Την απαλλαγή της γυναίκας που είχε καταγγείλει τον Πέτρο Φιλιππίδη πρότεινε ο εισαγγελέας στη δικαστική διαδικασία της Τρίτης 20 Οκτωβρίου, κατά την οποία η ίδια περιέγραψε με δάκρυα όσα υποστηρίζει ότι βίωσε από τον ηθοποιό και σκηνοθέτη. Η κατηγορούμενη αναφέρθηκε στη γνωριμία τους, στην εμπιστοσύνη που του είχε και στα περιστατικά που περιέλαβε στην καταγγελία της. Κατά τη διάρκεια της κατάθεσής της ξέσπασε επανειλημμένα σε κλάματα, ενώ μίλησε και για τους λόγους που δεν απευθύνθηκε τότε στην αστυνομία.

Στην αγόρευσή του, ο εισαγγελέας επικεντρώθηκε στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και στη διαφορά ανάμεσα στις ενδείξεις που μπορούν να οδηγήσουν μια υπόθεση στο ακροατήριο και στη βεβαιότητα που απαιτείται για την καταδίκη ενός κατηγορουμένου.

«Είναι ο λόγος του ενός έναντι του άλλου», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι και στη συγκεκριμένη διαδικασία δεν προκύπτει με βεβαιότητα τι ακριβώς συνέβη.

Αναφέρθηκε επίσης στο περιεχόμενο της αρχικής καταγγελίας, στο έννομο συμφέρον της γυναίκας να την υποβάλει και, ιδιαίτερα, στην υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος. Η θέση του ήταν ότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί η ενοχή της και γι’ αυτό ζήτησε την απαλλαγή της.

Πέτρος Φιλιππίδης: Η γνωριμία το 2004 και η σχέση εμπιστοσύνη που περιέγραψε η γυναίκα

Ξεκινώντας την αφήγησή της, η γυναίκα τοποθέτησε τη γνωριμία της με τον Πέτρο Φιλιππίδη στο 2004, όταν η μητέρα της συνεργαζόταν μαζί του στο θέατρο. Εκείνη είχε τελειώσει το σχολείο και είχε εισαχθεί στο πανεπιστήμιο, αλλά ήθελε να ακολουθήσει την υποκριτική.

«Από το 2004 έως το 2010 ήταν πολύ πυκνά τα περιστατικά. Ήταν πολύ δύσκολη διαδικασία να καταφέρω να τα βάλω όλα σε μια σειρά. Του είχα εμπιστοσύνη και τον ένιωθα πολύ οικεία», κατέθεσε.

Όπως εξήγησε, αρχικά η επικοινωνία τους ήταν καλή και η παρουσία του της ήταν οικεία λόγω της επαγγελματικής σχέσης του με τη μητέρα της.

«Όταν έμπαινα στο θέατρο, τον χαιρετούσα, είχα μια πολύ καλή σχέση μαζί του».

Ακολούθως μίλησε για την περίοδο κατά την οποία παρακολουθούσε μαθήματα υποκριτικής μαζί του. Σύμφωνα με την κατάθεσή της, ο ηθοποιός τής αφιέρωνε αρκετό χρόνο στο μάθημα, γεγονός που της προκαλούσε ανάμεικτα συναισθήματα.

«Με σήκωνε πολύ συχνά στο μάθημά του και με κρατούσε για ώρα. Είχα αρχίσει να νιώθω άσχημα, ότι δημιουργείται ένα κλίμα σε βάρος των υπολοίπων συμφοιτητών. Στην αρχή με άγχωνε γιατί δεν είχα μάθει στην έκθεση, αλλά ταυτόχρονα κάπως με ενθάρρυνε», ανέφερε.

Η ίδια υποστήριξε ότι ο Πέτρος Φιλιππίδης είχε παρέμβει στη μητέρα της για προσωπικά θέματα που την απασχολούσαν. Αυτές οι κινήσεις, όπως περιέγραψε, την έκαναν να αισθάνεται πως είχε τη στήριξή του.

«Είχα αρχίσει να νιώθω ότι έχω έναν σύμμαχο, ότι είδε σε εμένα κάτι και ότι αξίζω», είπε κλαίγοντας. «Ήταν από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου το πρώτο διάστημα της σχολής», συμπλήρωσε.

