Η Παναγιώτα Μαζαράκη ήταν πιανίστρια με σπουδές και εμφανίσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Τον Σεπτέμβριο του 2008 δολοφονήθηκε από τον σύζυγό της, καθηγητή μουσικής Γιάννη Κατσιλάμπρο, μέσα στο σπίτι τους στη Φιλοθέη. Εκείνος έκρυψε τη σορό της στο κοντινό πάρκο Πικιώνη, όπου έπαιζαν τα δύο μικρά παιδιά τους, και επί ημέρες υποστήριζε ότι η γυναίκα του είχε φύγει. Ο πατέρας του ήταν εκείνος που αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί και τον παρότρυνε να παρουσιαστεί στην αστυνομία. Παρότι καταδικάστηκε αρχικά σε ισόβια, αποφυλακίστηκε το 2015, περίπου επτά χρόνια μετά το έγκλημα.
Η υπόθεση της γυναικοκτονίας επανήλθε στην επικαιρότητα με αφορμή τη 24η Σεπτεμβρίου, ημέρα κατά την οποία ο Κατσιλάμπρος ομολόγησε το 2008. Το έγκλημα είχε προηγηθεί, σύμφωνα με τα δημοσιευμένα χρονικά, στις 15 ή τις πρώτες ώρες της 16ης Σεπτεμβρίου.
Παναγιώτα Μαζαράκη: Η πορεία της πιανίστριας
Η Παναγιώτα Μαζαράκη είχε σπουδάσει στο Αττικό Ωδείο και συνέχισε τις σπουδές της στις Ηνωμένες Πολιτείες. Απέκτησε μεταπτυχιακό στο πιάνο, έγινε δεκτή με υποτροφία σε διδακτορικό πρόγραμμα του Πανεπιστημίου της Ιντιάνα και εργάστηκε ως βοηθός καθηγητή στο Crane School of Music της Νέας Υόρκης. Το 1997 κατέκτησε την πρώτη θέση σε διαγωνισμό κονσέρτου στη Νέα Υόρκη, ενώ εμφανίστηκε ως σολίστ σε αίθουσες της Ελλάδας και του εξωτερικού.
Με τον Γιάννη Κατσιλάμπρο είχαν γνωριστεί στα 18 τους. Παντρεύτηκαν και απέκτησαν έναν γιο και μία κόρη, που την περίοδο του εγκλήματος ήταν περίπου τεσσεράμισι ετών και 14 μηνών αντίστοιχα. Εκείνος δίδασκε μουσική στο Αρσάκειο Εκάλης και ασχολούνταν με τη μουσική επιμέλεια θεατρικών παραστάσεων.
Η σχέση τους είχε επιβαρυνθεί και οι καβγάδες είχαν γίνει συχνοί. Άνθρωπος από το περιβάλλον τους είχε περιγράψει τότε την κατάσταση ως εξής: «Το ζευγάρι αρνιόταν να παραδεχθεί ότι η σχέση τους είχε τελειώσει. Το τελευταίο διάστημα πέντε ημέρες ήταν καλά και δεκαπέντε στα μαχαίρια, σχεδόν μισούσαν ο ένας τον άλλο». Σε μεταγενέστερη κατάθεσή του, ο πατέρας του δράστη μίλησε για «παθολογική εμμονή» του γιου του με την Παναγιώτα και τα παιδιά.
Το χρονικό της γυναικοκτονίας
Σύμφωνα με το χρονικό της υπόθεσης, η Παναγιώτα ζήτησε να χωρίσουν. Ο Κατσιλάμπρος τη χτύπησε με ηλεκτρικό σίδερο στο κεφάλι και με γροθιά στο στήθος. Η ιατροδικαστική εξέταση έδειξε ότι ο θάνατός της προήλθε από πνιγμό και όχι από τα χτυπήματα. Ο ίδιος είχε υποστηρίξει ότι προηγήθηκε καβγάς και ότι η σύζυγός του τον απείλησε με μαχαίρι την οποία η εισαγγελική πλευρά αμφισβήτησε.
Αφού μετέφερε τη σορό στο μπάνιο, την τύλιξε με σεντόνι και σακούλες και αναζήτησε μέρος για να την κρύψει. Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ της εποχής, σκέφτηκε αρχικά σημεία του σπιτιού, στη συνέχεια τη μετέφερε με το αυτοκίνητο σε κάδο στην Παιανία, αλλά επέστρεψε και την πήρε. Τελικά την έθαψε σε ρηχό τάφο στο πάρκο Πικιώνη, κοντά στην οικογενειακή κατοικία, καλύπτοντας το σημείο με πέτρες και τσιμέντο.
