Ήταν 27 Αυγούστου του 1988 όταν μία από τις πιο μυστηριώδεις υποθέσεις εγκλήματος στην Ελλάδα άρχισε να αποκαλύπτεται πίσω από την πόρτα μιας μονοκατοικίας στον Κολωνό. Ο Κώστας Ταχτσής, ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες του 20ού αιώνα και δημιουργός του εμβληματικού μυθιστορήματος «Το τρίτο στεφάνι», βρέθηκε νεκρός μέσα στο σπίτι του, κάτω από συνθήκες που προκάλεσαν σοκ στην κοινή γνώμη.
Ο συγγραφέας ήταν 60 ετών όταν δολοφονήθηκε. Το άψυχο σώμα του εντοπίστηκε πάνω στο κρεβάτι, ενώ τα ευρήματα στον χώρο και οι ιδιαίτερες συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκε έδωσαν από την πρώτη στιγμή στην αστυνομική έρευνα πολλές διαφορετικές κατευθύνσεις. Η ιατροδικαστική εξέταση έδειξε ότι είχε πέσει θύμα στραγγαλισμού, ωστόσο η ταυτότητα του ανθρώπου που του αφαίρεσε τη ζωή δεν αποκαλύφθηκε ποτέ.
Τριάντα οκτώ χρόνια αργότερα, η δολοφονία του Κώστα Ταχτσή εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πιο πολυσυζητημένα ανεξιχνίαστα εγκλήματα της χώρας, με τις μαρτυρίες, τα σενάρια για το κίνητρο και τα αναπάντητα ερωτήματα να συνθέτουν μια υπόθεση που απασχόλησε τόσο τις αστυνομικές αρχές όσο και τον κόσμο των γραμμάτων.
Η αδελφή του τον αναζητούσε για δύο ημέρες – Το μακάβριο θέαμα μέσα στο σπίτι
Το απόγευμα του Σαββάτου 27 Αυγούστου 1988, η Ελπίδα Αρτέμη, αδελφή του Κώστα Ταχτσή, αποφάσισε να επισκεφθεί τον συγγραφέα στο σπίτι του, στην οδό Τυρνάβου 26, στον Κολωνό. Είχαν προηγηθεί δύο ημέρες κατά τις οποίες προσπαθούσε επανειλημμένα να επικοινωνήσει μαζί του τηλεφωνικά, χωρίς αποτέλεσμα. Η παρατεταμένη σιωπή του την είχε ανησυχήσει. Όταν έφτασε στην κατοικία, διαπίστωσε ότι τα φώτα ήταν αναμμένα, όμως κανείς δεν ανταποκρινόταν. Χρησιμοποιώντας το κλειδί που της είχε δώσει ο αδελφός της, μπήκε στο εσωτερικό. Η εικόνα που αντίκρισε ήταν ανατριχιαστική.
Τα συρτάρια και οι ντουλάπες ήταν ανοιγμένα, διάφορα αντικείμενα βρίσκονταν πεταμένα στο πάτωμα, ενώ ανδρικά και γυναικεία ρούχα ήταν σκορπισμένα στον χώρο. Ο κλιματισμός λειτουργούσε και τα φώτα παρέμεναν αναμμένα, δημιουργώντας την εντύπωση ότι όσα είχαν συμβεί μέσα στο σπίτι είχαν διακόψει απότομα την καθημερινότητα του ενοίκου του. Μπαίνοντας στην κρεβατοκάμαρα, η γυναίκα βρήκε τον αδελφό της νεκρό πάνω στο κρεβάτι. Ο Ταχτσής ήταν γυμνός, ξαπλωμένος στο πλάι, φορούσε ξανθιά γυναικεία περούκα και είχε βαμμένα κόκκινα τα νύχια του. Σύμφωνα με τις περιγραφές που δημοσιεύθηκαν, υπήρχαν επίσης ίχνη αίματος στο κεφάλι του. Η Ελπίδα ειδοποίησε αμέσως την Αστυνομία. Στο σημείο έφτασαν αστυνομικοί της Ασφάλειας, στελέχη της Σήμανσης και ιατροδικαστής, προκειμένου να εξετάσουν τη σκηνή και να διαπιστώσουν τι είχε προηγηθεί.
