτη διατήρησε την προσωπική της ζωή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Ήταν άνθρωπος χαμηλών τόνων και απέφευγε τις κοσμικές εμφανίσεις. Δεν επιδίωκε τη δημοσιότητα και προτιμούσε μια ήρεμη καθημερινότητα. Όσο γέλιο και εάν πρόσφερε μέσα από τις ταινίες της η Ταϋγέτη στην πραγματική της ζωή υπήρξε πολύ μοναχική, κλειστή και αντικοινωνική. Χαρακτηριστικό είναι πως ποτέ δεν έλεγε την ηλικία της και ποτέ δεν ακολουθούσε τους συναδέλφους της στα στέκια των καλλιτεχνών. “Με κοροιδεύουνε, με κατηγορούνε, με κουτσομπολεύουνε, όλοι οι συνάδελφοι αλλά εμένα στα παλιά μου τα παπούτσια. Μόνο όσοι έχουν αξία καλλιτεχνική με σέβονται. Πέρασα πολύ άσχημα στην επιθεώρηση που ήμουνα” έλεγε σε συνέντευξή της πιστεύοντας ότι κανένας πραγματικά, εκτός ελαχίστων, δεν αναγνώρισε το ταλέντο της.
Δεν παντρεύτηκε ποτέ και δεν απέκτησε παιδιά. Μεγάλο μέρος της ζωής της το αφιέρωσε στη φροντίδα της μικρότερης αδελφής της, με την οποία διατηρούσε πολύ στενό δεσμό. Η απώλεια της αδελφής της το 1993 και του αδερφού της αργότερα, αποτέλεσαν δυο από τα μεγαλύτερα πλήγματα της ζωής της. Άνθρωποι που τη γνώριζαν ανέφεραν ότι δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει πλήρως αυτόν τον πόνο. Η σχέση τους ήταν τόσο δυνατή, ώστε ο θάνατός τους επηρέασε βαθιά την ψυχολογία της για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής της.
Παρ’ όλα αυτά, είχε αποκαλύψει ότι είχε αρκετά φλερτ στη ζωή της: «Φλερτ είχα πολλά σαν κοπέλα. Μεγάλο έρωτα, όμως, δεν είχα. Δεν υπέφερα και δεν έσκασα για κανέναν άντρα. Ο γάμος περιορίζει τη γυναίκα. Τι να τον κάνεις τον γάμο, αν ο άντρας σου σε απατά και δεν αισθάνεται αγάπη για σένα; Δε στερήθηκα την αγάπη στη ζωή. Μέχρι σήμερα την έχω κοντά σε δικούς μου ανθρώπους».
Τα τελευταία χρόνια
Τα τελευταία χρόνια της ζωής της αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υγείας. Υπέφερε από άνοια, γεγονός που δυσκόλευε την καθημερινότητά της. Τη φροντίδα της ανέλαβαν συγγενικά της πρόσωπα, τα οποία στάθηκαν δίπλα της μέχρι το τέλος. Οι ξυλοδαρμοί ήταν κάτι που δεν ξέχασε ποτέ η ηθοποιός. Ακόμα και σε προχωρημένη ηλικία και πάσχοντας από την γεροντική άνοια, το μόνο που επαναλάμβανε ήταν τα περιστατικά βίας σε βάρος της. Παρά τις δυσκολίες, η αγάπη του κόσμου δεν έπαψε ποτέ να τη συνοδεύει. Οι παλαιότεροι θεατές τη θυμούνταν με συγκίνηση, ενώ οι νεότεροι συνέχιζαν να τη γνωρίζουν μέσα από τις επαναλήψεις των κλασικών ελληνικών ταινιών. Η Ταϋγέτη πέθανε στις 28 Ιανουαρίου 2003, έπειτα από νοσηλεία λόγω εγκεφαλικού επεισοδίου. Ήταν περίπου 86 έως 89 ετών, ανάλογα με τη χρονολογία γέννησης που υιοθετεί κανείς. Ο θάνατός της σήμανε το τέλος μιας ολόκληρης εποχής του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου.




">
">
">
">
">
">
">
">