Τέσσερα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα, Τετάρτη 14 Οκτωβρίου, από τον θάνατο του Αλέξανδρου Νικολαΐδη, του σπουδαίου Έλληνα Ολυμπιονίκη του ταε κβον ντο, ο οποίος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία μόλις 42 ετών, έπειτα από μια δύσκολη μάχη με μια εξαιρετικά σπάνια μορφή καρκίνου. Η απώλειά του είχε προκαλέσει βαθιά συγκίνηση στο πανελλήνιο, καθώς ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης δεν είχε ξεχωρίσει μόνο για τις αθλητικές του επιδόσεις, αλλά και για το ήθος, την αξιοπρέπεια και την κοινωνική του ευαισθησία.

Με αφορμή τη συμπλήρωση τεσσάρων χρόνων από τον θάνατό του, η σύζυγός του, Δώρα Τσαμπάζη, προχώρησε σε μια ιδιαίτερα συγκινητική ανάρτηση στον προσωπικό της λογαριασμό στο Instagram, μιλώντας για το τεράστιο κενό που έχει αφήσει πίσω του, τις δυσκολίες που χρειάστηκε να αντιμετωπίσει μόνη της και, κυρίως, για τις ερωτήσεις των δύο παιδιών τους, στις οποίες ακόμη και σήμερα δεν έχει καταφέρει να δώσει μια απάντηση που να απαλύνει τον πόνο τους.

«Έφυγες στην αγκαλιά μου» – Η συγκλονιστική ανάρτηση της Δώρας Τσαμπάζη

Η Δώρα Τσαμπάζη επέλεξε να τιμήσει τη μνήμη του Αλέξανδρου Νικολαΐδη με συγκίνηση. Στην ανάρτησή της επέστρεψε νοερά στις τελευταίες ώρες της ζωής του, περιγράφοντας τη στιγμή που ενημερώθηκε ότι ο άνθρωπός της δεν θα κατάφερνε να κρατηθεί στη ζωή μέχρι το επόμενο πρωί. «Τέσσερα χρόνια πριν τέτοια ώρα μου ανακοίνωναν ότι σε λίγες ώρες φεύγεις. Ότι δεν θα σε βρει το πρωί. Έφυγες στην αγκαλιά μου και για αυτό το δώρο θα σε ευχαριστώ πάντα».

Με αυτή τη συγκλονιστική αναφορά, η Δώρα Τσαμπάζη περιγράφει μια από τις πιο δύσκολες στιγμές που μπορεί να βιώσει ένας άνθρωπος, αποκαλύπτοντας παράλληλα πόσο σημαντικό ήταν για εκείνη το γεγονός ότι βρισκόταν δίπλα στον σύζυγό της μέχρι την τελευταία του ανάσα.

Στη συνέχεια, η ίδια αναφέρθηκε στα τέσσερα χρόνια που ακολούθησαν, στις ευθύνες που χρειάστηκε να αναλάβει και στις δυσκολίες που ξεπέρασε, χωρίς ωστόσο να μπορεί να απαντήσει στο πιο επώδυνο ερώτημα των παιδιών τους. «Πολλά κατάφερα χωρίς εσένα, δύσκολα, απίθανα, πράγματα που δεν είχα διανοηθεί ότι θα χρειαστεί να περάσω. Ένα πράγμα όμως δεν έχω καταφέρει, να δώσω μια απάντηση που να αρκεί στα παιδιά μας, γιατί δεν γίνεται να ξανά ζωντανέψεις».

Κλείνοντας, η ίδια σημειώνει: «Και εκεί, όσες υπερδυνάμεις κι αν νιώθω ότι απέκτησα, γκρεμίζονται όλες. Γιατί πάντα σκέφτομαι αγαπημένε μου, ότι το ΚΕΝΟ σου δεν θα γεμίσει ποτέ».

