Ήταν μόλις 21 ετών. Είχε αφήσει πίσω της το πατρικό της σπίτι, είχε πετύχει την εισαγωγή της στην Ιατρική και έκανε σχέδια για το μέλλον της. Η Εύη Γατίδου ήταν ένα νέο κορίτσι που ονειρευόταν να γίνει γιατρός, να βοηθά ανθρώπους και να δημιουργήσει τη δική της ζωή. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι το φθινόπωρο του 1997 το όνομά της θα συνδεόταν με ένα από τα πιο συγκλονιστικά και μυστηριώδη εγκλήματα που απασχόλησαν την ελληνική κοινωνία. Η νεαρή φοιτήτρια βρέθηκε δολοφονημένη μέσα στο διαμέρισμά της στη Λάρισα, έχοντας δεχθεί 104 μαχαιριές. Ένα έγκλημα απίστευτης αγριότητας, το οποίο, σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, εξακολουθεί να παραμένει ανεξιχνίαστο.

Η υπόθεση της Εύης Γατίδου δεν συγκλόνισε μόνο για τον τρόπο με τον οποίο χάθηκε η ζωή της. Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι έρευνες, οι δικαστικές ανατροπές, η αρχική καταδίκη ενός άνδρα σε ισόβια κάθειρξη και η μετέπειτα οριστική αθώωσή του δημιούργησαν ένα περίπλοκο δικαστικό χρονικό, στο τέλος του οποίου παρέμεινε ένα αναπάντητο ερώτημα: ποιος σκότωσε την 21χρονη φοιτήτρια; Για την οικογένειά της, η αναζήτηση της αλήθειας μετατράπηκε σε αγώνα ζωής. Οι γονείς της δεν σταμάτησαν να ζητούν απαντήσεις, να αναζητούν στοιχεία και να ελπίζουν ότι κάποια στιγμή θα αποκαλυπτόταν τι πραγματικά συνέβη πίσω από την κλειστή πόρτα εκείνου του διαμερίσματος.

Τον Σεπτέμβριο του 2026, η τραγική αυτή ιστορία ήρθε ξανά στην επικαιρότητα για έναν ιδιαίτερα συγκινητικό λόγο. Η μητέρα της Εύης, Ροδή Γατίδου, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 72 ετών, χωρίς να έχει μάθει ποιος δολοφόνησε την κόρη της. Μια γυναίκα που έζησε σχεδόν τριάντα χρόνια με την απώλεια του παιδιού της και με την αγωνία μιας υπόθεσης που δεν βρήκε ποτέ την οριστική της απάντηση.

Το κορίτσι από τη Δράμα που ονειρευόταν να γίνει γιατρός

Η Εύη Γατίδου καταγόταν από τη Φτελιά Δράμας και μεγάλωσε σε μια οικογένεια εκπαιδευτικών, με τους γονείς της να στηρίζουν την επιθυμία της να σπουδάσει Ιατρική. Το 1994 κατάφερε να περάσει στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και μετακόμισε στη Λάρισα, όπου νοίκιασε ένα μικρό διαμέρισμα για να ξεκινήσει τη φοιτητική της ζωή. Όσοι τη γνώριζαν την περιέγραφαν ως ένα έξυπνο, κοινωνικό και πρόσχαρο κορίτσι, που είχε καταφέρει να δημιουργήσει φιλίες και να προσαρμοστεί στο νέο της περιβάλλον. Η Ιατρική δεν ήταν για εκείνη απλώς μια επαγγελματική επιλογή, αλλά ένα όνειρο που συνδεόταν με την επιθυμία της να προσφέρει στους συνανθρώπους της. Θαύμαζε, μάλιστα, τη δράση των «Γιατρών Χωρίς Σύνορα», γεγονός που αποτύπωνε τον τρόπο με τον οποίο φανταζόταν το μέλλον της.

