Ραγδαίες είναι οι εξελίξεις με την Γεωργία Μπίκα και την υπόθεση βιασμού της στην Θεσσαλονίκη. Ο διοργανωτής του περιβόητου πάρτι που κατηγορήθηκε πως την παραμονή Πρωτοχρονιάς του 2022, έφερε την κοπέλα σε επαφή με τους φερόμενους “βιαστές” της, για πρώτη φορά “έσπασε” τη σιωπή του και έκανε καταιγιστικές αποκαλύψεις.

Ο Μάνος Παπαδόπουλος μίλησε στο Protothema.gr και το δημοσιογράφο Φρίξο Δρακοντίδη αποκαλύπτοντας πως τον έδειραν και τον εκβίασαν για να καταθέσει πως η Γεωργία βιάστηκε εκείνο το βράδυ ομαδικά.

Όσα αποκάλυψε ο διοργανωτής του πάρτι για την υπόθεση της Γεωργίας Μπίκα

Να σημειώσουμε πως μετά τις τελευταίες δικαστικές εξελίξεις, η Γεωργία Μπίκα κατηγορείται για ηθική αυτουργία σε αρπαγή, πράξη που χαρακτηρίζεται ως κακούργημα, αλλά και για σωματικές βλάβες και εξύβριση. Επίσης, με βούλευμα έχει απαλλαχθεί ο φερόμενος βιαστής της, ο 27χρονος Βασίλης Λεβέντης καθώς οι δικαστές έκριναν ότι η καταγγελία της Γεωργίας ήταν βασισμένη σε ψευδείς ισχυρισμούς.

Ο Μάνος Παπαδόπουλος ο οποίος πλέον μένει στην Αθήνα καθώς αναγκάστηκε να απομακρυνθεί από τη Θεσσαλονίκη, αποκαλύπτει:

Η Γεωργία Μπίκα στα δικαστήρια
Φωτογραφία αρχείο – ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ / EUROKINISSI

«Λίγες ημέρες πριν από το συμβάν, τα παιδιά από την Αθήνα με πήραν τηλέφωνο και μου είπαν ότι θα έρθουν στη Θεσσαλονίκη. Είχαμε κανονίσει να βγούμε στα μπουζούκια, όμως δύο ημέρες πριν φτάσουμε, ανακοινώθηκε το lockdown. Έφτασαν στο μαγαζί το μεσημέρι πριν από την αλλαγή του χρόνου, και, καθώς γνωρίζαμε ότι το lockdown θα ξεκινούσε, αποφασίσαμε να συνεχίσουμε τη βραδιά μας στη σουίτα του γνωστού ξενοδοχείου, αφού δεν είχαμε άλλη επιλογή.

Εκείνη την ημέρα, στο μαγαζί ήταν και η Γεωργία Μπίκα. Την κάλεσα κι εκείνη, όπως κάλεσα και άλλους φίλους μου. Η Μπίκα ήταν πελάτισσα του μαγαζιού εδώ και καιρό, ερχόταν σχεδόν τρεις με τέσσερις φορές την εβδομάδα το τελευταίο εξάμηνο, οπότε θεώρησα φυσικό να την καλέσω κι αυτήν. Έφυγα από το μαγαζί για να πάω σε έναν φίλο μου, στον Χασάν, και γύρω στη μία και μισή έφτασα στη σουίτα. Η βραδιά ήταν ήρεμη, δεν υπήρχε δυνατή μουσική, μόνο περίπου 20 άτομα σε χαλαρή διάθεση. Εκείνο το βράδυ δεν αισθανόμουν καλά, αν και δεν γνώριζα ακόμη ότι είχα Covid. «Έφυγα από τη σουίτα γύρω στις τρεις το πρωί.

Την ώρα που αποχωρούσα, χαιρέτησα τους πάντες. Η Μπίκα, μαζί με δύο φίλες της, με συνόδευσαν μέχρι την έξοδο. Τη χαιρέτησα και μπήκα στο αυτοκίνητο με κάποιες φίλες μου που με πήγαν σπίτι μου. Καθώς οδηγούσαμε, η Μπίκα με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ότι σκέφτεται να επιστρέψει στη σουίτα, επειδή ήταν νωρίς για να φύγει. Με ρώτησε πώς θα μπορούσε να ξαναμπεί, καθώς υπήρχε το lockdown, κι εγώ της είπα να πει τον αριθμό του δωματίου στη ρεσεψιόν. Μετά από αυτό, πήγα σπίτι και κοιμήθηκα» ανέφερε αρχικά για την υπόθεση Γεωργία Μπίκα.

Και συνέχισε μιλώντας για το επόμενο πρωί που ξύπνησε: «Με ενημέρωσε ότι δεν είχε επιστρέψει στο σπίτι της και με ρώτησε αν μπορούσε να έρθει για λίγες ώρες στο σπίτι μου, επειδή δεν είχε τρόπο να φύγει από τη Θεσσαλονίκη. Της είπα ότι έπρεπε να φύγω για το μαγαζί, αλλά μπορούσε να έρθει, να της αφήσω τα κλειδιά και να περιμένει εκεί. Μετά από περίπου 45 λεπτά, χτύπησε το τηλέφωνό μου. Ήταν η Μπίκα, και μου είπε ότι είχε φτάσει στο σπίτι και χρειαζόταν να πληρώσω το ταξί, γιατί δεν είχε χρήματα. Κατέβηκα για να της πληρώσω, και εκεί με περίμεναν δύο άνδρες, ο Κ. και ο Μ. Με άρπαξαν από το μπράτσο και με οδήγησαν σε ένα αυτοκίνητο που είχαν παρκαρισμένο εκεί κοντά.