Η ιατροδικαστική εξέταση έδωσε την πρώτη ουσιαστική απάντηση για τον θάνατο του συγγραφέα. Ο Κώστας Ταχτσής δεν είχε πεθάνει από παθολογικά αίτια. Είχε στραγγαλιστεί με τα χέρια, με αποτέλεσμα να επέλθει ασφυξία. Οι εκτιμήσεις τοποθέτησαν τον θάνατό του περίπου δύο ημέρες πριν από τον εντοπισμό της σορού, πιθανότατα το βράδυ της Πέμπτης 25 Αυγούστου. Ένα ακόμη στοιχείο που απασχόλησε τους ερευνητές ήταν η απουσία έντονων ενδείξεων αντίστασης. Σύμφωνα με τις τοξικολογικές εξετάσεις στο αίμα του είχε εντοπιστεί μεγάλη ποσότητα αλκοόλ. Οι αστυνομικοί εξέτασαν το ενδεχόμενο ο συγγραφέας να βρισκόταν σε κατάσταση που δεν του επέτρεψε να αντιδράσει αποτελεσματικά στην επίθεση. Παρά τα ευρήματα, δεν κατέστη δυνατό να προσδιοριστούν με βεβαιότητα οι κινήσεις του λίγο πριν από τη δολοφονία, ποιος βρισκόταν μαζί του ή κάτω από ποιες ακριβώς συνθήκες εκδηλώθηκε η επίθεση.
Τα αντικείμενα που εξαφανίστηκαν και το σενάριο της ληστείας
Από την πρώτη αυτοψία στο σπίτι, οι αστυνομικοί διαπίστωσαν ότι έλειπαν ορισμένα αντικείμενα. Συγκεκριμένα, είχαν εξαφανιστεί μία συσκευή βίντεο, ένας αυτόματος τηλεφωνητής και μία φωτογραφική μηχανή Polaroid. Η διαπίστωση αυτή ενίσχυσε αρχικά το ενδεχόμενο της ληστείας μετά φόνου. Ο δράστης θα μπορούσε να είχε εισβάλει στο σπίτι με σκοπό να κλέψει και, για άγνωστο λόγο, να επιτεθεί στον συγγραφέα. Ωστόσο, υπήρχαν στοιχεία που δεν ταίριαζαν απόλυτα με αυτή την εκδοχή.
Στην τσέπη ενός παντελονιού του Ταχτσή είχαν παραμείνει 5.500 δραχμές, τις οποίες ο δράστης δεν είχε πάρει. Παράλληλα, στο σπίτι υπήρχαν έργα τέχνης σημαντικής αξίας, μεταξύ των οποίων πίνακες του Αλέκου Φασιανού και του Αλέξη Ακριθάκη, που επίσης δεν είχαν αφαιρεθεί. Γιατί κάποιος που αναζητούσε χρήματα να αφήσει πίσω του μετρητά και πολύτιμους πίνακες, παίρνοντας μόνο συγκεκριμένες ηλεκτρονικές συσκευές; Μία πιθανή εξήγηση ήταν ότι ο δράστης δεν γνώριζε την αξία των έργων τέχνης. Μια άλλη εκδοχή ήταν ότι η αναστάτωση του σπιτιού είχε δημιουργηθεί για να παραπέμπει σε ληστεία, ενώ το πραγματικό κίνητρο ήταν διαφορετικό.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και μία λεπτομέρεια που αναφέρεται σε μεταγενέστερα αφιερώματα. Η Αστυνομία φέρεται να δημοσιοποίησε τον μοναδικό αριθμό αναγνώρισης της κλεμμένης συσκευής βίντεο, ένα στοιχείο που θα μπορούσε ενδεχομένως να αξιοποιηθεί για τον εντοπισμό της. Η δημοσιοποίησή του θεωρήθηκε εκ των υστέρων πιθανό ερευνητικό λάθος, χωρίς πάντως να μπορεί να αποδειχθεί ότι αυτό καθόρισε την έκβαση της υπόθεσης.