Τον Σεπτέμβριο του 1997 η Εύη ετοιμαζόταν να ξεκινήσει το τέταρτο έτος των σπουδών της. Είχε μπροστά της εξετάσεις και υποχρεώσεις, ενώ τίποτα στην καθημερινότητά της δεν προμήνυε την τραγωδία που θα ακολουθούσε. Το Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου βγήκε για μια βόλτα στη Λάρισα και στη συνέχεια επέστρεψε στο διαμέρισμά της. Εκείνη την ημέρα επικοινώνησε τηλεφωνικά με τους γονείς της, ενημερώνοντάς τους ότι ήταν καλά και ότι σκόπευε να αφιερώσει χρόνο στο διάβασμα, καθώς είχε να εξεταστεί στο μάθημα των γαλλικών που χρωστούσε από το προηγούμενο εξάμηνο. Ήταν μια συνηθισμένη οικογενειακή επικοινωνία, από εκείνες που πραγματοποιούνται καθημερινά ανάμεσα σε γονείς και παιδιά που ζουν σε διαφορετικές πόλεις. Κανείς, όμως, δεν γνώριζε ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα άκουγαν τη φωνή της.

Την επόμενη ημέρα, Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου, η Εύη δεν τηλεφώνησε στην οικογένειά της. Αρχικά η απουσία επικοινωνίας δεν προκάλεσε ιδιαίτερη ανησυχία, καθώς οι γονείς της γνώριζαν ότι διάβαζε για τις εξετάσεις της. Όταν, όμως, τη Δευτέρα δεν εμφανίστηκε στο πανεπιστήμιο για να δώσει το μάθημα που είχε προγραμματίσει, οι άνθρωποι του στενού της περιβάλλοντος άρχισαν να προβληματίζονται. Μια φίλη της την αναζήτησε στο διαμέρισμά της την Τρίτη, αλλά δεν πήρε καμία απάντηση. Άφησε ένα σημείωμα ζητώντας της να επικοινωνήσει μαζί της, όπως έκανε και ένας ακόμη φίλος της. Οι ώρες περνούσαν, τα ίχνη της παρέμεναν χαμένα και η ανησυχία μεγάλωνε.

Η 1η Οκτωβρίου 1997 και η ανακάλυψη που πάγωσε τη Λάρισα

Την Τετάρτη 1η Οκτωβρίου 1997 η αγωνία κορυφώθηκε. Η μητέρα της Εύης επικοινώνησε με την ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος και ζήτησε να ανοίξουν την πόρτα, προκειμένου να διαπιστώσουν τι είχε συμβεί. Στο σημείο βρέθηκαν συμφοιτητές και φίλοι της νεαρής κοπέλας, όμως η πόρτα δεν μπορούσε να ανοίξει κανονικά, καθώς υπήρχε κλειδί στην εσωτερική πλευρά της κλειδαριάς. Χρειάστηκε να κληθεί κλειδαράς για να μπορέσουν να μπουν στο σπίτι. Όταν τελικά άνοιξε η πόρτα και οι άνθρωποι που την αναζητούσαν μπήκαν στο διαμέρισμα, βρέθηκαν μπροστά σε μια εικόνα που δύσκολα μπορούσε να χωρέσει ανθρώπινος νους.

Η 21χρονη φοιτήτρια βρισκόταν νεκρή στο υπνοδωμάτιό της, πάνω στο κρεβάτι, μέσα σε μια λίμνη αίματος. Η εικόνα του χώρου μαρτυρούσε ότι είχε προηγηθεί μια εξαιρετικά βίαιη επίθεση. Η σορός της έφερε δεκάδες τραύματα από αιχμηρό αντικείμενο, ενώ η κατάσταση στην οποία βρέθηκε οδήγησε από την πρώτη στιγμή τις Αρχές να εξετάσουν τις συνθήκες υπό τις οποίες είχε αιφνιδιαστεί. Η είδηση της δολοφονίας διαδόθηκε γρήγορα στη Λάρισα και στη συνέχεια σε ολόκληρη τη χώρα, προκαλώντας σοκ. Ένα νέο κορίτσι, που λίγες ημέρες νωρίτερα προετοιμαζόταν για τις εξετάσεις του, είχε χάσει τη ζωή του με έναν τρόπο που αποκάλυπτε ακραία βία.

