Η Αριάν Λαμπέντ, γνωστή σκηνοθέτις, ηθοποιός και σύζυγος του Γιώργου Λάνθιμου, αποφάσισε να μιλήσει ανοιχτά για την προσωπική της εμπειρία με τη σεξουαλική βία και τον τρόπο που η ελληνική Δικαιοσύνη αντιμετωπίζει τα θύματα, μέσα από ένα προσωπικό κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή.
Μεταξύ άλλων η Αριάν Λαμπέντ περιγράφει γεγονότα από την εφηβεία της, τα εμπόδια που συνάντησε και την απόφασή της να αγωνιστεί ενάντια στη σεξιστική και σεξουαλική βία. Παράλληλα αναφέρεται στην αντιμετώπιση που είχε σε πρόσφατη δίκη.

Αριάν Λαμπέντ – Τι ανέφερε για τη βία που έχει υποστεί
«Το όνομά μου είναι Αριάν Λαμπέντ. Είμαι Γαλλίδα και ζω στην Αθήνα. Μεγάλωσα σε μια αριστερή οικογένεια και οι γονείς μου ήταν και οι δύο καθηγητές στη δημόσια δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Μεγάλωσα, λοιπόν, με μια ορισμένη εκτίμηση προς τους δημόσιους θεσμούς. Είμαι ηθοποιός και σκηνοθέτις και έχω λάβει διάφορα πολύ σημαντικά βραβεία, έχω συνεργαστεί με αρκετούς/ές “μεγάλους/ες” σκηνοθέτες/τριες και οι ταινίες μου έχουν παρουσιαστεί σε πολλά διαφορετικά φεστιβάλ, μεταξύ άλλων και στο Φεστιβάλ των Καννών. Παρ’ όλα αυτά, εδώ είμαι κυρίως η “γυναίκα του Λάνθιμου“.
Από το 2022 πήρα την απόφαση να αντιμετωπίσω διαφορετικά τη βία μέσα στην οποία μεγάλωσα – τη βία μέσα στην οποία μεγαλώσαμε όλες και όλοι. Όπως πολλές γυναίκες, έχω υποστεί σεξουαλική παρενόχληση, ανεπιθύμητα αγγίγματα και δύο βιασμούς στην εφηβεία μου. Μπήκα στον αυτόματο πιλότο και προχώρησα μπροστά υποτιμώντας τη σημασία αυτών των γεγονότων, αφού έμοιαζαν δεδομένα λόγω του φύλου μου.
Δεν ήθελα να με ορίσουν. Απέφυγα να σταθώ σε αυτά. Το μοναδικό εργαλείο που είχα στη διάθεσή μου ήταν το αλκοόλ. Ήταν θέμα χρόνου να καταλάβω ότι αυτό που έμοιαζε να με σώζει, ήταν τελικά εκείνο που με κατέστρεφε. Στις 21 Δεκεμβρίου 2021 αποφάσισα να σταματήσω να πίνω. Έπρεπε να αντιμετωπίσω τα πράγματα κατά πρόσωπο.