Ο μυστηριώδης άνδρας με το μουστάκι που δεν εντοπίστηκε ποτέ
Ανάμεσα στις πληροφορίες που συγκέντρωσαν οι αστυνομικοί, ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε μια μαρτυρία γείτονα του συγγραφέα. Σύμφωνα με όσα δημοσιεύθηκαν για την έρευνα, ο γείτονας υποστήριξε ότι είχε δει τον Ταχτσή να επιστρέφει στο σπίτι του συνοδευόμενος από νεαρούς άνδρες κατά τη διάρκεια της νύχτας. Η ίδια μαρτυρία έκανε λόγο για διαδοχικές επισκέψεις, με τους συνοδούς του συγγραφέα να αποχωρούν έπειτα από κάποια ώρα. Η σημαντικότερη λεπτομέρεια αφορούσε έναν άνδρα που φέρεται να εμφανίστηκε μαζί του περίπου στις 3 τα ξημερώματα. Περιγραφόταν ως καλοντυμένος, ηλικίας περίπου 30 ετών, με μουστάκι.
Ο συγκεκριμένος άνδρας θεωρήθηκε πιθανότατα ένα από τα τελευταία πρόσωπα που είχαν δει τον Κώστα Ταχτσή ζωντανό. Οι Αρχές προσπάθησαν να εντοπίσουν τα πρόσωπα που θα μπορούσαν να είχαν επισκεφθεί την κατοικία εκείνο το βράδυ. Παρά τις έρευνες, ο μυστηριώδης άνδρας δεν ταυτοποιήθηκε. Βέβαια, η παρουσία κάποιου στο σπίτι, ακόμη και λίγο πριν από τον θάνατο του συγγραφέα, δεν αποτελούσε από μόνη της απόδειξη ενοχής. Η μαρτυρία, όμως, θα μπορούσε να βοηθήσει στην ανασύνθεση των τελευταίων ωρών του Ταχτσή, κάτι που τελικά δεν κατέστη δυνατό.
Η προσωπική ζωή του συγγραφέα και τα σενάρια που εξετάστηκαν
Η υπόθεση απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη δημοσιότητα όταν άρχισαν να γίνονται γνωστές λεπτομέρειες για την προσωπική ζωή του Κώστα Ταχτσή. Ο συγγραφέας δεν είχε κρύψει την ομοφυλοφιλία του, σε μια εποχή κατά την οποία η ελληνική κοινωνία αντιμετώπιζε με έντονες προκαταλήψεις τους ανθρώπους που δεν συμμορφώνονταν με τα κυρίαρχα κοινωνικά πρότυπα. Είχε μιλήσει δημόσια για τις προσωπικές του εμπειρίες και είχε υπερασπιστεί τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων. Παράλληλα, ήταν γνωστό ότι ορισμένες φορές κυκλοφορούσε με γυναικεία εμφάνιση και είχε σεξουαλικές επαφές επί πληρωμή. Αυτές οι πτυχές της ζωής του συνδέθηκαν από τον Τύπο της εποχής με τη δολοφονία, οδηγώντας στη διατύπωση διαφορετικών υποθέσεων.
Μία από αυτές ήθελε τον συγγραφέα να έχει συναντήσει κάποιον άνδρα, ο οποίος ενδέχεται να αντέδρασε βίαια όταν αντιλήφθηκε ότι είχε απέναντί του έναν άνδρα με γυναικεία εμφάνιση. Άλλοι εξέτασαν το ενδεχόμενο να υπήρξε κάποια προσωπική διαφωνία ή σύγκρουση κατά τη διάρκεια μιας ερωτικής συνάντησης. Διατυπώθηκε ακόμη και η υπόθεση ότι ο θάνατος θα μπορούσε να συνδέεται με επικίνδυνη σεξουαλική πρακτική που κατέληξε σε ασφυξία. Καμία από αυτές τις εκδοχές δεν αποδείχθηκε. Δεν προέκυψαν επαρκή στοιχεία ώστε να εξακριβωθεί τι ακριβώς συνέβη στην κρεβατοκάμαρα του συγγραφέα και ποιος ήταν ο άνθρωπος που βρισκόταν μαζί του τις τελευταίες στιγμές της ζωής του. Η προσωπική του ζωή έγινε αντικείμενο έντονου δημόσιου σχολιασμού, πολλές φορές επισκιάζοντας τόσο το ίδιο το έγκλημα όσο και τη λογοτεχνική του προσφορά.