Τη νεκροψία ανέλαβε ο ιατροδικαστής Δημήτρης Ψαρούλης, ο οποίος διαπίστωσε ότι η Εύη είχε δεχθεί συνολικά 104 μαχαιριές, πιθανότατα από μαχαίρι ή χαρτοκόπτη. Δεκάδες από τα τραύματα εντοπίζονταν στην περιοχή της καρδιάς, στοιχείο που ενίσχυε την εικόνα μιας επίθεσης ιδιαίτερης αγριότητας. Ο αριθμός των τραυμάτων έγινε ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία με τα οποία έμεινε γνωστή η υπόθεση, χωρίς ωστόσο να αποκαλύπτει από μόνος του την ταυτότητα ή το κίνητρο του δράστη. Η έρευνα στράφηκε στους ανθρώπους που γνώριζαν την Εύη, στις τελευταίες κινήσεις της και στις επαφές που είχε πραγματοποιήσει πριν από τη δολοφονία της.

Από την πρώτη στιγμή, οι γονείς της ενημέρωσαν τις Αρχές για έναν άνδρα που, σύμφωνα με όσα γνώριζαν, είχε εκδηλώσει επίμονο ερωτικό ενδιαφέρον για την κόρη τους. Η συγκεκριμένη πληροφορία αποτέλεσε ένα από τα βασικά σημεία της αστυνομικής έρευνας, η οποία θα εξελισσόταν σε μια μακροχρόνια δικαστική περιπέτεια.

Ο άνδρας που την πολιορκούσε και οι έρευνες που δεν έδωσαν απαντήσεις

Ανάμεσα στους ανθρώπους που είχε γνωρίσει η Εύη Γατίδου στη Λάρισα ήταν και ένας άνδρας, ο οποίος εργαζόταν ως διανομέας στην τοπική εφημερίδα «Ημερήσιος Κήρυκας». Η γνωριμία τους είχε γίνει μέσα από το περιβάλλον της Ελληνικής Ευαγγελικής Εκκλησίας, με το οποίο συνδεόταν και η οικογένεια της φοιτήτριας. Σύμφωνα με μαρτυρίες που ήρθαν στο φως κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, ο συγκεκριμένος άνδρας είχε αναπτύξει έντονο ενδιαφέρον για την Εύη και της είχε εκφράσει επανειλημμένα την επιθυμία να την παντρευτεί. Εκείνη, ωστόσο, δεν ανταποκρινόταν στο ενδιαφέρον του. Μάλιστα, σύμφωνα με όσα είχαν καταθέσει άνθρωποι του περιβάλλοντός της, η επιμονή του την είχε οδηγήσει να περιορίσει την παρουσία της στην εκκλησία και να περνά αρκετές ημέρες στο σπίτι μιας φίλης της, όπου αισθανόταν μεγαλύτερη ασφάλεια.

