Το ημερολόγιο έγραφε 27 Μαΐου 1961 όταν μια υπόθεση ασύλληπτης αγριότητας βύθισε στο σοκ ολόκληρη την Ελλάδα. Ένα ειδεχθές έγκλημα με θύματα τρία μικρά παιδιά έμελλε να μείνει ανεξίτηλο στη συλλογική μνήμη, αποτελώντας μέχρι και σήμερα μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της ελληνικής εγκληματολογικής ιστορίας. Η γυναίκα που έμεινε γνωστή ως η «Μήδεια του Καλαμακίου» πήρε μια απόφαση που κανείς δεν μπορούσε να διανοηθεί. Θέλοντας, όπως υποστήριξε αργότερα, να εκδικηθεί τον άνδρα της για την εξωσυζυγική του σχέση, αφαίρεσε τη ζωή των ίδιων της των παιδιών, προκαλώντας αποτροπιασμό σε ολόκληρη τη χώρα.
Η οικογένεια που έμοιαζε ευτυχισμένη

Πρωταγωνίστρια της τραγωδίας ήταν η 28χρονη Αμερικανίδα Νίτα Μπέικερ, η οποία είχε εγκατασταθεί στην Ελλάδα μαζί με τον σύζυγό της, λοχία των αμερικανικών δυνάμεων Τζόελ Μπέικερ, και τα τρία μικρά παιδιά τους. Το ζευγάρι είχε παντρευτεί σε νεαρή ηλικία, όμως με το πέρασμα των χρόνων η σχέση τους άρχισε να φθείρεται. Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά κατά την έρευνα, οι δυο τους είχαν απομακρυνθεί συναισθηματικά, ενώ κοιμόντουσαν ακόμη και σε διαφορετικά δωμάτια. Την ίδια περίοδο ο Τζόελ γνώρισε μια νεαρή Ελληνίδα που εργαζόταν στην αμερικανική βάση. Η γνωριμία εξελίχθηκε σε ερωτικό δεσμό και οι συναντήσεις τους έγιναν ολοένα και πιο συχνές, με εκδρομές, εξόδους και κοινές εμφανίσεις.
Η Νίτα άρχισε να υποψιάζεται ότι κάτι συνέβαινε. Οι υποψίες της επιβεβαιώθηκαν όταν βρήκε φωτογραφίες του συζύγου της μαζί με τη νεαρή γυναίκα, εικόνες που φαίνεται πως αποτέλεσαν το σημείο καμπής για την ψυχολογική της κατάσταση. Όπως κατέθεσε αργότερα, πίστεψε ότι μετά την προδοσία δεν υπήρχε πλέον λόγος να συνεχίσουν να ζουν ούτε η ίδια ούτε τα παιδιά της. Έτσι πήρε τη φρικτή απόφαση που θα συγκλόνιζε το πανελλήνιο.
«Αύριο θα πάμε ένα μακρινό ταξίδι»

Το βράδυ της 27ης Μαΐου έβαλε τα τρία παιδιά της για ύπνο. Πριν κλείσουν τα μάτια τους, τους είπε πως την επόμενη ημέρα θα πήγαιναν όλοι μαζί σε ένα πολύ μακρινό ταξίδι. Στη συνέχεια άνοιξε τη Βίβλο, σημειώνοντας και υπογραμμίζοντας αποσπάσματα που αναφέρονταν στη μοιχεία. Έπειτα πήρε ένα κορδόνι από αλεξίπτωτο και μπήκε στα δωμάτια των παιδιών. Σύμφωνα με τις ομολογίες της, πρώτα σκότωσε τη μικρή Κίτι, στη συνέχεια τη Σουζάνα και τελευταίο τον μικρό Τζο, ο οποίος ήταν ο μόνος που φέρεται να προσπάθησε να αντισταθεί. Λίγη ώρα αργότερα ο Τζόελ Μπέικερ επέστρεψε στο σπίτι, χωρίς να μπορεί να φανταστεί τι τον περίμενε.

Στην κουζίνα βρήκε τη σύζυγό του αιμόφυρτη στο πάτωμα, έχοντας επιχειρήσει να βάλει τέλος στη ζωή της με μαχαίρι, ενώ τα τρία παιδιά τους κείτονταν νεκρά. Πάνω στο τραπέζι υπήρχε ανοιχτή η Βίβλος, ενώ δίπλα είχε αφήσει ιδιόχειρο σημείωμα. Σε αυτό εξηγούσε πως δεν άντεχε άλλο την απιστία του άνδρα της και υποστήριζε ότι με την πράξη της πίστευε πως προστάτευε τα παιδιά από έναν κόσμο που θεωρούσε διεφθαρμένο. Παράλληλα, του έγραφε πως πλέον ήταν ελεύθερος να συνεχίσει τη ζωή του χωρίς εκείνη και τα παιδιά τους να αποτελούν, όπως ανέφερε, εμπόδιο.

Η υπόθεση κυριάρχησε για μήνες στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, προκαλώντας τεράστιο κύμα οργής και αποτροπιασμού στην ελληνική κοινωνία. Σε πρώτο βαθμό το δικαστήριο έκρινε ότι η Νίτα Μπέικερ έπασχε από σοβαρή ψυχική διαταραχή και αποφάσισε τον εγκλεισμό της σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Έναν χρόνο αργότερα, στη δίκη σε δεύτερο βαθμό, η ίδια άλλαξε τη γραμμή υπεράσπισής της, υποστηρίζοντας ότι ο σύζυγός της ήταν βίαιος και πως δεν ήθελε να αφήσει τα παιδιά της στα χέρια του. Παρά τους ισχυρισμούς της, δεν φέρεται να εξέφρασε ποτέ πραγματική μεταμέλεια για όσα είχε κάνει. Το δικαστήριο της επέβαλε ποινή κάθειρξης 16 ετών, αναγνωρίζοντάς της το ελαφρυντικό ότι ενήργησε σε κατάσταση ψυχικής σύγχυσης και εν βρασμώ. Ωστόσο, η υπόθεση δεν έκλεισε εκεί.
Το 1963 της απονεμήθηκε χάρη και επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες, αφήνοντας πίσω της μία από τις πιο ανατριχιαστικές υποθέσεις παιδοκτονίας που γνώρισε ποτέ η Ελλάδα, μια ιστορία που εξακολουθεί να προκαλεί σοκ ακόμη και δεκαετίες αργότερα.





">
">
">
">
">
">
">
">