Απρίλιος του 2017. Η είδηση ότι ένα 6χρονο κοριτσάκι, η μικρή Στέλλα, εξαφανίστηκε από το σπίτι της οικογένειάς της στην Αγία Βαρβάρα, προκαλεί ακαριαία συναγερμό στις Αρχές και παγώνει την κοινή γνώμη. Η κινητοποίηση είναι άμεση, το «Χαμόγελο του Παιδιού» εκδίδει Amber Alert και οι έρευνες απλώνονται σε ολόκληρη την περιοχή.
Πίσω όμως από την υποτιθέμενη διάρρηξη και απαγωγή, κρυβόταν ένα από τα πιο ειδεχθή και αδιανόητα εγκλήματα στη σύγχρονη εγκληματολογική ιστορία της χώρας. Ο πατέρας της, ένας περίπου 60 ετών πρώην αστυνομικός, πέρασε το κατώφλι του αστυνομικού τμήματος ισχυριζόμενος ότι άγνωστοι εισέβαλαν στο διαμέρισμα μέσα στη νύχτα, έκλεψαν κοσμήματα και άρπαξαν το παιδί του, που αντιμετώπιζε κινητικά προβλήματα.
Ο ίδιος υποστήριξε πως δεν αντιλήφθηκε το παραμικρό επειδή κοιμόταν βαριά λόγω φαρμακευτικής αγωγής. Η αλήθεια όμως που αποκαλύφθηκε λίγες ώρες αργότερα ξεπερνούσε τον ανθρώπινο νου: ο θύτης δεν ήταν κάποιος άγνωστος εισβολέας, αλλά ο άνθρωπος που όφειλε να την προστατεύει. Για τη μητέρα της Στέλλας, η οποία εκείνο το μοιραίο βράδυ νοσηλευόταν στο νοσοκομείο, ο εφιάλτης δεν τελείωσε ποτέ. Η φράση της για τον άνθρωπο που έβαλε το ίδιο τους το παιδί σε σακούλες σκουπιδιών και το πέταξε στον κάδο, αποτυπώνει το μέγεθος μιας τραγωδίας που σημαδεύτηκε από το ψέμα, τη σκληρότητα και μια ανείπωτη φρίκη.

Το «σκηνοθετημένο» σκηνικό που κίνησε τις υποψίες για τον πατέρα
Από τις πρώτες κιόλας ώρες, οι έμπειροι αξιωματικοί της Ασφάλειας που έφτασαν στο διαμέρισμα της Αγίας Βαρβάρας κατάλαβαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Η εικόνα του σπιτιού δεν έπειθε για πραγματική διάρρηξη. Τα συρτάρια ήταν ανοιχτά και αντικείμενα ήταν πεταμένα στο πάτωμα, αλλά δεν υπήρχαν ίχνη συστηματικής αναζήτησης πολύτιμων αντικειμένων.
Επιπλέον, δεν υπήρχε κανένα αίτημα για λύτρα, ούτε λογικό κίνητρο για την αρπαγή ενός εξάχρονου κοριτσιού με ειδικές ανάγκες. Ο πατέρας, Γιάννης Εικοσιπεντάκης, εμφανιζόταν παράξενα συγκρατημένος, δίνοντας σύντομες και ασαφείς απαντήσεις. Αν και πρώην αστυνομικός, απέκρυψε αρχικά σημαντικές λεπτομέρειες για τη φυσική κατάσταση της Στέλλας, ενώ ο ισχυρισμός του ότι είχε ξεχάσει τα κλειδιά πάνω στην πόρτα το προηγούμενο βράδυ κρίθηκε αδικαιολόγητος.