Η τελευταία πρόταση γάμου φέρεται να είχε γίνει την Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 1997, μόλις λίγες ημέρες πριν από την ανακάλυψη της δολοφονίας. Ο άνδρας εξετάστηκε από τις Αρχές ως βασικός ύποπτος, μαζί με άλλα πρόσωπα που γνώριζαν τη νεαρή φοιτήτρια, αρνήθηκε όμως εξαρχής οποιαδήποτε σχέση με το έγκλημα. Η έρευνα δεν οδήγησε τότε στην απαγγελία κατηγοριών και τον Οκτώβριο του 1999 η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο. Για την οικογένεια της Εύης, ωστόσο, η εξέλιξη αυτή δεν σήμαινε το τέλος της προσπάθειας. Αντιθέτως, οι γονείς της συνέχισαν να αναζητούν απαντήσεις, εκφράζοντας σοβαρές επιφυλάξεις για τον τρόπο με τον οποίο είχε διεξαχθεί η αρχική έρευνα.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, η οικογένεια κατήγγειλε παραλείψεις στη συλλογή και στη διατήρηση κρίσιμων στοιχείων. Ανάμεσα στα ζητήματα που έθεσε ήταν η ανεπαρκής, κατά την άποψή της, εξέταση του τόπου του εγκλήματος, η απουσία αξιοποίησης γενετικού υλικού, η έλλειψη ορισμένων πειστηρίων και η μη διενέργεια εξετάσεων που θα μπορούσαν ενδεχομένως να φωτίσουν τις συνθήκες της επίθεσης. Τα ερωτήματα αυτά αποκτούσαν ιδιαίτερη σημασία, καθώς κάθε στοιχείο που δεν είχε εξεταστεί εγκαίρως ήταν εξαιρετικά δύσκολο να ανακτηθεί χρόνια αργότερα. Η δολοφονία της Εύης είχε πλέον μετατραπεί σε μια υπόθεση στην οποία το πέρασμα του χρόνου λειτουργούσε εις βάρος της αναζήτησης της αλήθειας.

Από την καταδίκη σε ισόβια στην οριστική αθώωση – Οι δικαστικές ανατροπές

Το 2003 σημειώθηκε μια σημαντική εξέλιξη. Έπειτα από υπόμνημα των γονιών της Εύης προς τις δικαστικές Αρχές, ο φάκελος της υπόθεσης ανασύρθηκε από το αρχείο και ο άνδρας που είχε απασχολήσει την αρχική έρευνα παραπέμφθηκε σε δίκη. Η οικογένεια είχε επισημάνει αντιφάσεις και ερωτήματα σχετικά με τις καταθέσεις και το άλλοθί του, θεωρώντας ότι υπήρχαν στοιχεία που έπρεπε να εξεταστούν εκ νέου. Ο ίδιος επέμενε ότι ήταν αθώος, παραδεχόταν πως είχε αισθήματα για την Εύη, αλλά αρνούνταν κατηγορηματικά οποιαδήποτε συμμετοχή στη δολοφονία της.

Το 2005, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Βόλου τον έκρινε ομόφωνα ένοχο και του επέβαλε την ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Για την οικογένεια της 21χρονης, η πρωτόδικη απόφαση αποτέλεσε μια σημαντική εξέλιξη έπειτα από οκτώ χρόνια αναμονής. Ωστόσο, η δικαστική διαδρομή δεν είχε ολοκληρωθεί. Ο καταδικασθείς άσκησε έφεση και η υπόθεση οδηγήθηκε στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, όπου το 2007 τα δεδομένα ανατράπηκαν. Στο επίκεντρο της διαδικασίας βρέθηκε ένα κρίσιμο ζήτημα: ο ακριβής χρόνος θανάτου της Εύης Γατίδου.

Η αρχική ιατροδικαστική εκτίμηση τοποθετούσε τη δολοφονία από το βράδυ του Σαββάτου 27 Σεπτεμβρίου έως το μεσημέρι της Κυριακής 28 Σεπτεμβρίου. Στο Εφετείο, όμως, δύο άλλοι ιατροδικαστές, ο Φίλιππος Κουτσάφτης και ο Νίκος Καλογρηάς, υποστήριξαν μια διαφορετική εκδοχή, λαμβάνοντας υπόψη τα ιατροδικαστικά δεδομένα αλλά και τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν τότε στη Λάρισα. Σύμφωνα με τη δική τους εκτίμηση, ο θάνατος μπορούσε να είχε επέλθει αργότερα, από την Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου έως το μεσημέρι της Δευτέρας 29 Σεπτεμβρίου. Η διαφορά αυτή αποδείχθηκε καθοριστική, καθώς για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος διέθετε άλλοθι.