Η ιστορία της «εξαφάνισης» και ο ρόλος του πατέρα του
Τις επόμενες ημέρες ο Κατσιλάμπρος έλεγε στους συγγενείς και στην αστυνομία ότι η Παναγιώτα τον είχε εγκαταλείψει. Δήλωσε την εξαφάνισή της και εμφανιζόταν να αναζητά πληροφορίες για εκείνη. Ο πατέρας του, Νικόλαος Κατσιλάμπρος, καθηγητής Ιατρικής, άρχισε όμως να αντιλαμβάνεται από τα λεγόμενά του ότι η ιστορία αυτή δεν ήταν αληθινή. Τον συμβούλευσε να πάει στην αστυνομία με τον δικηγόρο του. Ο μουσικός τελικώς ομολόγησε και υπέδειξε το σημείο όπου είχε θάψει τη σύζυγό του.
Στην κατάθεσή του επιχείρησε να εξηγήσει γιατί δεν μίλησε αμέσως. «Η πρώτη σκέψη μου ήταν να αυτοκτονήσω αλλά μετά σκέφτηκα τα παιδιά μας. Πως θα μεγαλώσουν χωρίς τους γονείς τους; Δεν σκεφτόμουν λογικά», είχε υποστηρίξει, αποδίδοντας την πράξη του σε έναν καβγά. Η εισαγγελική προσέγγιση ήταν διαφορετική: έκανε λόγο για ανθρωποκτονία από πρόθεση, χωρίς να δεχθεί την εικόνα ενός αιφνίδιου ξεσπάσματος όπως την παρουσίαζε ο κατηγορούμενος.
Από τα ισόβια στην αποφυλάκιση
Σε πρώτο βαθμό, ο Γιάννης Κατσιλάμπρος καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη. Τον Ιούνιο του 2014, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο του αναγνώρισε το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου και μείωσε την ποινή σε 20 χρόνια κάθειρξη. Η απόφαση ήρθε σε αντίθεση με την πρόταση του εισαγγελέα, ο οποίος είχε ζητήσει να διατηρηθούν τα ισόβια.
Πρόσθετο στοιχείο από τη δίκη είναι η τοποθέτηση της εισαγγελέως για τα κίνητρα του δράστη. Είχε αποδώσει το έγκλημα στον «υπέρμετρο εγωισμό» του, λέγοντας ότι δεν μπορούσε να αποδεχθεί πως η Παναγιώτα ήθελε να προχωρήσει στη ζωή και στην καριέρα της. Στην ίδια δίκη είχε καταθέσει ως μάρτυρας υπεράσπισης και ο Διονύσης Σαββόπουλος, που γνώριζε και τους δύο μουσικούς. Είχε ξεκαθαρίσει: «Δεν μπορώ να αθωώσω, να συγχωρήσω τον Γιάννη γι’ αυτό που συνέβη».
Ο Κατσιλάμπρος αποφυλακίστηκε το 2015, έχοντας παραμείνει στη φυλακή περίπου επτά χρόνια. Στη συνέχεια δημοσίευσε στο διαδίκτυο το προσωπικό ημερολόγιο «Φτου ξελευτερία», έκτασης 206 σελίδων. Στην εισαγωγή του έγραψε: «Πριν από επτά χρόνια αφαίρεσα τη ζωή της γυναίκας μου», αναφερόμενος επίσης στον πόνο των παιδιών του και στην απομάκρυνσή τους από εκείνον.
Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα ρεπορτάζ, την ανατροφή των παιδιών ανέλαβε η αδελφή της Παναγιώτας, ενώ δεν διατηρούσαν επαφή με τον πατέρα τους κατά τον χρόνο εκείνων των αναφορών. Ο ίδιος συνέχισε να ασχολείται με τη μουσική και να δημοσιεύει τραγούδια στο διαδίκτυο. Για την Παναγιώτα Μαζαράκη, η υπόθεση δεν ήταν μόνο ένα έγκλημα που απασχόλησε τη Δικαιοσύνη: διέκοψε τη ζωή μιας μητέρας και μιας πιανίστριας με αξιόλογη καλλιτεχνική διαδρομή.




">
">
">
">
">
">
">
">