Η ελληνική τηλεόραση έχει έναν άγραφο νόμο, αν βάλεις δύο πρεμιέρες την ίδια μέρα στο ίδιο κανάλι, δεν κάνεις μόνο πρόγραμμα — ρισκάρεις να κάνεις και μονομαχία. Και το Star, χωρίς να το φωνάξει, έστησε ένα κανονικό τηλεοπτικό derby. Από τη μία ο Νίκος Μουτσινάς με το Lingo, από την άλλη ο Πέτρος Πολυχρονίδης με το Club του 1%. Δύο παρουσιαστές, δύο διαθέσεις και μια τηλεοπτική αλήθεια που φάνηκε από το πρώτο πεντάλεπτο και ας ήταν σε διαφορετικές ώρες: άλλος ήρθε να δουλέψει και άλλος να… ξεμπερδεύει.
Ο Νίκος Μουτσινάς στο Lingo

Ας ξεκινήσουμε από τον Μουτσινά — γιατί εκεί βρίσκεται όλο το ζουμί.
Ο Νίκος Μουτσινάς μπήκε στο πλατό με ύφος ανθρώπου που μόλις τον ξύπνησαν από μεσημεριανό ύπνο για να κατέβει να ανοίξει την πόρτα σε επισκέπτες που δεν περίμενε. Ευγενικός, ήρεμος, αλλά με εκείνη την ενέργεια του «να τελειώνουμε σιγά σιγά». Το σκηνικό λιτό, το styling στο «ό,τι βρήκαμε καθαρό το βάλαμε», και μια ατμόσφαιρα που έμοιαζε περισσότερο με πρόβα παρά με πρεμιέρα.
Ο παλιός Μουτσινάς θα είχε ήδη κάνει τρία αστεία, δύο αυτοσαρκασμούς και θα είχε σηκώσει το κοινό όρθιο. Ο νέος Μουτσινάς; Ζεν. Τόσο ζεν που σε κάποια στιγμή φοβήθηκες μήπως αρχίσει να κάνει διαλογισμό αντί για παιχνίδι λέξεων.
Δεν ήταν κακός — αυτό είναι το πιο περίεργο. Ήταν απλώς… χαμηλής έντασης. Σαν κινητό στο power saving mode. Λειτουργεί, αλλά δεν ενθουσιάζει.
Και το μεγαλύτερο μυστήριο; Το κοινό τον περίμενε με αγάπη. Του έδωσε στο δυναμικό 14,6% και στο γενικό ένα 18,5%, δηλαδή ένα αξιοπρεπέστατο «έλα, σε πιστεύουμε ακόμη». Εκείνος όμως έμοιαζε να απαντά: «ναι παιδιά, αλλά μην βιάζεστε, χαλαρά».
Ούτε πλάκες, ούτε γέλια, ούτε αυθόρμητα ξεσπάσματα, ούτε εκείνη η αίσθηση ότι κάτι μπορεί να ξεφύγει ανά πάσα στιγμή — στοιχείο που ήταν πάντα το δυνατό του χαρτί. Σαν να έβαλε φίλτρο στον εαυτό του. Ο Μουτσινάς χωρίς υπερβολή, είναι σαν σουβλάκι χωρίς πίτα: τεχνικά υπάρχει, αλλά κάτι βασικό λείπει.
Και εκεί που αναρωτιόσουν αν η βραδιά θα κυλήσει σε mood χαμομηλιού, μπαίνει ο Πολυχρονίδης. Και αλλάζει η θερμοκρασία στο δωμάτιο.
Ο Πέτρος Πολυχρονίδης με το Club του 1%

Ο Πέτρος Πολυχρονίδης εμφανίστηκε σαν οικοδεσπότης που έκανε πάρτι και περίμενε κόσμο από νωρίς. Κίνηση, ρυθμός, χαμόγελο, πλάκες, επαφή με το κοινό. Δεν περπατούσε στο πλατό — το κατοικούσε. Το Club 1% έμοιαζε ζωντανό γιατί ο παρουσιαστής του ήταν ζωντανός.
Είχε το τρακ της πρεμιέρας; Φυσικά. Αλλά ήταν εκείνο το γλυκό άγχος που σε κάνει πιο γρήγορο, όχι πιο μαζεμένο. Ο αέρας της πρωτιάς από τον «Τροχό» φαινόταν: άνεση χωρίς προσπάθεια, χιούμορ χωρίς πίεση, φιλοξενία χωρίς δήθεν.
Εκεί που στον Μουτσινά ένιωθες μήπως ενοχλείς, στον Πολυχρονίδη ήθελες να κάτσεις κι άλλο. Για αυτό και του έδωσε 18,5% στο δυναμικό και 17,5% στο γενικό. Άξιος φωνάζαμε όλοι από το σπίτι για ένα τόσο δύσκολο παιχνίδι που πραγματικά σπαζοκεφαλιάζεις και λες αει στο καλό θα πηδηχτώ από το παράθυρο, αλλά σε τραβάει ο παρουσιαστής και κάθεσαι καθηλωμένος.
Και κάπου εκεί στο Star μπορεί και να κατάλαβαν — ίσως αργά — ότι έβαλαν δύο τελείως διαφορετικά καρπούζια στην ίδια μασχάλη. Το ένα minimal βιολογικό από retreat ευεξίας, το άλλο ζουμερό έκθεμα βιτρίνας Κολωνακίου με φωτισμό LED.
Το Lingo δεν ζητούσε υπερπαραγωγή. Ζητούσε ενέργεια. Και ο Μουτσινάς έμοιαζε ακόμη να ψάχνει τη διάθεσή του στο GPS. Ίσως προσπαθεί να επαναπροσδιοριστεί, ίσως να θέλει να κρατά αποστάσεις, ίσως απλώς να χρειάζεται χρόνο. Αλλά η τηλεόραση δεν είναι ψυχοθεραπεία — είναι ζωντανός οργανισμός. Αν δεν του δώσεις παλμό, σε προσπερνά.

Τηλεθέαση 29/3: Κλαίνε ή γελάνε με την πρεμιέρα του 1% Club στο STAR; Δείτε τα νούμερα του Πολυχρονίδη
Ο Πολυχρονίδης, αντίθετα, έκανε το απλό: διασκέδασε. Και όταν ο παρουσιαστής διασκεδάζει, ο θεατής μένει.
Το crash test λοιπόν έβγαλε νικητή όχι τον πιο λαμπερό, αλλά τον πιο παρόντα. Ο ένας έμοιαζε να λέει «ας το κάνουμε», ο άλλος «πάμε να το χαρούμε».
Και η τηλεόραση — όπως και η ζωή — πάντα διαλέγει αυτόν που φαίνεται να θέλει να είναι εκεί.
Η σεζόν μόλις ξεκίνησε, άρα τίποτα δεν έχει κριθεί. Αν ο Μουτσινάς ξαναβρεί το γνωστό του τηλεοπτικό θράσος, το παιχνίδι μπορεί να αλλάξει. Γιατί το ταλέντο δεν χάθηκε — απλώς μοιάζει να κάθεται λίγο πιο πίσω στον καναπέ.
Μέχρι τότε, όμως, ο Πολυχρονίδης κρατά το τηλεκοντρόλ. Και μάλιστα χωρίς να το ζητήσει.


">
">
">
">
">
">
">