Το 2007 το Εφετείο τον αθώωσε ομόφωνα, ανατρέποντας την πρωτόδικη καταδίκη. Ακολούθησαν αναιρέσεις και νέες δικαστικές διαδικασίες, με την υπόθεση να επιστρέφει επανειλημμένα στις δικαστικές αίθουσες. Το 2010 εκδόθηκε νέα αθωωτική απόφαση, ενώ τον Ιανουάριο του 2013 ο κατηγορούμενος αθωώθηκε ξανά, αυτή τη φορά με έξι ψήφους υπέρ της αθώωσης και μία κατά. Τελικά, το 2014, με την ολοκλήρωση της διαδικασίας στον Άρειο Πάγο, η αθώωσή του κατέστη οριστική και αμετάκλητη.

Η συγκεκριμένη εξέλιξη είναι καθοριστική για την ιστορία της υπόθεσης. Παρά την αρχική καταδίκη, ο άνδρας αθωώθηκε τελεσίδικα και αμετάκλητα και δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως ο δολοφόνος της Εύης Γατίδου. Η πολυετής δικαστική διαδικασία ολοκληρώθηκε χωρίς να αποδοθεί οριστικά η ευθύνη για το έγκλημα σε κάποιο πρόσωπο. Δεκαεπτά χρόνια μετά τη δολοφονία, η υπόθεση παρέμενε ανεξιχνίαστη, αφήνοντας την οικογένεια αντιμέτωπη με την ίδια αβεβαιότητα που τη βασάνιζε από το φθινόπωρο του 1997.

Η μητέρα της Εύης Γατίδου πέθανε χωρίς να μάθει ποιος σκότωσε την κόρη της

Σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά τη δολοφονία, η ιστορία της Εύης Γατίδου απέκτησε ένα ακόμη τραγικό κεφάλαιο. Τον Σεπτέμβριο του 2026 έγινε γνωστό ότι η μητέρα της, Ροδή Γατίδου, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 72 ετών. Η γυναίκα που είχε αφιερώσει τόσα χρόνια στην αναζήτηση της αλήθειας πέθανε χωρίς να έχει λάβει την απάντηση που περίμενε από την 1η Οκτωβρίου 1997. Η είδηση του θανάτου της συγκίνησε όσους είχαν παρακολουθήσει την υπόθεση, καθώς επανέφερε στη μνήμη όχι μόνο το έγκλημα αλλά και τη μακροχρόνια δοκιμασία μιας οικογένειας που δεν σταμάτησε να ζητά δικαιοσύνη.

Την είδηση έκανε γνωστή στις 4 Σεπτεμβρίου η δικηγόρος Νικολέττα Μπασδέκη, η οποία είχε σταθεί στο πλευρό της οικογένειας στον πολυετή δικαστικό αγώνα, μαζί με τον αείμνηστο ποινικολόγο Γιάννη Διαμαντή. Με μια συγκινητική ανάρτηση αποχαιρέτησε τη Ροδή Γατίδου, αναφερόμενη στην κόρη της και στο αναπάντητο ερώτημα που σημάδεψε τη ζωή της μητέρας.

«Καλό ταξίδι στον κόσμο των αγγέλων αγαπημένη Ροδή μου. Εκεί θα συναντήσεις την Εύη σου και θα σου πει ποιος είναι ο δολοφόνος», έγραψε χαρακτηριστικά η δικηγόρος.

