Τρία χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τη νύχτα που πάγωσε ο χρόνος στα Τέμπη. Ήταν 28 Φεβρουαρίου όταν δύο αμαξοστοιχίες κινούνταν για αρκετά λεπτά στην ίδια γραμμή, μέχρι τη μοιραία σύγκρουση που στοίχισε τη ζωή σε 57 ανθρώπους. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, οικογένειες διαλύθηκαν, όνειρα έσβησαν και μια ολόκληρη χώρα βυθίστηκε στο πένθος.

Παιδιά, γονείς, αδέλφια, σύζυγοι. Και ανάμεσά τους, άνθρωποι που έχασαν το άλλο τους μισό. Σύντροφοι που έμειναν πίσω να μετρούν απουσίες και να ζητούν δικαίωση. Σήμερα, στο συλλαλητήριο για τα 57 θύματα, οι φωνές ενώνονται ξανά με ένα κοινό αίτημα: απαντήσεις.

Τέμπη – Η Αθηνά και τα τελευταία της λόγια

Η ιστορία της Αθηνάς συγκλόνισε το πανελλήνιο. Τα τελευταία της λόγια, μέσα στο τρένο, ήταν προς τον σύζυγό της: «Νίκο, το μωρό». Ευτυχώς το παιδί τους δεν βρισκόταν μαζί τους εκείνο το βράδυ. Η ίδια δεν τα κατάφερε. Ο σύζυγός της έμαθε για τον θάνατό της από ψυχολόγους, την ημέρα της κηδείας της. Σήμερα μεγαλώνει τον μικρό Νίκο με τη στήριξη της μητέρας της Αθηνάς, προσπαθώντας να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη της.

Στη λίστα των θυμάτων βρίσκεται και ο Νίκος Ναλμπαντής, μηχανοδηγός της επιβατικής αμαξοστοιχίας. Η σύντροφός του συνεχίζει μέχρι σήμερα να τον τιμά μέσα από αναρτήσεις στα social media, απ’ όπου μοιράζεται στιγμές από την κοινή ζωή τους. «Όλα ανούσια χωρίς εσένα», γράφει σε μία εξ’ αυτών.

Ο Ναλμπαντής από τα Τέμπη με την σύντροφό του

Όνειρα που έμειναν στη μέση

Η Ιφιγένεια Μήτσκα ταξίδευε μαζί με τον αρραβωνιαστικό της, σχεδιάζοντας το κοινό τους μέλλον. Εκείνος κατάφερε να βγει ζωντανός από τα συντρίμμια. Εκείνη όχι. Ο Φάνης Ξανθόπουλος έχει περιγράψει με σπαρακτικά λόγια το χάος εκείνης της νύχτας, μιλώντας για καθυστερήσεις και για επιβάτες που προσπαθούσαν μόνοι τους να σπάσουν τα τζάμια για να σωθούν.

«Όλα πήγαν λάθος. Όλα. Δεν μπήκε κανείς στα βαγόνια, δε μας βοήθησε κανείς. Μόνοι σπάσαμε τα τζάμια. Ψάχναμε μέσα στο σκοτάδι να δούμε τι γίνεται. Μπήκαν 3-4 ώρες μετά στα συντρίμμια να βγάλουν πτώματα. Εμείς δε θέλουμε πτώματα. Θέλουμε να μπει μέσα και να σώσει εκείνη την ώρα όσους περισσότερους μπορεί», έχει πει μεταξύ άλλων.

Κλαούντια Λάτα

Η 20χρονη Κλαούντια Λατα βρισκόταν στο τρένο με τον σύντροφό της. Εκείνος σηκώθηκε να αναζητήσει θέσεις σε άλλο βαγόνι, έπειτα από μια φράση της που, όπως λέει, του έμεινε χαραγμένη: «Πήγαινε τώρα». Λίγα βήματα μακριά, η σύγκρουση τον πέταξε πίσω. Εκείνος σώθηκε. Εκείνη όχι.

«Δεν κατάλαβα καν τι είχε συμβεί, απλά ένιωσα μία μάζα σιδερικών να έρχεται κατά πάνω μου και να με τσαλαπατάει. Ευτυχώς είχα άγιο και δεν τραυματίστηκα. Εγώ ξύπνησα λόγω των καπνών. Αυτή τη στιγμή αντιμετωπίζω αναπνευστικά προβλήματα. Άρχισαν να με κλωτσάνε κάποια πόδια μέσα από τα σίδερα. Σε κάποια φάση, έκλεισα τα μάτια μου και είπα ότι θα καώ ζωντανός. Ταυτόχρονα σκεφτόμουν την Κλαούντια. Δεν είχα καταλάβει τι είχε συμβεί γιατί ήταν όλα σκοτεινά. Εγώ είχα απλά σοκαριστεί. Κάποιοι φώναζαν ότι καιγόμασταν», είχε δηλώσει εκείνος.

Ένα φιλί που έμελλε να είναι το τελευταίο

Η Αναστασία Αδαμίδου, απόφοιτος της Οδοντιατρικής Σχολής του Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, μπήκε στο τρένο με προορισμό τη Θεσσαλονίκη, έχοντας μόλις ανταλλάξει ένα φιλί με τον Δημήτρη. Κανείς τους δεν γνώριζε ότι θα ήταν το τελευταίο.

Αναστασία Αδαμίδου
Ο σύντροφος της Αδαμίδου από τα Τέμπη

Τον άνθρωπό της έχασε και η Κατερίνα. Ο Δημήτρης Μασσαλής, μηχανοδηγός της επιβατικής αμαξοστοιχίας, δεν επέστρεψε ποτέ. «Θα είσαι πάντα ο μηχανοδηγός της καρδιάς μου», έγραψε σε ανάρτησή της, αποχαιρετώντας τον σύντροφο και καλύτερό της φίλο.

Δημήτρης Μασσαλής

Μια βαλίτσα για ένα ταξίδι που δεν έγινε ποτέ

Η Βάια Μπλέκα άφησε πίσω της σύζυγο και δύο παιδιά. Είχε επιβιβαστεί στο τρένο για να ταξιδέψει στη Θεσσαλονίκη και από εκεί να πετάξει στις ΗΠΑ, όπου θα περνούσε τρεις εβδομάδες με τον άντρα της, στέλεχος της Πολεμική Αεροπορία, που υπηρετούσε εκεί στο πλαίσιο διακρατικής συνεργασίας. Η βαλίτσα της δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό της.

Τρία χρόνια μετά, ο πόνος δεν έχει ημερομηνία λήξης. Οι ιστορίες αυτές δεν είναι αριθμοί σε μια λίστα. Είναι ζωές που διακόπηκαν απότομα και άνθρωποι που συνεχίζουν να ζουν με το «αν». Και οι απαντήσεις ακόμα παραμένουν το ζητούμενο.