Σε πραγματικό θρίλερ εξελίχθηκε η απόπειρα εκτέλεσης της Κρίστα Πάικ στο Τενεσί των ΗΠΑ. Η 50χρονη, που είχε καταδικαστεί σε θάνατο για τη δολοφονία της 19χρονης Κολίν Σλέμερ το 1995, επέζησε αφού της χορηγήθηκαν δύο δόσεις πεντοβαρβιτάλης, με την εκτέλεση τελικά να μην ολοκληρώνεται. Η Πάικ μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο από τη φυλακή σε νοσοκομείο, ενώ μέχρι αργά το βράδυ οι δικηγόροι της δήλωναν ότι δεν είχαν ενημερωθεί για την ακριβή κατάσταση της υγείας της.
Η εξέλιξη ήρθε έπειτα από μια εξαιρετικά μακρά και ασυνήθιστη διαδικασία. Νωρίτερα την Τετάρτη, το Εφετείο της 6ης Περιφέρειας είχε αναστείλει προσωρινά την εκτέλεση, περίπου μία ώρα πριν από την προγραμματισμένη έναρξή της. Λίγες ώρες αργότερα, ωστόσο, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ανέτρεψε την αναστολή, ανοίγοντας τον δρόμο ώστε οι σωφρονιστικές αρχές του Τενεσί να προχωρήσουν στην εκτέλεση.

Η διαδικασία ξεκίνησε τελικά το βράδυ και, σύμφωνα με δημοσιογράφους που παρακολουθούσαν από ειδικά διαμορφωμένο χώρο, η Πάικ παρέμενε ζωντανή ακόμη και μετά τη χορήγηση των δύο δόσεων. Μάλιστα, οι μάρτυρες άκουσαν την 50χρονη να ροχαλίζει δυνατά πίσω από την κλειστή κουρτίνα του θαλάμου εκτέλεσης, ενώ η διαδικασία συνεχιζόταν για αρκετή ώρα.
Οι δύο ενέσεις και η αναστάτωση στη φυλακή με την Κρίστα Πάικ
Στην περίπτωση της Κρίστα Πάικ, χορηγήθηκαν δύο δόσεις πεντοβαρβιτάλης, χωρίς όμως να επέλθει ο θάνατός της. Σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα που επικαλούνται το Associated Press και άλλα διεθνή μέσα, στους υπευθύνους της εκτέλεσης χορηγείται η δυνατότητα να προχωρήσουν σε δεύτερο σετ φαρμάκων εφόσον ο κρατούμενος δεν καταλήξει μετά το πρώτο.
Οι δημοσιογράφοι που βρίσκονταν στον χώρο περιέγραψαν μια διαδικασία που διήρκεσε ασυνήθιστα πολύ. Η Κρίστα Πάικ εμφανίστηκε στον θάλαμο γύρω στις 19:27 τοπική ώρα, δεμένη σε φορείο. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, παρέμενε ξύπνια στην αρχή της διαδικασίας και κάποια στιγμή σήκωσε το κεφάλι της και ρώτησε τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους αν ήταν φυσιολογικό να αισθάνεται έτσι το χέρι της.

