Το καλοκαίρι του 1953, μια σειρά επιθέσεων σε ζευγάρια που αναζητούσαν λίγη ησυχία στο Καβούρι προκάλεσε φόβο στην Αθήνα. Η πιο σοβαρή άφησε πίσω της έναν νεκρό και μια γυναίκα βαριά τραυματισμένη. Στην αναζήτηση του δράστη μπήκε και η Ελένη Κικίδου, το γνωστό μέντιουμ της εποχής, ύστερα από πρωτοβουλία δημοσιογράφου. Όταν όμως η αστυνομία έφτασε στον Μιχάλη Στεφανόπουλο, είχε στη διάθεσή της και συγκεκριμένα ευρήματα που τον συνέδεαν με τις επιθέσεις.

Δράκος της Βουλιαγμένης

«Δράκος της Βουλιαγμένης»: Οι τέσσερις πυροβολισμοί στο Μικρό Καβούρι

Αργά το βράδυ της 5ης Αυγούστου 1953, τέσσερις πυροβολισμοί ακούστηκαν στο Μικρό Καβούρι. Όσοι έτρεξαν προς το σημείο βρήκαν νεκρό τον Θεόδωρο Δέγλερη και σοβαρά τραυματισμένη τη Σοφία Μαναβάκη, 24 ετών. Η εν λόγω γυναίκα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και επέζησε, δίνοντας αργότερα κατάθεση για όσα είχαν συμβεί.

Η Σοφία Μαναβάκη δεν μπόρεσε να δώσει περιγραφή που να οδηγεί αμέσως στην ταυτότητα του ενόπλου. Ανέφερε ότι είχε πυροβολήσει από κοντινή απόσταση και, στη συνέχεια, είχε πάρει την τσάντα της, μέσα στην οποία βρίσκονταν 30.000 δραχμές, καθώς και το ρολόι του Δέγλερη. Σύμφωνα με την αφήγησή της, ο άνδρας πλησίασε μετά τους πυροβολισμούς και έδειξε αρχικά σαν να ήθελε να τη βοηθήσει.

Για τους αστυνομικούς, η επίθεση δεν ήταν το μοναδικό ανησυχητικό περιστατικό στην περιοχή. Στις 30 Ιουλίου, λίγες ημέρες νωρίτερα, μια αυτοσχέδια χειροβομβίδα είχε τραυματίσει άλλο ένα ζευγάρι, τον Μιχάλη Καλλίτση και την Ελισάβετ Καπρή. Το ενδεχόμενο οι δύο επιθέσεις να συνδέονται μπήκε από νωρίς στο μικροσκόπιο των ερευνών.

Δράκος της Βουλιαγμένης -μέντιουμ

Το μέντιουμ στο σημείο του φόνου

Καθώς η υπόθεση απασχολούσε καθημερινά τις εφημερίδες, ο δημοσιογράφος της «Ακροπόλεως» Θεόδωρος Δράκος προσέγγισε την Ελένη Κικίδου. Εκείνη δίστασε αρχικά να εμπλακεί σε μια αστυνομική έρευνα. Τελικά, τη νύχτα της 18ης Αυγούστου, πήγε μαζί του και με μια φίλη της στον τόπο της δολοφονίας. Το ρεπορτάζ δημοσιεύτηκε την επομένη στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας.

Δράκος της Βουλιαγμένης

Η Κικίδου υποστήριξε ότι μπορούσε να ανασυνθέσει τη σκηνή και να περιγράψει τον άνδρα που αναζητούσαν. Στο δημοσίευμα της εποχής της αποδίδονταν στοιχεία για την εμφάνισή του, ανάμεσά τους μια ουλή που συνδεόταν με πρόβλημα στα δόντια, καθώς και αναφορές σε στρατιωτικούς, σε παπούτσια νούμερο 42 και σε χώρο εστίασης. Οι ισχυρισμοί αυτοί τράβηξαν την προσοχή του κοινού, αλλά δεν αποτελούσαν από μόνοι τους απόδειξη για την ταυτότητα του δολοφόνου.