«Ήμουν σε σοκ» – Όσα κατέθεσε για τη συνάντηση στο γραφείο

Στη συνέχεια, η γυναίκα περιέγραψε ένα περιστατικό που, σύμφωνα με την ίδια, συνέβη σε γραφείο στον πέμπτο όροφο κτιρίου, περίπου τρεις μήνες πριν από το καταγγελλόμενο συμβάν στο θέατρο «Ήβη».

«Με περίμενε όρθιος έξω από ένα γραφείο, στον 5ο όροφο. Ήταν κάπως άδειο το γραφείο, σαν να μην χρησιμοποιούσαν. Όσο ανέβαινα πάνω, ένιωθα φόβο. Δεν ξέρω γιατί. Δεν μου είχε κάνει κάτι μέχρι τότε, αλλά φοβόμουν. Ίσως ήταν η διαίσθησή μου», είπε.

Κατά την περιγραφή της, ο ηθοποιός την έβαλε να καθίσει στο πόδι του και άρχισε να της χαϊδεύει τα μαλλιά. «Προσπαθούσα να μην ρίχνω το βάρος μου πάνω του και μου χάιδευε τα μαλλιά. Πολύ γρήγορα ενοχλήθηκε από τη συμπεριφορά μου και σηκώθηκε. Ενοχλήθηκε γιατί δεν είχα καλή ανταπόκριση. Ήμουν σε σοκ».

Η κατηγορούμενη υποστήριξε ότι, λίγο πριν αποχωρήσουν, εκείνος της κατέβασε ξαφνικά το παντελόνι και το εσώρουχο και προχώρησε σε σεξουαλική πράξη χωρίς τη συναίνεσή της. Περιγράφοντας την αντίδρασή της, είπε ότι είχε παγώσει. Στο σημείο αυτό έκλαψε και η μητέρα της.

«Αμέσως σηκώθηκα και του είπα “θέλω να φύγω”. Έτσι και έκανα. Δεν θυμάμαι τίποτα μετά. Ούτε πώς πήγα στο σπίτι μου. Εγώ έφυγα από τη μία και ο Φιλιππίδης από την άλλη. Έφυγε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα», κατέθεσε.

Όπως εξήγησε, εκείνη την περίοδο δεν μπορούσε να κατανοήσει και να διαχειριστεί όσα, σύμφωνα με την ίδια, είχαν προηγηθεί. Αντί να απευθυνθεί στις Αρχές, άρχισε να αισθάνεται ενοχές.

«Δεν σκέφτηκα σε καμία περίπτωση να πάω στην αστυνομία, ούτε να το καταγγείλω, δεν σκέφτηκα ότι είναι κακοποίηση ή βιασμός. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι έκανε. Με έπιασαν οι ενοχές μου, μήπως και έφταιγα εγώ», ανέφερε.

Στη συνέχεια, όπως υποστήριξε, ο ηθοποιός την καλούσε στο τηλέφωνο, ορισμένες φορές με απόκρυψη αριθμού, μέχρι που του ζήτησε να μην επικοινωνεί άλλο μαζί της.

«Δεν σκέφτηκα ποτέ ότι κακοποιήθηκα ή βιάστηκα. Σκεφτόμουν ότι έχει συναισθήματα για εμένα και κάπου ξέφυγε. Χαζό; Ανώριμο; Αυτό είχα πει στον εαυτό μου για να μπορώ να το αντέξω. Ήταν και εργοδότης της μητέρας μου, πρωταγωνιστής, θιασάρχης…», είπε.

Η πρόταση για ρόλο στο «Ήβη» και η συνάντηση με τη Ζέτα Μακρυπούλια

Η επόμενη αναφορά της αφορούσε τον Σεπτέμβριο του 2008. Σύμφωνα με την κατάθεσή της, βοηθός σκηνοθέτη από το θέατρο «Ήβη» επικοινώνησε μαζί της για το ενδεχόμενο να πάρει έναν μικρό ρόλο σε παράσταση.

Η γυναίκα πίστεψε ότι ο Πέτρος Φιλιππίδης είχε μεσολαβήσει για τη συγκεκριμένη επαγγελματική πρόταση. «Και τότε σκέφτηκα ότι ίσως ήθελε με αυτή την κίνηση ο Φιλιππίδης να μου ζητήσει συγγνώμη», εξήγησε.

Όταν πήγε στο θέατρο, όπως υποστήριξε, ο ηθοποιός την πήγε στο καμαρίνι του. «Η πρώτη ερώτηση ήταν αν του έλειψα. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι πάλι πίστεψα αυτό που μου είπε και ότι δεν υπάρχει κανένας ρόλος. Με τράβηξε και μου χάιδεψε τα μαλλιά. Ήμουν τόσο ταραγμένη γιατί φάνηκα χαζή», ανέφερε.