Το βιβλίο που ετοίμαζε και η θεωρία ότι κάποιος ήθελε να τον φιμώσει
Ένα ακόμη σενάριο που απασχόλησε τον Τύπο ήταν το ενδεχόμενο ο Κώστας Ταχτσής να είχε δολοφονηθεί επειδή γνώριζε προσωπικά μυστικά άλλων ανθρώπων. Ο συγγραφέας είχε συναναστραφεί πρόσωπα από διαφορετικούς κοινωνικούς χώρους και δεν δίσταζε να εκφράζει δημόσια τις απόψεις του, ακόμη κι όταν αυτές προκαλούσαν αντιδράσεις. Εκείνη την περίοδο εργαζόταν πάνω σε αυτοβιογραφικό υλικό, γεγονός που τροφοδότησε υποθέσεις ότι ενδεχομένως επρόκειτο να αποκαλύψει άγνωστες πτυχές της ζωής ανθρώπων με τους οποίους είχε συνδεθεί στο παρελθόν. Κάποιοι υποστήριξαν ότι ένας πρώην ερωτικός σύντροφος ή γνωστός του μπορεί να φοβόταν τη δημοσιοποίηση προσωπικών πληροφοριών. Ωστόσο, το συγκεκριμένο σενάριο δεν επιβεβαιώθηκε από την έρευνα.
Τα χειρόγραφα του συγγραφέα βρέθηκαν στο σπίτι και δεν διαπιστώθηκε ότι είχαν καταστραφεί ή αφαιρεθεί. Επιπλέον, όταν το αυτοβιογραφικό του έργο «Το φοβερό βήμα» κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό του, δεν προέκυψε κάποια αποκάλυψη που να στηρίζει τη θεωρία ότι είχε δολοφονηθεί για να μη δημοσιοποιήσει συγκεκριμένα μυστικά. Η υπόθεση της φίμωσης παρέμεινε, επομένως, μία ακόμη αναπόδεικτη εκδοχή.
Η Αστυνομία επιχείρησε να ανασυνθέσει τις τελευταίες κινήσεις του συγγραφέα, εξετάζοντας τον κοινωνικό και προσωπικό του κύκλο, καθώς και ανθρώπους που ενδεχομένως τον είχαν συναντήσει πριν από τον θάνατό του. Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα ήταν η έλλειψη αξιοποιήσιμων εγκληματολογικών στοιχείων. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα για την υπόθεση, δεν εντοπίστηκαν στον χώρο άγνωστα δακτυλικά αποτυπώματα που να μπορούν να οδηγήσουν στην ταυτοποίηση του δράστη. Επιπλέον, οι τεχνικές δυνατότητες της εποχής ήταν περιορισμένες σε σύγκριση με εκείνες που διαθέτουν σήμερα τα εγκληματολογικά εργαστήρια. Η αξιοποίηση γενετικού υλικού δεν είχε ακόμη τη θέση που απέκτησε τις επόμενες δεκαετίες στις έρευνες ανθρωποκτονιών.
Οι αστυνομικοί δεν κατάφεραν να εντοπίσουν τον άνθρωπο που στραγγάλισε τον συγγραφέα, ούτε να τεκμηριώσουν κάποιο από τα κίνητρα που είχαν εξετάσει. Με την πάροδο του χρόνου, η έρευνα οδηγήθηκε σε αδιέξοδο και η υπόθεση μπήκε στο αρχείο, χωρίς να υπάρξει καταδίκη για τη δολοφονία.




">
">
">
">
">
">
">
">