Από τι πέθανε ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης – Η σπάνια μορφή καρκίνου που αντιμετώπιζε

Αλέξανδρος Νικολαϊδης
Facebook / Αλέξανδρος Νικολαϊδης

Ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης έφυγε από τη ζωή στις 14 Οκτωβρίου 2022, έπειτα από μια διετή μάχη με το καρκίνωμα NUT, μια εξαιρετικά σπάνια και επιθετική μορφή καρκίνου, η οποία χαρακτηρίζεται από την ταχεία ανάπτυξή της και τις σημαντικές δυσκολίες που παρουσιάζει στην αντιμετώπισή της.

Το καρκίνωμα NUT, γνωστό και ως NUT carcinoma, είναι ένας σπάνιος κακοήθης όγκος που μπορεί να εμφανιστεί σε διάφορα σημεία του σώματος, συχνότερα στην περιοχή της κεφαλής, του λαιμού και του θώρακα. Η ασθένεια σχετίζεται με συγκεκριμένες γενετικές αναδιατάξεις στα καρκινικά κύτταρα και μπορεί να εξελιχθεί ιδιαίτερα γρήγορα, γεγονός που καθιστά τη διάγνωση και τη θεραπεία της εξαιρετικά απαιτητικές.

Ο Έλληνας Ολυμπιονίκης είχε διαγνωστεί περίπου δύο χρόνια πριν από τον θάνατό του, δίνοντας μια δύσκολη μάχη, την οποία είχε επιλέξει να κρατήσει μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Στο πλευρό του βρίσκονταν διαρκώς η οικογένειά του και οι θεράποντες γιατροί του, οι οποίοι κατέβαλαν προσπάθειες για την αντιμετώπιση της ασθένειας.

Η περίπτωση του Αλέξανδρου Νικολαΐδη είχε αναδείξει και την ανάγκη μεγαλύτερης ενημέρωσης γύρω από τις σπάνιες μορφές καρκίνου. Ο ίδιος, άλλωστε, είχε εκφράσει την επιθυμία η προσωπική του περιπέτεια να αποτελέσει αφορμή για να ενημερωθούν περισσότεροι γιατροί και ασθενείς, με την ελπίδα ότι η έγκαιρη διάγνωση θα μπορούσε να βοηθήσει άλλους ανθρώπους στο μέλλον.

Ο θάνατος του Αλέξανδρου Νικολαΐδη είχε γίνει γνωστός μέσα από μια συγκλονιστική επιστολή που είχε γράψει ο ίδιος, γνωρίζοντας τη σοβαρότητα της κατάστασής του, και η οποία δημοσιεύτηκε μετά την απώλειά του. Μέσα από εκείνο το κείμενο, ο σπουδαίος αθλητής είχε μιλήσει με αξιοπρέπεια για τη μάχη του με τον καρκίνο, ευχαριστώντας τους ανθρώπους που στάθηκαν στο πλευρό του, τους γιατρούς του και την οικογένειά του.

Παράλληλα, είχε αναφερθεί με ιδιαίτερη αγάπη στη σύζυγό του, Δώρα Τσαμπάζη, και στα δύο παιδιά τους, τα οποία αποτελούσαν το σημαντικότερο κομμάτι της ζωής του. Εκείνο που είχε συγκινήσει ιδιαίτερα ήταν και η τελευταία του επιθυμία: να δημοπρατηθούν τα δύο αργυρά Ολυμπιακά μετάλλιά του και τα χρήματα να διατεθούν για την ενίσχυση δομών που φροντίζουν παιδιά.

Με αυτή την απόφαση, ο Αλέξανδρος Νικολαΐδης θέλησε να μετατρέψει δύο από τις σημαντικότερες προσωπικές του διακρίσεις σε μια πράξη προσφοράς, αφήνοντας πίσω του μια παρακαταθήκη που ξεπερνούσε τα όρια του αθλητισμού.

«Θα ξεκινήσω με αυτό το κλισέ, ότι για να διαβάζετε τώρα αυτήν την δημοσίευση μου, μάλλον έχω φύγει για κάπου καλύτερα ή και για το πουθενά.