Κατά την ίδια, αποφάσισε να αποχωρήσει, ωστόσο πριν βγει από την τελευταία πόρτα του θεάτρου εκείνος την πλησίασε από πίσω και την άγγιξε στα γεννητικά όργανα. Υποστήριξε ότι, όταν ακούστηκε ένας θόρυβος και αποσπάστηκε η προσοχή του, μπόρεσε να απομακρύνει τα χέρια του.

Ακολούθως πήγε στην τουαλέτα, όπου, όπως κατέθεσε, βρέθηκε μπροστά στη Ζέτα Μακρυπούλια.

«Πήγα στην τουαλέτα και εκεί ήταν η Ζέτα Μακρυπούλια, η οποία έπλενε τα χέρια της. Τότε μου είπε “α, εσύ θα είσαι το κορίτσι που θα είσαι φέτος μαζί μας”. Εκεί μπερδεύτηκα περισσότερο γιατί θεώρησα ότι όντως συζήτησαν κάτι και ότι όντως υπήρχε ρόλος», είπε.

Η γυναίκα σημείωσε ότι η Ζέτα Μακρυπούλια έχει αναφέρει πως δεν θυμάται τη συγκεκριμένη συνάντηση. Η ίδια χαρακτήρισε αυτή την αδυναμία ανάκλησης λογική, εξαιτίας του μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει περάσει.

Γιατί απευθύνθηκε στο ΣΕΗ και τι είπε για την πρώτη κατάθεσή της

Περιγράφοντας την απόφασή της να μιλήσει, η κατηγορούμενη αναφέρθηκε στο κείμενο που έστειλε στο Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών.

«Έγραψα σε μικρές γραμμές τα όσα είχα βιώσει. Δεν ήξερα τι πραγματικά είχα πάθει από αυτόν τον άνθρωπο. Δεν τα έγραψα με λεπτομέρειες, αλλά σε γενικές γραμμές και τα έστειλα στο ΣΕΗ», κατέθεσε.

«Πήγα, χωρίς να γνωρίζω τι να κάνω. Ούτε δικηγόρο δεν σκέφτηκα να πάρω. Είχα την αίσθηση ότι όσοι λένε ψέματα έχουν δικηγόρο», ανέφερε, στη συνέχεια.

«Από τις ερωτήσεις του εισαγγελέα κατάλαβα ότι είχα βιαστεί όταν με ρώτησε αν ο Φιλιππίδης έβαλε τα δάχτυλά του στο αιδοίο μου», είπε.

Για το γεγονός ότι δεν είχε συμπεριλάβει εξαρχής στην αναφορά της το καταγγελλόμενο περιστατικό στο γραφείο, εξήγησε: «Δεν αναφέρθηκα στο περιστατικό στο γραφείο τότε γιατί δεν ήξερα καθόλου από αυτά, ήμουν απροετοίμαστη».

Η μήνυση του Πέτρου Φιλιππίδη και όσα είχαν προηγηθεί στο δικαστήριο

Η σημερινή διαδικασία αφορά τη μήνυση του Πέτρου Φιλιππίδη σε βάρος της πρώτης καταγγέλλουσας, η οποία τον είχε κατηγορήσει για βιασμό. Για τη συγκεκριμένη κατηγορία, ο ηθοποιός είχε αθωωθεί ομόφωνα λόγω αμφιβολιών από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο.

Να σημειωθεί πως η εν λόγω υπόθεση αυτή είναι διαφορετική από τις δύο καταγγελίες για απόπειρα βιασμού, που αφορούσαν περιστατικά του 2010 και του 2014.

Η εκδίκαση της μήνυσης κατά της γυναίκας είχε αναβληθεί στις 9 Μαρτίου 2026, έπειτα από αίτημα της πλευράς του ηθοποιού λόγω κωλυμάτων των συνηγόρων του. Η πλευρά της καταγγέλλουσας είχε ζητήσει τότε να προχωρήσει η δίκη.

Στη συνεδρίαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2026, ο Πέτρος Φιλιππίδης είχε καταθέσει τη δική του εκδοχή, συνδέοντας την καταγγελία της γυναίκας με την προσωρινή κράτησή του και αναφερόμενος στην αθωωτική απόφαση για την κατηγορία του βιασμού. Στην ίδια διαδικασία είχε αρχίσει και η εξέταση γιατρού, φίλου της καταγγέλλουσας, ως μάρτυρα.