Το 2022 συνίδρυσα στη Γαλλία μια οργάνωση για να αγωνιστούμε επιτέλους ενάντια στη σεξιστική και σεξουαλική βία, για να εγγυηθούμε σε όλα τα θύματα ότι το κίνημα #MeToo δεν είναι ένα περαστικό κύμα, αλλά επανάσταση. Με αυτήν την πεποίθηση δέχθηκα να καταθέσω σε δίκη υπέρ ενός θύματος βιασμού.
Γνωρίζω προσωπικά αυτή τη γυναίκα πολλά χρόνια. Η αφήγησή της ήταν σπαρακτική και αμείλικτα αληθινή. Υπέφερε από συμπτώματα μετατραυματικού στρες και από γυναικολογικά προβλήματα, που επιβεβαίωναν τη φρικτή βία που είχε υποστεί. Παρ’ όλα αυτά, στη συγκεκριμένη δίκη δεν θα παρίστατο στη θέση του θύματος, αλλά σε εκείνη της μάρτυρος. Το Συμβούλιο δεν πείστηκε για τους βιασμούς, επειδή την περίοδο των γεγονότων διατηρούσε σχέση με τον βιαστή, παρότι νομικά ο βιασμός εντός σχέσης υπάρχει ήδη από το 2006. Αλλά το γεγονός ότι συνέβη δεν αλλάζει.
Μέσω της οργάνωσής μας είχαμε πραγματοποιήσει καμπάνια διαδικτυακής χρηματοδότησης (crowdfunding) για τη στήριξη των θυμάτων. Κατατέθηκαν τέσσερις μηνύσεις, όμως μόνο δύο έγιναν δεκτές, εκ των οποίων η μία αφορούσε θύμα που γνώρισε τον βιαστή στην ηλικία των 14 ετών.
Μια δίκη κοστίζει. Πέρα από τα έξοδα ιατρικής και ψυχολογικής φροντίδας που τα θύματα βιασμού αναγκάζονται να καλύπτουν για να μπορέσουν να επιβιώσουν καθημερινά, πρέπει να καλύψουν και τα δικαστικά έξοδα. Αραγε πόσο ίσες είμαστε όλες απέναντι στη Δικαιοσύνη;».
Η κατάθεση και ο σαρκασμός των δικαστών
Σε άλλο σημείο περιέγραψε την πρόσφατη κατάθεσή της σε δίκη, στην οποία βρέθηκε μαζί με τον σύζυγό της, Γιώργο Λάνθιμο: «Προχωρώ στον διάδρομο ανάμεσα στα καθίσματα για να φτάσω στο βήμα των μαρτύρων. Προς έκπληξίν μου, πρέπει να περάσω γύρω από τον κατηγορούμενο, ο οποίος κάθεται σε καρέκλα ακριβώς πίσω από αυτό.
Ανεβαίνω, ακουμπώ τα χέρια μου στο βήμα και αντιλαμβάνομαι ότι το πρόσωπο του κατηγορουμένου βρίσκεται στο ύψος των γλουτών μου. Μπορεί να φαίνεται ασήμαντο, όμως στο ίδιο σημείο θα στέκονταν ως μάρτυρες οι γυναίκες που τον κατήγγειλαν για βιασμό. Αυτή η σκηνοθεσία με παγώνει.
Σηκώνω το κεφάλι για να απευθυνθώ στον δικαστή, στα μέλη του δικαστηρίου, στους/στις ενόρκους, στην εισαγγελέα και στη γραμματέα και διακρίνω τη μορφή του Χριστού. Ολα μοιάζουν εξωπραγματικά. Όμως ξέρω γιατί βρίσκομαι εδώ και πιστεύω ότι θα ακουστώ.
Καταθέτω στη μητρική μου γλώσσα, μη νιώθοντας ικανή να το κάνω στα ελληνικά. Δηλώνω τα στοιχεία μου και, χωρίς να αγγίξω τη Βίβλο, δεσμεύομαι να πω την αλήθεια. Εξηγώ γιατί βρίσκομαι εδώ, γιατί πιστεύω τα θύματα.
Πολύ γρήγορα, όμως, καταλαβαίνω ότι ο πρόεδρος ενδιαφέρεται για κάτι άλλο: είναι εξοργισμένος με το crowdfunding της οργάνωσής μου. Από εκείνο το σημείο και έπειτα, καλούμαι να απαντώ αποκλειστικά για μια κατάσταση την οποία ο ίδιος βαφτίζει «δίκη των μέσων ενημέρωσης».
Ο συνήγορος υπεράσπισης επιλέγει να γελοιοποιήσει το κίνημα #MeToo και, μέσω εμού, να καταγγείλει την υποτιθέμενη ασυνέπεια των φεμινιστικών κινημάτων απέναντι στη Δικαιοσύνη. Ιδιαίτερα φαίνεται να τον εξοργίζει το σύνθημα «Σε Πιστεύω». Υψώνει τον τόνο της φωνής του, σηκώνεται, με διακόπτει διαρκώς, μαζεύει με θεατρικό τρόπο τα πράγματά του. Τα πετάει βίαια στο γραφείο, εμφανώς εκνευρισμένος από τις απαντήσεις, τις οποίες δεν μου επιτρέπει να ολοκληρώσω. Ακόμη και η μετάφραση φαίνεται να τους ενοχλεί, όλους.

Ο πρόεδρος τον αφήνει να συνεχίσει. Εκείνος αναπτύσσει ανενόχλητος έναν αντιφεμινιστικό λόγο. Στρέφομαι στους δικηγόρους των θυμάτων αναζητώντας βοήθεια, όμως ο πρόεδρος επιλέγει να δώσει όλον τον χώρο στον συνήγορο υπεράσπισης.
Το τέλος της κατάθεσής μου με βρίσκει αντιμέτωπη με έναν σαρκασμό, αδιανόητο για μένα από πρόεδρο δικαστηρίου, ο οποίος γυρνώντας προς τους δικηγόρους των θυμάτων λέει: «Hρθε η Λαμπέντ να μας τι, για την υπόθεση; Για την οργάνωσή της ήρθε να μας πει!».
Βγαίνω από το δικαστήριο πλημμυρισμένη από οργή, η οποία μετατρέπεται σε λυγμούς μόλις περνώ την πύλη.
Δεν γράφω αυτό το κείμενο μόνο για να μιλήσω για την ταπείνωση που βίωσα από την ελληνική Δικαιοσύνη, αλλά για να καλέσω σε συλλογικό προβληματισμό σχετικά με τη λειτουργία της, ειδικά στις υποθέσεις βιασμών και σεξουαλικών επιθέσεων», καταλήγει η Αριάν Λαμπέντ.


">

">
">
">