Δύο χρόνια, βασανίστηκα κι εγώ με τον καρκίνο. Με έναν τόσο σπάνιο τύπο καρκίνου, το καρκίνωμα nut, που αυτή τη στιγμή εννέα στους δέκα Έλληνες γιατρούς που το διαβάζουν, το ακούν για πρώτη φορά και θα σπεύσουν να το ψάξουν. Ευτυχώς ο δικός μου γιατρός, ο υπέροχος Γιάννης Μπουκοβίνας που με πήρε από το χέρι στο πιο δύσκολο ταξίδι της ζωής μου, τον γνώριζε αυτόν τον σπάνιο τύπο και έκανε τα πάντα για να με σώσει ή να μου χαρίσει λίγη παραπάνω ζωή. Κίνησε γη και ουρανό, να φέρει φάρμακα κυριολεκτικά από την άλλη άκρη της γης για να τα δοκιμάσω.

Δύο χρόνια δεν είπα ποτέ “Γιατί σε εμένα”; Δεν υπάρχει πιο εγωιστική σκέψη από αυτή. Σε κάποιον τυχαίνει, στον διπλανό μας, στον γείτονά μας, στον συνάνθρωπό μας. Και πλέον τυχαίνει σε πολλούς. Αν βάλω ένα πρόσημο τύχης στη ζωή μου, θα σας πω ακόμα και τώρα, ότι ήμουν τυχερός άνθρωπος. Είχα την ευλογία να κάνω τα όνειρα μου πραγματικότητα, να ανέβω στο βάθρο πολλές φορές, να δοξάσω τον αθλητισμό και την χώρα μου, να γνωρίσω ανθρώπους από όλον τον κόσμο, να μάθω το σεβασμό, την ευγενή άμιλλα, αξίες τόσο σημαντικές και να προσπαθήσω να τις κάνω πράξη και στη ζωή μου.

Είχα την τύχη να με αγαπήσει η πιο υπέροχη γυναίκα του κόσμου, το δώρο μου από το Θεό, όπως είναι και το όνομα της, και να αποκτήσουμε μια πανέμορφη οικογένεια.

Έτσι και σε αυτή την ατυχία που με βρήκε, είπα ευχαριστώ, που αν αυτό ήταν γραφτό να έρθει στην οικογένειά μου, δεν βρήκε εκείνη ή τα παιδιά μου. Εγώ έπρεπε να το ανέβω αυτό το βουνό, έχω έπρεπε να σηκώσω αυτό το βάρος. Όχι εκείνοι.

Σε αυτό το δύσκολο ταξίδι, στάθηκα τυχερός γιατί συνοδοιπόρο είχα την αλληλεγγύη και την φροντίδα τόσων πολλών ανθρώπων, που πολλές φορές αναρωτήθηκα τι έκανα για να αξίζω όλα αυτά που με ανιδιοτέλεια μου προσέφεραν. Πρώτος ο γιατρός μου ο κ. Μπουκοβίνας, ο πρύτανης, ο κ. Δημόπουλος, που βοήθησε τόσο πολύ στην πρώτη φάση της ασθένειάς μου αλλά και αργότερα, στο να πάρω κάθε θεραπεία όσο πιο γρήγορα γίνεται. Ο κ. Ηλιάδης ο θωρακοχειρούργος μου, ένας εξαιρετικός επιστήμονας που με αγκάλιασε σαν πατέρας στο πολύ δύσκολο χειρουργείο μου, στους πνεύμονες, ο κ. Πέιος, ο νευροχειρούργος που μου απάλυνε τους φριχτούς πόνους και πολλοί πολλοί άλλοι, από νοσηλευτές μέχρι τραυματιοφορείς, όλοι μου έδειχναν την αγάπη τους και αυτή η αγάπη μου έδινε δύναμη.