Δράκος της Βουλιαγμένης

Το όπλο, οι μαρτυρίες και ο ύποπτος με την ουλή

Στο μεταξύ, η έρευνα είχε αποδώσει απτά στοιχεία. Οι χωροφύλακες εντόπισαν την τσάντα και το πορτοφόλι της Μαναβάκη και, έπειτα από έρευνα στην περιοχή, ένα περίστροφο Smith & Wesson. Ο αριθμός του όπλου οδήγησε στο 25ο Σύνταγμα Πεζικού, από όπου προέκυψε ότι είχε κλαπεί. Παράλληλα, η αστυνομία αναζητούσε μαρτυρίες από ανθρώπους που σύχναζαν στο Καβούρι.

Οι καταθέσεις έφεραν στο προσκήνιο έναν 25χρονο πρώην στρατιώτη, τον Μιχάλη Στεφανόπουλο. Ήταν γιος κρεοπώλη, εργαζόταν ως σιδηρουργός και έφερε σημάδι στο πρόσωπο. Ορισμένοι τον γνώριζαν ως «Μιχάλη τον Σημαδεμένο». Η ομοιότητα με μέρος της περιγραφής που είχε αποδοθεί στην Κικίδου ενίσχυσε τη δημοσιότητα γύρω από το «πείραμα», ενώ οι μαρτυρίες και η διαδρομή του όπλου έδιναν στους αστυνομικούς λόγους να ερευνήσουν τον συγκεκριμένο άνδρα.

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1953, οι αρχές έφτασαν στο σπίτι του στον Λυκαβηττό. Ο Στεφανόπουλος αρνήθηκε αρχικά κάθε εμπλοκή. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα για την ανάκριση, φορούσε όμως το ρολόι του Δέγλερη, ενώ τα παπούτσια του συνδέθηκαν με τον άνδρα που είχε δεχθεί την προηγούμενη επίθεση μαζί με τη σύντροφό του. Τελικά ομολόγησε τόσο τη δολοφονία όσο και την επίθεση με τη χειροβομβίδα.

Η αναπαράσταση και η δίκη

Η σύλληψη δεν έκλεισε το ενδιαφέρον των εφημερίδων. Στην αναπαράσταση του εγκλήματος, οι δημοσιογράφοι κατέγραψαν τις περιγραφές του Στεφανόπουλου για το πώς παρακολουθούσε το ζευγάρι πριν πυροβολήσει. Ο ίδιος επιχείρησε να εξηγήσει την πράξη του λέγοντας ότι τον τύφλωσε το πάθος του. Για τη χειροβομβίδα ισχυρίστηκε ότι την είχε φτιάξει για ψάρεμα και ότι δεν σκόπευε να τραυματίσει κανέναν.

Τον Μάρτιο του 1954, η υπόθεση εκδικάστηκε στην Αθήνα ενώπιον κατάμεστης αίθουσας. Ο κατηγορούμενος μίλησε για τα δύσκολα παιδικά του χρόνια και για μια παλαιότερη ερωτική απογοήτευση, στην οποία απέδιδε τη συμπεριφορά του. Η υπεράσπιση επιχείρησε να θέσει ζήτημα συναίσθησης των πράξεών του, όμως το δικαστήριο δεν του αναγνώρισε ελαφρυντικό. Τον καταδίκασε σε θάνατο για τη δολοφονία του Δέγλερη και σε επιπλέον ποινές για τις απόπειρες.

Στις 10 Αυγούστου 1954, ο άνθρωπος που είχε μείνει γνωστός ως «Δράκος της Βουλιαγμένης» εκτελέστηκε στη θέση Τούρλος της Αίγινας. Σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχής, πριν σταθεί απέναντι στο εκτελεστικό απόσπασμα ζήτησε να του λύσουν τα χέρια και να του δέσουν τα μάτια. Η ιστορία της Κικίδου εξακολούθησε να συνοδεύει την υπόθεση για δεκαετίες. Πίσω από τον θόρυβο για τη «διόραση», έμειναν ο θάνατος του Θεόδωρου Δέγλερη, ο τραυματισμός της Σοφίας Μαναβάκη και η έρευνα που οδήγησε στον δράστη.