Η παιδοψυχολόγος και η μαρτυρία του 6χρονου αδελφού
Το σημείο καμπής στις έρευνες ήρθε από τον εξάχρονο δίδυμο αδελφό της Στέλλας, τον Μάριο. Όταν το παιδί επέστρεψε από το σχολείο, ειδικός παιδοψυχολόγος της ΕΛ.ΑΣ. συζήτησε μαζί του. Στην αρχή, το μικρό αγόρι επανέλαβε την ιστορία που του είχε εμφυσήσει ο πατέρας του, ότι ληστές μπήκαν στο σπίτι και έκλεψαν τα χαρτιά των γιατρών και τη Στέλλα.
Όσο όμως η κουβέντα προχωρούσε, έγινε ξεκάθαρο πως το παιδί δεν περιέγραφε δικές του μνήμες. Δεν είχε ακούσει θορύβους, φωνές ή ίχνη εισβολής. Παράλληλα, οι αναφορές του αποκάλυψαν τις εσωτερικές ισορροπίες της οικογένειας, περιγράφοντας έναν πατέρα αυστηρό, που θύμωνε εύκολα και είχε αποστασιοποιηθεί από τη φροντίδα της μικρής Στέλλας.
Η ομολογία: Το μπάνιο που κατέληξε σε τραγωδία

Ύστερα από περίπου 13 ώρες εξαντλητικής εξέτασης στο Τμήμα Ανθρωποκτονιών, οι αστυνομικοί πίεσαν τον Εικοσιπεντάκη, αφήνοντας να εννοηθεί πως υπήρχε οπτικό υλικό που τον συνέδεε με τη μεταφορά του παιδιού. Εκείνος τότε λύγισε. Ο πρώην αστυνομικός ομολόγησε ότι η ιστορία της απαγωγής ήταν ένα κατασκευασμένο ψέμα. Ισχυρίστηκε πως το προηγούμενο βράδυ επιχείρησε να κάνει μπάνιο τη Στέλλα, αλλά εκείνη αντιδρούσε και ζητούσε επίμονα τη μητέρα της.
Όπως υποστήριξε, στην προσπάθειά του να την ηρεμήσει, την έσφιξε δυνατά στην αγκαλιά του μέχρι που το παιδί έχασε τις αισθήσεις του. Αντί να καλέσει αμέσως ιατρική βοήθεια, έβαλε σε εφαρμογή ένα φρικιαστικό σχέδιο συγκάλυψης: Τύλιξε το άψυχο σώμα της 6χρονης με μια κόκκινη κουβέρτα. Το τοποθέτησε μέσα σε διαδοχικές μαύρες σακούλες σκουπιδιών.
Μετέφερε τη σορό έξω από το σπίτι και την πέταξε σε κάδο απορριμμάτων λίγα τετράγωνα πιο μακριά. Ανακάτεψε το σπίτι, πέταξε τα κοσμήματα της συζύγου του σε άλλον κάδο, ξάπλωσε να κοιμηθεί και το πρωί πήγε στην αστυνομία για να δηλώσει τη «διάρρηξη».
Η δικαστική ετυμηγορία
Όταν οι αστυνομικοί έφτασαν στο σημείο που υπέδειξε ο κατηγορούμενος, βρήκαν τη μικρή Στέλλα νεκρή μέσα στον κάδο. Η μητέρα της, που μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευε πως το παιδί της είχε απαχθεί, ενημερώθηκε στο νοσοκομείο για την τραγική πραγματικότητα.
Στη δίκη που ακολούθησε τον Μάρτιο του 2018 στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών, οι δικαστές απέρριψαν τους ισχυρισμούς περί μειωμένου καταλογισμού λόγω κατάθλιψης. Τον έκριναν ένοχο για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και περιύβριση νεκρού, επιβάλλοντάς του την ποινή της ισόβιας κάθειρξης χωρίς ελαφρυντικά.
Τον Ιούνιο του 2019, στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, αν και το δικαστήριο τον έκρινε εκ νέου ένοχο για την πράξη του, του αναγνώρισε το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου. Ως αποτέλεσμα, η ποινή των ισοβίων έσπασε, με την κάθειρξη να μειώνεται σε 20 έτη. Μια απόφαση που άφησε ανεξίτηλο το παράπονο και την οδύνη σε μια μάνα που έχασε το παιδί της με τον πιο αποτρόπαιο τρόπο.




">
">
">
">
">
">
">
">