Ήταν ένα καλοκαιρινό απόγευμα που έμελλε να σημαδέψει για πάντα μια οικογένεια και να συγκλονίσει ολόκληρη την Ελλάδα. Στις 22 Ιουλίου 2012, η 15χρονη Μυρτώ βρισκόταν στην Πάρο μαζί με τη μητέρα και την αδερφή της για τις καλοκαιρινές τους διακοπές, χωρίς κανείς να μπορεί να φανταστεί ότι λίγα λεπτά αργότερα θα ξεκινούσε ένας πραγματικός εφιάλτης.
Η οικογένεια απολάμβανε το μπάνιο της σε έναν μικρό κολπίσκο κοντά στη Χρυσή Ακτή, όταν η Μυρτώ είπε στη μητέρα της πως θα έκανε μια μικρή βόλτα στα βράχια. Η ώρα περνούσε, όμως η 15χρονη δεν επέστρεφε. Η μητέρα της άρχισε να την αναζητά με αγωνία, τηλεφωνώντας της ξανά και ξανά, χωρίς αποτέλεσμα, καθώς το κινητό της ήταν κλειστό. Μαζί με τη μεγαλύτερη κόρη της άρχισαν να ψάχνουν στους γύρω κολπίσκους, μέχρι που αντίκρισαν μια εικόνα που δεν θα ξεχνούσαν ποτέ.
Όταν βρέθηκε η Μυρτώ

Η Μυρτώ βρέθηκε πεσμένη ανάμεσα σε δύο βράχια, σχεδόν χωρίς τις αισθήσεις της, βαριά τραυματισμένη στο κεφάλι. Τα προσωπικά της αντικείμενα ήταν σκορπισμένα γύρω της, ενώ οι διασώστες του ΕΚΑΒ διαπίστωσαν ότι η κατάσταση της ήταν εξαιρετικά κρίσιμη. Η ανήλικη είχε υποστεί πολλαπλά κατάγματα στο κρανίο, σοβαρές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και εκτεταμένη αιμορραγία, δίνοντας μάχη για να κρατηθεί στη ζωή.
Αρχικά εξετάστηκε ακόμη και το ενδεχόμενο ατυχήματος. Ωστόσο, τα στοιχεία που υπήρχαν στο σημείο και η κατάσταση της 15χρονης έδειχναν πως επρόκειτο για μια άγρια εγκληματική επίθεση. Μάλιστα, μια κίνηση της μητέρας της αποδείχθηκε καθοριστική για την πορεία της έρευνας. Μέσα στον πανικό της πήρε μαζί της τα ρούχα της κόρης της, στα οποία οι ειδικοί εντόπισαν γενετικό υλικό άγνωστου άνδρα.
Αυτό το εύρημα αποτέλεσε το πρώτο μεγάλο στοιχείο για τις Αρχές. Ακολούθησαν δεκάδες καταθέσεις και εντατικές έρευνες στο νησί, μέχρι που μια μαρτυρία ξενοδόχου οδήγησε στους αστυνομικούς. Ένας νεαρός αλλοδαπός εργαζόμενος είχε ζητήσει ξαφνικά να πληρωθεί και είχε φύγει άρον-άρον από την Πάρο, επικαλούμενος οικογενειακό πρόβλημα. Οι αστυνομικοί έκαναν έλεγχο στο δωμάτιο όπου διέμενε και συνέλεξαν αντικείμενα για εργαστηριακή εξέταση. Η σύγκριση του DNA ήταν καταλυτική και οδήγησε στην ταυτοποίηση του δράστη.

Η σύλληψη του Αχμέντ Βακά
Ο Αχμέντ Βακάς συνελήφθη στη Νέα Χαλκηδόνα, μόλις δύο ημέρες πριν εγκαταλείψει τη χώρα μέσω της διαδικασίας εθελούσιου επαναπατρισμού. Μετά τη σύλληψή του ομολόγησε την πράξη του, περιγράφοντας πως ακολούθησε τη Μυρτώ στα βράχια. Σύμφωνα με όσα παραδέχθηκε, όταν εκείνη αντέδρασε, της επιτέθηκε με πρωτοφανή αγριότητα, τη βίασε και στη συνέχεια τη χτύπησε επανειλημμένα με πέτρα στο κεφάλι, θεωρώντας πως την είχε αφήσει νεκρή, πριν επιστρέψει κανονικά στην εργασία του.
Κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας επιχείρησε να εμφανιστεί ως ανήλικος, δίνοντας διαφορετικές ημερομηνίες γέννησης. Οι σχετικές εξετάσεις, όμως, απέδειξαν ότι ήταν ενήλικος, γεννημένος το 1991. Το δικαστήριο τον καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη και επιπλέον ποινή 25 ετών, απόφαση που διατηρήθηκε και στο Εφετείο το 2017.

13 χρόνια από την επίθεση στη Μυρτώ: «Σαν σήμερα ένα τέρας έλιωσε το κεφάλι του παιδιού μου», γράφει η μαμά της
Η ριζική αλλαγή στη ζωή της Μυρτούς μετά την επίθεση
Η Μυρτώ κατάφερε να επιζήσει, όμως η ζωή της δεν ήταν ποτέ ξανά η ίδια. Έπειτα από πολύμηνη νοσηλεία και μάχη στην εντατική, ξύπνησε από το κώμα, αλλά οι σοβαρές εγκεφαλικές βλάβες που υπέστη της άφησαν μόνιμη βαριά αναπηρία. Τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν συνεχείς θεραπείες και προγράμματα αποκατάστασης, αρχικά στη Βοστόνη των Ηνωμένων Πολιτειών και αργότερα σε εξειδικευμένο κέντρο στη Γερμανία.
Μέχρι σήμερα, η Μυρτώ εξακολουθεί να βρίσκεται σε αναπηρικό αμαξίδιο, αντιμετωπίζοντας σοβαρές δυσκολίες στην κίνηση και την επικοινωνία. Στο πλευρό της βρίσκεται αδιάκοπα η μητέρα της, Μαρία Κοτρώτσιου, η οποία εδώ και χρόνια δίνει καθημερινά τη δική της μάχη, στηρίζοντας την κόρη της με αστείρευτη δύναμη και αγάπη. Η υπόθεση της Μυρτώς παραμένει μία από τις πιο συγκλονιστικές και τραγικές υποθέσεις που έχουν καταγραφεί στη χώρα, αφήνοντας ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα στη συλλογική μνήμη της ελληνικής κοινωνίας.




">
">
">
">
">
">
">
">