Ο Κ. κάθισε στη θέση του οδηγού, εγώ στη θέση του συνοδηγού, ενώ ο Μ. και η Μπίκα ήταν στο πίσω κάθισμα. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής, δεχόμουν απειλές και χτυπήματα από τον Κ., ενώ η Μπίκα γελούσε και έλεγε “Θα δείτε τι θα πάθετε”. Ο Μ. σιγοντάριζε, προτρέποντας τον Κ. να συνεχίσει να με χτυπάει. Τους έλεγα ότι κάνετε λάθος, δεν ήμουν καν εκεί. Όμως, αντί να σταματήσουν, ο Κ. πήρε το όπλο του και με χτύπησε στο πρόσωπο. Εκείνη τη στιγμή, λιποθύμησα για λίγο.

Οι άλλοι δεν με χτύπησαν, όλο το ξύλο το έφαγα από τον Κ. Θυμάμαι να περνάμε μπροστά από το γνωστό ξενοδοχείο, όπου υπήρχε αστυνομία, και να μου λέει “Εσύ και οι φίλοι σου θα μπείτε όλοι φυλακή”. Με έβαλε να ξεκλειδώσω το κινητό μου και να πάρω τους φίλους μου τηλέφωνο για να τους πω ότι θα μπουν κι αυτοί φυλακή. Δεν μου απαντούσε κανείς από τα παιδιά.

Μας πήγε σε μια περιοχή πίσω από το ίδιο ξενοδοχείο. Εκεί μου έριξε ακόμα δυο-τρεις μπουνιές, ενώ μιλούσε στο τηλέφωνο με κάποιον διοικητή της αστυνομίας για να κανονίσει πώς θα μπω φυλακή. Όταν τον παρακαλούσα λέγοντας ότι κάνετε λάθος, ότι δεν ήμουν εκεί, με χτύπησε με το όπλο του στο πρόσωπο, αφήνοντάς μου σημάδι στο χείλος. Με απείλησε πως αν μιλήσω σε δικηγόρο ή την αστυνομία, θα με σκοτώσει», αποκαλύπτει.

Η Γεωργία Μπίκα
Φωτογραφία αρχείο – ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ / EUROKINISSI

Και συνεχίζει: «Κάθε μέρα με έπαιρνε τηλέφωνο ο Κ και με απειλούσε. Μου έλεγε ότι αν δεν πάω στην αστυνομία να καταθέσω πως η Γεωργία βιάστηκε, θα στείλει ανθρώπους να με σκοτώσουν. Με απειλούσε ότι είχε ήδη στείλει ανθρώπους κάτω από το σπίτι μου. Έλεγε πως θα σαπίσω στη φυλακή. Όλα αυτά από κανονικές κλήσεις, από το κινητό του. Μου έλεγαν πως έπρεπε να πάω στο σπίτι του Κ “να το λύσουμε”. Αλλά εγώ, μετά το ξύλο που είχα φάει, δεν μπορούσα να το διανοηθώ».

Επίσης, στην συνέντευξη του αποκαλύπτει για τις 13 Ιανουαρίου που τελικά πήγε στο σπίτι του Κ: «Μου είπε ότι η Γεωργία θυμήθηκε πως ήταν τρεις οι βιαστές της και ότι θα έπρεπε να υπογράψω πως έγινε ομαδικός βιασμός. “Μόνο έτσι θα σωθείς”, μου είπε. Του είπα “Μα πώς θα το πω αυτό, αφού δεν ήμουν εκεί;” Και τότε με πήγαν σε ένα άλλο δωμάτιο, όπου βρίσκονταν δύο τύποι με μάσκες και κουκούλες. Μου ζήτησαν να γυρίσω στον τοίχο, να τους παραδώσω το κινητό μου. Αρχικά αρνήθηκα, αλλά τρόμαξα τόσο πολύ που το έδωσα μαζί με τον κωδικό μου. Μου είπαν να μην κατεβάσω το ποστ και να φύγω από την πόλη».

Όσο για τις κατηγορίες που έγιναν για τον Αλέξανδρο Κοψιάλη και τον Δημήτρη Φιντιρίκο, είπε: «Όλα ήταν ψέματα, από την αρχή μέχρι το τέλος. Ο Δημήτρης βρισκόταν στο εξωτερικό, ενώ ο Αλέξανδρος στοχοποιήθηκε επειδή πήρε την πρωτοβουλία να στηρίξει τον Δημήτρη. Η αρένα των social διψούσε για αίμα, και έτσι τη νύφη πλήρωσαν πρόσωπα εντελώς άσχετα με την υπόθεση, όπως αυτά που μου αναφέρετε».