Στις 19:46 η κουρτίνα που χώριζε τον θάλαμο από την αίθουσα των δημοσιογράφων έκλεισε. Άνοιξε ξανά τρία λεπτά αργότερα και, σύμφωνα με τους παριστάμενους, η Πάικ ακουγόταν να ροχαλίζει δυνατά. Η κουρτίνα έκλεισε και πάλι στις 20:06, ενώ το ροχαλητό της συνέχισε να ακούγεται από την άλλη πλευρά. Γύρω στις 20:26 αναφέρθηκε ότι είχε χορηγηθεί η δεύτερη δόση πεντοβαρβιτάλης.
Το μικρόφωνο του θαλάμου απενεργοποιήθηκε περίπου στις 20:53 και λίγο αργότερα ζητήθηκε από τους δημοσιογράφους να αποχωρήσουν. Στο μεταξύ, οχήματα έκτακτης ανάγκης είχαν θεαθεί να εισέρχονται και να εξέρχονται από τις εγκαταστάσεις της φυλακής, με την Κρίστα Πάικ να μεταφέρεται τελικά σε εξωτερικό νοσηλευτικό ίδρυμα.
Οι δικηγόροι της κατέθεσαν επείγοντα αιτήματα στα ομοσπονδιακά δικαστήρια, υποστηρίζοντας ότι η 50χρονη βρισκόταν σε κατάσταση αγωνίας και ότι ο τρόπος με τον οποίο εξελισσόταν η εκτέλεση συνιστούσε παραβίαση της συνταγματικής προστασίας της από «σκληρή και ασυνήθιστη τιμωρία». Η νομική ομάδα της υποστήριξε επίσης ότι υπήρχαν προβλήματα με την πρόσβαση στις φλέβες και άλλα ζητήματα κατά τη διαδικασία. Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί των δικηγόρων δεν έχουν επιβεβαιωθεί από ανεξάρτητη έρευνα.
Από την πλευρά του, το Τμήμα Σωφρονιστικών Καταστημάτων του Τενεσί δήλωσε ότι το προσωπικό ακολούθησε κάθε βήμα του νόμιμου και εγκεκριμένου πρωτοκόλλου εκτέλεσης και ότι το φάρμακο που προβλέπεται από το πρωτόκολλο έχει αποδειχθεί αποτελεσματικό. Το πρωτόκολλο, σύμφωνα με το AP, προβλέπει δεύτερο σετ συρίγγων εφόσον ο κρατούμενος δεν έχει πεθάνει μετά το πρώτο, αλλά δεν καθορίζει τι πρέπει να γίνει εάν παραμένει ζωντανός μετά και το δεύτερο σετ.
Μετά την αποτυχημένη απόπειρα εκτέλεσης, ο κυβερνήτης του Τενεσί, Μπιλ Λι, ανακοίνωσε ότι όλες οι υπόλοιπες εκτελέσεις που ήταν προγραμματισμένες στην πολιτεία για το υπόλοιπο του 2026 αναστέλλονται. Παράλληλα, διέταξε ανεξάρτητη έρευνα προκειμένου να διαπιστωθεί τι ακριβώς συνέβη κατά τη διαδικασία.
Γιατί η υπόθεση της Κρίστα Πάικ είχε προκαλέσει αντιδράσεις
Η Κρίστα Πάικ επρόκειτο να γίνει η πρώτη γυναίκα που θα εκτελούνταν στο Τενεσί εδώ και περισσότερα από 200 χρόνια. Η ίδια είχε καταδικαστεί σε θάνατο για ένα έγκλημα που διέπραξε όταν ήταν μόλις 18 ετών, γεγονός που αποτέλεσε βασικό σημείο της επιχειρηματολογίας των δικηγόρων της.
Η 50χρονη δεν αρνείται ότι συμμετείχε στη δολοφονία της Κολίν Σλέμερ. Οι δικηγόροι και οι υποστηρικτές της, ωστόσο, έχουν επικαλεστεί την ηλικία της κατά τον χρόνο του εγκλήματος, το ιστορικό σοβαρής κακοποίησης και παραμέλησης που, σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα, είχε βιώσει κατά την παιδική της ηλικία, καθώς και διαγνώσεις ψυχικών διαταραχών. Μετά τη δολοφονία διαγνώστηκε με διπολική διαταραχή και διαταραχή μετατραυματικού στρες.
Στην αίτηση χάριτος, η νομική της ομάδα υποστήριξε ότι η αθεράπευτη ψυχική ασθένεια και το ιδιαίτερα βαρύ παρελθόν της επηρέασαν τη συμπεριφορά της όταν ήταν έφηβη. Οι σχετικοί ισχυρισμοί αποτέλεσαν μέρος της προσπάθειας να ανατραπεί ή να ανασταλεί η θανατική ποινή, όμως τα δικαστήρια δεν τους έκριναν επαρκείς ώστε να εμποδίσουν την εκτέλεση.
Η δολοφονία της 19χρονης Κολίν Σλέμερ
Η Κρίστα Πάικ καταδικάστηκε για τη δολοφονία της 19χρονης Κολίν Σλέμερ, την οποία γνώριζε από πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης στο Knoxville. Σύμφωνα με την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, η Πάικ και ο σύντροφός της, Τάνταριλ Σιπ, παρέσυραν τη νεαρή σε απομονωμένη περιοχή, όπου την ξυλοκόπησαν και τη βασάνισαν πριν από τον θάνατό της.
Η υπόθεση είχε προκαλέσει τεράστια δημοσιότητα τη δεκαετία του 1990, μεταξύ άλλων λόγω της πεντάλφας που είχε χαραχθεί στο σώμα της Σλέμερ και άλλων στοιχείων που είχαν συνδεθεί τότε με τον λεγόμενο «σατανικό πανικό» της εποχής. Μάρτυρες είχαν επίσης καταθέσει ότι η Πάικ είχε καυχηθεί για τη δολοφονία και είχε δείξει κομμάτι από το κρανίο του θύματος.
Το 1996 η Πάικ κρίθηκε ένοχη για φόνο πρώτου βαθμού και καταδικάστηκε σε θάνατο. Ο σύντροφός της, ο οποίος ήταν 17 ετών κατά τον χρόνο του εγκλήματος, καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη.




">
">
">
">
">
">
">
">