Η Ροδή Γατίδου έζησε σχεδόν 29 χρόνια γνωρίζοντας ότι η κόρη της δεν θα επέστρεφε ποτέ στο σπίτι, δεν θα ολοκλήρωνε τις σπουδές της και δεν θα πραγματοποιούσε τα όνειρα που είχε κάνει για τη ζωή της. Παράλληλα, είχε να αντιμετωπίσει μια δικαστική διαδικασία που κράτησε πολλά χρόνια, με αποφάσεις που άλλαζαν και με το ερώτημα της ταυτότητας του δράστη να παραμένει ανοιχτό. Η προσπάθεια των γονιών της Εύης να αποδοθεί δικαιοσύνη αποτέλεσε αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας αυτής, καθώς συνέχισαν να ασχολούνται με την υπόθεση ακόμη και όταν η αρχική έρευνα είχε οδηγηθεί σε αδιέξοδο.

Ο θάνατος της μητέρας της επανέφερε με ιδιαίτερη ένταση το ανθρώπινο στοιχείο μιας υπόθεσης που συχνά παρουσιάζεται μέσα από αριθμούς, ημερομηνίες, ιατροδικαστικά πορίσματα και δικαστικές αποφάσεις. Πίσω από τις 104 μαχαιριές και τις αλλεπάλληλες δίκες υπήρχε ένα κορίτσι 21 ετών και μια οικογένεια που έχασε ξαφνικά το παιδί της. Η Ροδή Γατίδου δεν έζησε για να δει την υπόθεση να εξιχνιάζεται, ούτε για να μάθει ποιος ήταν ο άνθρωπος που στέρησε από την κόρη της το μέλλον που είχε ονειρευτεί.

Είκοσι εννέα χρόνια μετά, το ερώτημα παραμένει αναπάντητο

Η δολοφονία της Εύης Γατίδου παραμένει μία από τις πιο χαρακτηριστικές ανεξιχνίαστες υποθέσεις που έχουν απασχολήσει την ελληνική Δικαιοσύνη. Από την ανακάλυψη της σορού της το 1997 μέχρι την οριστική αθώωση του μοναδικού ανθρώπου που δικάστηκε για το έγκλημα το 2014, η υπόθεση πέρασε από πολλές και διαφορετικές φάσεις. Οι αντιφατικές εκτιμήσεις για τον χρόνο θανάτου, τα ερωτήματα σχετικά με την αρχική συλλογή των στοιχείων και οι αλλεπάλληλες δικαστικές ανατροπές διαμόρφωσαν ένα σύνθετο χρονικό, χωρίς να οδηγήσουν στον εντοπισμό του δράστη.

Σήμερα, σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά, η Εύη Γατίδου παραμένει στη συλλογική μνήμη ως η νεαρή φοιτήτρια Ιατρικής που βρέθηκε νεκρή μέσα στο σπίτι της, έχοντας δεχθεί 104 μαχαιριές. Ωστόσο, η ιστορία της είναι πολύ περισσότερα από τις συνθήκες του θανάτου της. Είναι η ιστορία ενός κοριτσιού που αγαπούσε τις σπουδές του, είχε στόχους, φίλους και μια οικογένεια που το περίμενε να επιστρέψει. Είναι, επίσης, η ιστορία δύο γονιών που αναζήτησαν επίμονα απαντήσεις, ακόμη κι όταν τα χρόνια περνούσαν και η δικαστική διαδικασία δεν μπορούσε να τους προσφέρει την οριστική λύση.

Ο θάνατος της Ροδής Γατίδου, τον Σεπτέμβριο του 2026, υπενθύμισε με τον πιο οδυνηρό τρόπο ότι πίσω από κάθε ανεξιχνίαστο έγκλημα υπάρχουν άνθρωποι που συνεχίζουν να ζουν με τις συνέπειές του. Και στην περίπτωση της Εύης, το ερώτημα που γεννήθηκε εκείνη την Τετάρτη του Οκτωβρίου του 1997 παραμένει ακόμη χωρίς απάντηση: ποιος μπήκε στο διαμέρισμα της 21χρονης φοιτήτριας και της αφαίρεσε τη ζωή;