Η ευθανασία στους ανθρώπους αποτελεί ένα ζήτημα που προκαλεί συχνά εντάσεις στις συζητήσεις, με τους μεν να τάσσονται κατά του, θεωρώντας το ηθικά λάθος, ενώ οι δεν υποστηρίζουν το δικαίωμα του κάθε ανθρώπου να καθορίσει όπως επιθυμεί την ζωή του, ακόμα και το τέλος αυτής. Η περίπτωση της Νοέλια Καστίγιο από την Ισπανία, η οποία κέρδισε την δικαστική διαμάχη με τον πατέρα της και υποβλήθηκε σε ευθανασία στις 26 Μαρτίου, έχει επαναφέρει το θέμα στην επιφάνεια, κάνοντας την Ευρώπη να εξετάζει την στάση που είχε υιοθετήσει μέχρι στιγμής.

Τι είναι η ευθανασία και που επιτρέπεται

Η ευθανασία πρόκειται για την διαδικασία κατά την οποία κάποιος φεύγει οικειοθελώς από την ζωή, όχι όμως μέσω της αυτοκτονίας. Διακρίνεται σε διαφορετικές μορφές, οι οποίες καθορίζονται από τον βαθμό συμμετοχής ή όχι του ιατρικού προσωπικού. Η ενεργητική ευθανασία συνίσταται σε άμεση ιατρική πράξη που αποσκοπεί στον τερματισμό της ζωής ενός ασθενούς, κατόπιν σαφούς συγκατάθεσής του και υπό ορισμένες νομικές προϋποθέσεις. Διακρίνεται συνήθως από την επιλογή διακοπής ή μη έναρξης θεραπειών που παρατείνουν τη ζωή, καθώς και από την ιατρικώς υποβοηθούμενη αυτοκτονία, όπου ο ίδιος ο ασθενής λαμβάνει το θανατηφόρο φάρμακο με τη βοήθεια γιατρού. Σε κάθε χώρα, οι διαφορετικές αυτές πρακτικές ρυθμίζονται με διαφορετικό τρόπο και αποτελούν κομμάτι του δημοσίου διαλόγου.

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα έως το 2026, η ενεργητική ευθανασία είναι νόμιμη σε λίγες χώρες και υπόκειται σε αυστηρές προϋποθέσεις και ελέγχους.
Στην Ευρώπη, χώρες όπως η Ολλανδία, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο ήταν από τις πρώτες που θέσπισαν σχετική νομοθεσία, ενώ η Ισπανία ακολούθησε το 2021. Εκτός Ευρώπης, η ευθανασία επιτρέπεται σε κράτη όπως η Κολομβία, ο Καναδάς και το Εκουαδόρ, με διαφορετικά νομικά πλαίσια για την ιατρική υποβοήθηση στον θάνατο. Πιο πρόσφατα, και η Ουρουγουάη έχει προχωρήσει σε σχετική νομοθετική ρύθμιση, αντανακλώντας μια ευρύτερη διεθνή τάση επανεξέτασης του ζητήματος.


Όσον αφορά την ιατρικά υποβοηθούμενη αυτοκτονία, αυτή επιτρέπεται σε χώρες όπως η Νέα Ζηλανδία, καθώς και σε ορισμένες πολιτείες και επικράτειες της Αυστραλίας, μέσω καθεστώτων «voluntary assisted dying», που δίνουν τη δυνατότητα σε ασθενείς υπό προϋποθέσεις να λάβουν ιατρική βοήθεια για τον τερματισμό της ζωής τους. Στην Πορτογαλία έχει εγκριθεί σχετική νομοθεσία, ωστόσο η πλήρης εφαρμογή της βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Επιπλέον, υπάρχουν χώρες όπου επιτρέπεται μόνο η υποβοηθούμενη αυτοκτονία, όπως η Ελβετία και η Αυστρία, καθώς και ορισμένες πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου ο ασθενής λαμβάνει ο ίδιος τη θανατηφόρα ουσία με ιατρική συνταγή.

Στην Ελλάδα, η ευθανασία παραμένει παράνομη και αντιμετωπίζεται βάσει του Ποινικού Κώδικα, γεγονός που συνεπάγεται ποινικές κυρώσεις για όσους εμπλέκονται. Παράλληλα, αν και η δημόσια συζήτηση συνεχίζεται, δεν έχει διαμορφωθεί ακόμη ένα σαφές νομικό πλαίσιο για την υποβοηθούμενη αυτοκτονία.

Ποια είναι η γνώμη των Ελλήνων για το ζήτημα της ευθανασίας

Χάπια
shutterstock

Υπενθυμίζεται ότι έρευνα της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής και Τεχνοηθικής, που δημοσιεύθηκε Ιούλιο του 2025 στο protothema.gr, κατέγραψε τις απόψεις των Ελλήνων σχετικά με το ζήτημα της ευθανασίας. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, περίπου 6 στους 10 πολίτες δηλώνουν ότι θα συμφωνούσαν με τη διακοπή της ιατρικής υποστήριξης σε έναν ασθενή που βρίσκεται σε βαθύ κώμα χωρίς προοπτική ανάρρωσης, κάτι που δείχνει αυξημένη αποδοχή της λεγόμενης «παθητικής ευθανασίας».

Παράλληλα, η έρευνα εξέτασε και τη στάση απέναντι στην «ενεργητική ευθανασία». Στο ερώτημα αν ένας ασθενής σε τελικό στάδιο, που υποφέρει, ζητήσει από τον γιατρό του να του χορηγήσει ουσία για να τερματίσει τη ζωή του, το 43% απάντησε ότι ο γιατρός θα πρέπει να το πράξει. Ένα 28% συμφώνησε υπό την προϋπόθεση της συγκατάθεσης της οικογένειας, ενώ το 22% διαφώνησε, θεωρώντας ότι ο γιατρός δεν πρέπει να ανταποκριθεί σε ένα τέτοιο αίτημα.

Στην χώρα μας πάντως, η δημόσια συζήτηση γύρω από την ευθανασία δεν έχει ακόμη οδηγήσει στη διαμόρφωση ενός σαφούς νομικού πλαισίου για την υποβοηθούμενη αυτοκτονία. Μέχρι σήμερα, η ευθανασία θεωρείται παράνομη και υπάγεται στις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, με αποτέλεσμα όσοι εμπλέκονται σε σχετικές πράξεις να αντιμετωπίζουν ποινικές κυρώσεις και ενδεχόμενη δίωξη.