Και τέλος θέλω να σταθώ στον άνθρωπο με άλφα κεφαλαίο, τον Αλέξη Τσίπρα, ήρθε πολύ πρόσφατα στη ζωή μου και μου χάρισε την φιλία του, την σκέψη του, το αδελφικό του νοιάξιμο, σαν να με ήξερε από πάντα. Μου απέδειξε ότι η όλα όσα πρεσβεύει ο ίδιος και η αριστερά είναι πραγματική στάση ζωής. Με στήριξε ηθικά και πρακτικά και έκανε και αυτός τα αδύνατα δυνατά για να έχω την καλύτερη φροντίδα.

Θέλω να πω σε όλους τους κάτι.

Πετύχατε. Με κρατήσατε στη ζωή περισσότερο από όσο αναλογούσε στον πολύ επιθετικό καρκίνο μου, μου χαρίσατε το χρυσό μετάλλιο της παράτασης της ζωής μου σε μια πολύ κρίσιμη στιγμή, όταν η κόρη μου η Ελεάννα ήταν μόλις 3,5 ετών και δεν θα θυμόταν τίποτα από εμένα, ενώ τώρα στα 5,5 της χρόνια θα με θυμάται έστω σαν μακρινή ανάμνηση και θα μπορεί να διηγηθεί ιστορίες στον μικρό της αδερφό τον Γιώργο, ώστε να με κρατήσουν ζωντανό στην καρδιά τους για πάντα.

Φίλοι μου, σε αυτή τη ζωή που είμαστε όλοι περαστικοί, μεγαλύτερη σημασία έχει τι αποτύπωμα θα έχουμε αφήσει, και όχι πώς ή πότε θα φύγουμε.

Για αυτό αν είμαι εγώ ο πρώτος καταγεγραμμένος ασθενής με καρκίνωμα nut στην χώρα μας, ας γίνω η αφορμή για την ενημέρωση γιατρών, ασθενών, πάνω σε αυτόν τον τύπο καρκίνου που αν διαγνωσθεί εγκαίρως ίσως σωθούν ζωές. Ας γίνω η αφορμή για να ενισχυθεί ουσιαστικά το εθνικό μας σύστημα υγείας που τόσο υποτιμήθηκε τα τελευταία χρόνια, όχι να περιμένουν ουρές για μια αξονική, για μια χημειοθεραπεία ή ένα χειρουργείο και να χάνεται πολύτιμος χρόνος, να σταματήσει ο χρονοβόρος δαίδαλος της γραφειοκρατίας και των νομικών κωλυμάτων του ΕΟΦ όταν πρέπει να εγκριθούν άμεσα δοκιμαστικά φάρμακα που μπορεί να σώσουν ζωές.

Αν ερχόμαστε σε αυτή τη ζωή για κάποιο σκοπό, εγώ έχω αποφασίσει ποιος θα είναι αυτός. Να προσφέρω ελπίδα μέσα από όσα κατάφερα στην ζωή μου, από τα όμορφα μέχρι τα άσχημα. Για αυτόν τον λόγο, τα δύο μου αργυρά Ολυμπιακά μετάλλια, της Αθήνας και του Πεκίνο, που για χρόνια κρύβω καλά, ήρθε η ώρα να βγουν και να επιστρέψουν εκεί που ανήκουν, στις παναθρώπινες αξίες. Τελευταία επιθυμία μου είναι, τα δύο αυτά μετάλλια, να βγουν σε δημοπρασία και το ποσό που θα συγκεντρωθεί να δοθεί σε δομές για τα παιδιά που θα επιλέξει η οικογένειά μου.

Αν σωθεί έστω ένα παιδί, θα αξίζει κάθε κλωτσιά που έχω φάει στο κεφάλι, κάθε κάταγμα στα πόδια μου.

Αυτό είναι το αποτύπωμα που θέλω να αφήσω στην κοινωνία, αυτή είναι η κληρονομιά που θέλω να μείνει στα παιδιά μου», είχε γράψει.